Κεφάλαιο ΙΙΙ
Ο ήλιος είχε δύσει αλλά δεν έλεγε να σκοτεινιάσει. Γυάλινο ήταν το χειμωνιάτικο σούρουπο, μες στην παγωνιά του. Το τελευταίο φως της ημέρας - σα να ερχόταν από το πουθενά - είχε, λες, μια ετοιμοθάνατη καθάρια λάμψη, ενώ από την αντίθετη μεριά ανέτειλε θαμπό το φεγγάρι παρατρεχάμενο από κάμποσα μαύρα σύννεφα.
Τυλίχτηκε στο μάλλινο ζακετάκι της κι έπιασε το χέρι του πατέρα της ενώ έβγαιναν από τον κινηματογράφο.
Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας της,ήδη, η Σμαραγδή ανακάλυπτε τη χαρά μιας βόλτας με τον πατέρα της, αντίβαρο στη θλίψη της για την αποξένωση από τον αδερφό της.
Ο Νικόλας μεγάλωνε κι αυτός και γινόταν ένα παιδί ατίθασο κι απαιτητικό, σκληρό με όλους κι αδιάφορο προς την αδερφή του.
Κάποια απογεύματα ο πατέρας της την έπαιρνε μαζί του στις δουλειές του και μετά την πήγαινε για γλυκό ή πορτοκαλάδα.
Απόψε ήθελε να την πάει στον κινηματογράφο, να δούνε την Χέπμπορν στο "Πόλεμος και ειρήνη".
Η Σμαραγδή χρειάστηκε λίγα λεπτά για να συνέλθει βγαίνοντας στο δρόμο, ήταν η πρώτη της φορά στον κινηματογράφο και το θέαμα την είχε συνεπάρει. Τα μάτια της, συνηθισμένα στο φως της μεγάλης οθόνης, θάμπωσαν στο χειμωνιάτικο ημίφως. Ταξιδεμένη, καθώς ήταν, σε καιρούς αυτοκρατορικούς, αιματοβαμμένους, ανυποψίαστη μπροστά σε τραγικά ρομάντζα και μ' ένα αδιόρατο μα ανυπόφορο αίσθημα ζήλιας για το δεσμό αδελφικής αγάπης μεταξύ του Νικολάι και της Νατάσας, τρόμαξε από το θόρυβο και την κίνηση της πολυσύχναστης λεωφόρου.
Ο πατέρας της το κατάλαβε κι επιβράδυνε το βήμα του, παραμένοντας πάντα αμίλητος δίπλα στην κόρη του.
Είναι σιωπές που σκοτώνουν, που κόβουν τις ψυχές και τις σκορπούν σε χιλιάδες αιχμηρά κομματάκια αστραφτερού πάγου - και στέκουν άναυδοι οι μουγκοί συνομιλητές μην ξέροντας κατά πού να σκύψουν να μαζέψουν τα κομμάτια τους.
Είναι σιωπές που υψώνουν φράχτες αγκαθωτούς ανάμεσα στους ανθρώπους, κι οι πιο εργατικοί - ή πιο ξεροκέφαλοι - ματώνουν με πείσμα τα δάχτυλά τους, γεμίζουν γρατζουνιές για να καταφέρουν να σκαρφαλώσουν από την άλλη μεριά, να αντικρύσουν το τρομερό πρόσωπο της εγκατάλειψης.
Κι είναι και σιωπές που κρύβουν μέσα τους θάλασσες τρυφερότητας. Λες κι η πλημμύρα της ψυχής - ο πόνος ή ο έρωτας ή το νοιάξιμο - να μην έχει ανάγκη τον ανθρώπινο λόγο, αλλά να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος, βυθίζοντας τους σιωπηλούς συνοδοιπόρους σε ωκεάνια βάθη και ταυτόχρονα ανεβάζοντάς τους ψηλά για να συγκινήσουν με την άηχη ένωσή τους τ' άστρα.
Τι υπάρχει ανάγκη να ειπωθεί μεταξύ ενός πατέρα και της κόρης του που περπατούν πιασμένοι χέρι-χέρι ένα χειμωνιάτικο απόβραδο στους δρόμους της Αθήνας; Ποιος από τους δυο χρειάζεται κουτές εκφράσεις, σμπαραλιασμένα από τη χρήση λόγια, για να ορίσει τις ανάγκες του και το πραγματικό μέτρο για την ικανοποίησή τους;
Εκείνη ευγνώμων που για λίγες ώρες γινόταν δεσποινίδα και γνώριζε την αντρική συντροφιά μέσα από την άδολη παρέα του πατέρα της.
Εκείνος ευγνώμων για την επίσης άδολη γυναικεία τρυφερότητα, που τόσο του είχε λείψει.
Κι αυτό τους αρκούσε, αφού κανείς δεν τους έμαθε ποτέ να επιθυμήσουν κάτι περισσότερο.
Κι αν η αχαριστία φθείρει, η σκληρότητα δηλητηριάζει αργά και ύπουλα τις ψυχές, μετατρέποντας τα συναισθήματα δύο ανθρώπων σε συγκοινωνούντα δοχεία, μισογεμάτα θολά απόνερα που βρωμάνε μετριότητα, απογοήτευση, παραίτηση, δειλία κι ολιγάρκεια - ή μιζέρια.
Αν όμως της μιλούσε της Σμαραγδής εκείνο το βράδυ...αν συζητούσε μαζί της για την ταινία που μόλις είδαν...για τη δύναμη της θέλησης του ανθρώπου...
Αν του μιλούσε Σμαραγδή για την αδιάκοπα ερωτοχτυπημένη καρδιά της Νατάσας που την γοήτευσε με μια ζηλόφθονη απορία...
Αν είχαν πει έστω και μια κουβέντα για όλα αυτά τ' αφανέρωτα που τους συγκλόνιζαν κι έμελλε να τους ορίσουν ή να τους καταπιούν - που πολλές φορές είναι το ίδιο πράγμα.
Της αγόρασε πέντε κάστανα σε χάρτινο χωνάκι από έναν πλανόδιο, γλυκιά η μυρωδιά τους, θαλπερή η γεύση τους. Μια κίνηση αυτονόητη, η αγορά ψημένων κάστανων, που την έκαναν εκατοντάδες νυχτερινοί περιπατητές στους δρόμους της πόλης. Μια μυρωδιά οικεία - η μυρωδιά του χωριού του καθενός - που σηματοδοτεί τον ερχομό του χειμώνα στις γωνιές του κέντρου της πρωτεύουσας. Ο ήχος των καρπών καθώς πέφτουν και τυλίγονται μέσα στο χαρτί, το ελαφρύ κάψιμο στην παλάμη, το από αλλού και μακρινό χαμηλωμένο βλέμμα του καστανά όταν τα στριφογυρίζει με μεράκι πάνω στη φουφού.
Αρώματα και ήχοι συνηθισμένοι, ανεπαίσθητοι, που μόνο κάποια στιγμή αργότερα μέσα στα χρόνια - από κάποια σύμπτωση, ας πούμε - αποκαλύπτουν την παράξενη δύναμή τους. Αυλακιές στα χωράφια της μνήμης, υπάρχουν εν αγνοία μας και περιμένουν να αποκαλυφθούν για να μας προσδώσουν την ταυτότητά μας.
Γιατί, τελικά, η σημασία κρύβεται στα ανύποπτα, σ' αυτά που δίνουν αίσθημα στην αφάνεια.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)
Ο ήλιος είχε δύσει αλλά δεν έλεγε να σκοτεινιάσει. Γυάλινο ήταν το χειμωνιάτικο σούρουπο, μες στην παγωνιά του. Το τελευταίο φως της ημέρας - σα να ερχόταν από το πουθενά - είχε, λες, μια ετοιμοθάνατη καθάρια λάμψη, ενώ από την αντίθετη μεριά ανέτειλε θαμπό το φεγγάρι παρατρεχάμενο από κάμποσα μαύρα σύννεφα.
Τυλίχτηκε στο μάλλινο ζακετάκι της κι έπιασε το χέρι του πατέρα της ενώ έβγαιναν από τον κινηματογράφο.
Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας της,ήδη, η Σμαραγδή ανακάλυπτε τη χαρά μιας βόλτας με τον πατέρα της, αντίβαρο στη θλίψη της για την αποξένωση από τον αδερφό της.
Ο Νικόλας μεγάλωνε κι αυτός και γινόταν ένα παιδί ατίθασο κι απαιτητικό, σκληρό με όλους κι αδιάφορο προς την αδερφή του.
Κάποια απογεύματα ο πατέρας της την έπαιρνε μαζί του στις δουλειές του και μετά την πήγαινε για γλυκό ή πορτοκαλάδα.
Απόψε ήθελε να την πάει στον κινηματογράφο, να δούνε την Χέπμπορν στο "Πόλεμος και ειρήνη".
Η Σμαραγδή χρειάστηκε λίγα λεπτά για να συνέλθει βγαίνοντας στο δρόμο, ήταν η πρώτη της φορά στον κινηματογράφο και το θέαμα την είχε συνεπάρει. Τα μάτια της, συνηθισμένα στο φως της μεγάλης οθόνης, θάμπωσαν στο χειμωνιάτικο ημίφως. Ταξιδεμένη, καθώς ήταν, σε καιρούς αυτοκρατορικούς, αιματοβαμμένους, ανυποψίαστη μπροστά σε τραγικά ρομάντζα και μ' ένα αδιόρατο μα ανυπόφορο αίσθημα ζήλιας για το δεσμό αδελφικής αγάπης μεταξύ του Νικολάι και της Νατάσας, τρόμαξε από το θόρυβο και την κίνηση της πολυσύχναστης λεωφόρου.
Ο πατέρας της το κατάλαβε κι επιβράδυνε το βήμα του, παραμένοντας πάντα αμίλητος δίπλα στην κόρη του.
Είναι σιωπές που σκοτώνουν, που κόβουν τις ψυχές και τις σκορπούν σε χιλιάδες αιχμηρά κομματάκια αστραφτερού πάγου - και στέκουν άναυδοι οι μουγκοί συνομιλητές μην ξέροντας κατά πού να σκύψουν να μαζέψουν τα κομμάτια τους.
Είναι σιωπές που υψώνουν φράχτες αγκαθωτούς ανάμεσα στους ανθρώπους, κι οι πιο εργατικοί - ή πιο ξεροκέφαλοι - ματώνουν με πείσμα τα δάχτυλά τους, γεμίζουν γρατζουνιές για να καταφέρουν να σκαρφαλώσουν από την άλλη μεριά, να αντικρύσουν το τρομερό πρόσωπο της εγκατάλειψης.
Κι είναι και σιωπές που κρύβουν μέσα τους θάλασσες τρυφερότητας. Λες κι η πλημμύρα της ψυχής - ο πόνος ή ο έρωτας ή το νοιάξιμο - να μην έχει ανάγκη τον ανθρώπινο λόγο, αλλά να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος, βυθίζοντας τους σιωπηλούς συνοδοιπόρους σε ωκεάνια βάθη και ταυτόχρονα ανεβάζοντάς τους ψηλά για να συγκινήσουν με την άηχη ένωσή τους τ' άστρα.
Τι υπάρχει ανάγκη να ειπωθεί μεταξύ ενός πατέρα και της κόρης του που περπατούν πιασμένοι χέρι-χέρι ένα χειμωνιάτικο απόβραδο στους δρόμους της Αθήνας; Ποιος από τους δυο χρειάζεται κουτές εκφράσεις, σμπαραλιασμένα από τη χρήση λόγια, για να ορίσει τις ανάγκες του και το πραγματικό μέτρο για την ικανοποίησή τους;
Εκείνη ευγνώμων που για λίγες ώρες γινόταν δεσποινίδα και γνώριζε την αντρική συντροφιά μέσα από την άδολη παρέα του πατέρα της.
Εκείνος ευγνώμων για την επίσης άδολη γυναικεία τρυφερότητα, που τόσο του είχε λείψει.
Κι αυτό τους αρκούσε, αφού κανείς δεν τους έμαθε ποτέ να επιθυμήσουν κάτι περισσότερο.
Κι αν η αχαριστία φθείρει, η σκληρότητα δηλητηριάζει αργά και ύπουλα τις ψυχές, μετατρέποντας τα συναισθήματα δύο ανθρώπων σε συγκοινωνούντα δοχεία, μισογεμάτα θολά απόνερα που βρωμάνε μετριότητα, απογοήτευση, παραίτηση, δειλία κι ολιγάρκεια - ή μιζέρια.
Αν όμως της μιλούσε της Σμαραγδής εκείνο το βράδυ...αν συζητούσε μαζί της για την ταινία που μόλις είδαν...για τη δύναμη της θέλησης του ανθρώπου...
Αν του μιλούσε Σμαραγδή για την αδιάκοπα ερωτοχτυπημένη καρδιά της Νατάσας που την γοήτευσε με μια ζηλόφθονη απορία...
Αν είχαν πει έστω και μια κουβέντα για όλα αυτά τ' αφανέρωτα που τους συγκλόνιζαν κι έμελλε να τους ορίσουν ή να τους καταπιούν - που πολλές φορές είναι το ίδιο πράγμα.
Της αγόρασε πέντε κάστανα σε χάρτινο χωνάκι από έναν πλανόδιο, γλυκιά η μυρωδιά τους, θαλπερή η γεύση τους. Μια κίνηση αυτονόητη, η αγορά ψημένων κάστανων, που την έκαναν εκατοντάδες νυχτερινοί περιπατητές στους δρόμους της πόλης. Μια μυρωδιά οικεία - η μυρωδιά του χωριού του καθενός - που σηματοδοτεί τον ερχομό του χειμώνα στις γωνιές του κέντρου της πρωτεύουσας. Ο ήχος των καρπών καθώς πέφτουν και τυλίγονται μέσα στο χαρτί, το ελαφρύ κάψιμο στην παλάμη, το από αλλού και μακρινό χαμηλωμένο βλέμμα του καστανά όταν τα στριφογυρίζει με μεράκι πάνω στη φουφού.
Αρώματα και ήχοι συνηθισμένοι, ανεπαίσθητοι, που μόνο κάποια στιγμή αργότερα μέσα στα χρόνια - από κάποια σύμπτωση, ας πούμε - αποκαλύπτουν την παράξενη δύναμή τους. Αυλακιές στα χωράφια της μνήμης, υπάρχουν εν αγνοία μας και περιμένουν να αποκαλυφθούν για να μας προσδώσουν την ταυτότητά μας.
Γιατί, τελικά, η σημασία κρύβεται στα ανύποπτα, σ' αυτά που δίνουν αίσθημα στην αφάνεια.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου