Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα V

Η σύναξη των μελισσών 

Ποιοι να 'ναι εκείνοι οι άνθρωποι στη γέφυρα για να με συναντήσουν; Οι χωρικοί είναι -
Ο εφημέριος, η μαμή, ο νεωκόρος, ο αντιπρόσωπος των μελισσών.
Ξεμανίκωτη με το καλοκαιρινό μου φόρεμα είμαι απροστάτευτη,
και όλοι είναι γαντοφορεμένοι και καλυμμένοι, γιατί δεν με ειδοποίησε κανείς;
Χαμογελούν κι ανασηκώνουν πέπλα στερεωμένα σ' αρχαία τούλια.

Είμαι γυμνή σαν το λαιμό της όρνιθας, κανείς δε με αγαπά;
Μάλιστα, νά η γραμματέας των μελισσών με τη λευκή ποδιά της,
Κουμπώνει τις μανσέτες στους καρπούς μου και το σκίσιμο απ' το λαιμό ως τα γόνατά μου.
Τώρα είμαι γαλατσίδα μεταξωτή, οι μέλισσες δεν θα το προσέξουν,
Δεν θα μυρίσουν το φόβο μου.

Λοιπόν ποιος να 'ναι ο εφημέριος, αυτός ο μαυροντυμένος;
Ποια είναι η μαμή, αυτή είναι η μπλε κάπα της;
Καθένας γνέφει μ' ένα τετράγωνο μαύρο κεφάλι, ιππότες με προσωπίδες,
Πανοπλίες από τούλι δεμένες κόμπο κάτω από τις μασχάλες.
Τα χαμόγελα και οι φωνές τους αλλάζουν. Οδηγούμαι μέσα από ένα λιβάδι με φασόλια.

Φλούδες αλουμινόχαρτου βλεφαρίζουν σαν άνθρωποι,
Ξεσκονίστρες από φτερά ανεμίζουν τα χέρια τους μέσα σε μια θάλασσα ανθών φασολιού,
Κρεμώδεις μαυρομάτικοι ανθοί και φύλλα σαν μονότονες καρδιές.
Μην είναι θρόμβοι αίματος οι κληματσίδες που σβαρνίζουν την αρμαθιά;
Όχι, όχι, λουλούδια κατακόκκινα είναι που κάποια μέρα θα καρπίσουν.

Τώρα μου δίνουν ένα μοντέρνο λευκό ψάθινο ιταλικό καπέλο
κι ένα μαύρο τούλι που σκεπάζει το πρόσωπό μου, με κάνουν όμοιά τους.
Με οδηγούν στο θερισμένο χωράφι, κύκλος μελίσσια.
Ο πυράκανθος βρομάει;
Κατάξερος, αναισθητοποιεί τα παιδιά του μ' αιθέρα.

Μήπως γίνεται κάποιο χειρουργείο;
Τον χειρουργό περιμένουν οι γείτονές μου,
αυτήν τη φιγούρα με την πράσινη κάσκα,
τ' αστραφτερά γάντια και το λευκό κοστούμι.
Είναι ο χασάπης, ο μανάβης, ο ταχυδρόμος, κάποιος που γνωρίζω;

Να τρέξω δεν μπορώ, ρίζωσα, και τα βάτα με πληγώνουν με τα κίτρινα τσαντάκια τους, την αιχμηρή αρματωσιά τους.
Δεν μπορώ να τρέξω δίχως να το κάνω για πάντα.
Η λευκή κυψέλη, συμμαζωμένη παρθένα, σφραγίζει των νεοσσών της τα κελιά,  το μέλι της και ήσυχα βομβίζει.

Στο σύδεντρο δαχτυλίδια καπνού και μανδύες.
Το μελίσσι σκέφτεται πως αυτό είναι το τέλος όλων.
Και νά έρχονται οι προπομποί, με τα υστερικά ελαστικά τους.
Αν μείνω πολύ ήρεμη, θα με νομίσουν μαϊντανό,
ένα μωρόπιστο κι ανέγγιχτο στην έχθρα τους κεφάλι, μη σκύβοντας καν,
μια προσωπικότητα στους θάμνους.
Οι χωρικοί άνοιξαν τους προθάλαμους, κυνηγούν τη βασίλισσα.
Κρύβεται, γλείφει μέλι; Είναι πανέξυπνη.
Είναι γριά, γριά, γριά, πρέπει να ζήσει για ακόμα έναν χρόνο, και το ξέρει.
Την ώρα που στις κηρήθρες φωλιάζουν οι νεαρές παρθένες

ονειρευόμενες μια μοναρχία την οποία θα κερδίσουν αναπόφευκτα,
ένα κέρινο παραπέτασμα τις χωρίζει από τη νυφική πτήση,
την αιώρηση της φόνισσας σ' έναν ουρανό που την επιθυμεί.
Οι χωρικοί μετακινούν τις νύμφες, δεν θα υπάρξουν σκοτωμοί.
Η γριά βασίλισσα άφαντη, τόσο αχάριστη είναι;
Εξαντλήθηκα, εξαντλήθηκα -
Κίονας λευκού στη συσκότιση των μαχαιριών.
Είμαι τ' αδείλιαστο κορίτσι του μάγου.
Οι χωρικοί αφαιρούν τις προσωπίδες τους, δίνουν τα χέρια.
Ποιανού είναι τούτο το μακρόστενο λευκό κουτί στο σύδεντρο, τι έχουν καταφέρει, γιατί κρυώνω;

Sylvia Plath 
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου