Κεφάλαιο τρίτο
Ο Χριστόδουλος καταγόταν από εύπορη οικογένεια, έμποροι - μεγαλέμποροι για να ακριβολογούμε - όλοι στο σόι του, πάππου προς πάππου.
Μεγαλωμένος χωρίς να του λείψει ποτέ τίποτα, κι εκείνα τα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο, αυτό από μόνο του ήταν ευτυχία.
Έτσι ήταν τότε, άλλες οι αξιώσεις των ανθρώπων, άλλες οι προτεραιότητες. Οι επιδιώξεις τους ήταν απτές, καθημερινές κι ολιγαρκείς ή αιτία ολιγάρκειας.
Να είναι υγιείς, να έχουν ένα πιάτο φαΐ, να βρουν έναν άνθρωπο να παντρευτούν αθόρυβο και νοικοκυρεμένο, για να κάνουν κάθε πρωί το σταυρό τους μαζί και να λένε "δόξα σοι ο Θεός, καλά ξημερώσαμε και σήμερα". Αν, παρ' ελπίδα, τους περίσσευαν και μερικές δεκάρες για να βάζουν στην άκρη, τότε έκαναν κάθε πρωί το σταυρό τους και με τα δυο τους χέρια.
Μέσα, λοιπόν, σε αυτή την απλοϊκή, αρυτίδωτη, αγαθή - μα όχι ανεπιτήδευτη ή άπορη - ευτυχία μεγάλωνε ο Χριστόδουλος. Και με όλη αυτή την ευτυχία να τον τυλίγει, σαν λίμνη ατάραχη κι ακυμάτιστη, με την καταχνιά αιώνων απλωμένη στη σχεδόν παχύρευστη επιφάνειά της, τι ελπίδες υπήρχαν να καλυτερέψουν τα πράγματα στη ζωή του;
Ο Χριστόδουλος ήταν πάνω κάτω στην ηλικία του Μανωλάκη, όταν στο διπλανό σπίτι από το δικό τους εγκαταστάθηκε η οικογένεια της συνομήλικής του Ελπίδας. Κι εντελώς απρόσμενα, αυτό το ψηλόλιγνο, κατάξανθο κορίτσι, με τα καταπράσινα μάτια - πράσινα ατόφια, γνήσια, χωρίς πολύχρωμους κυκλοθυμικούς παιχνιδισμούς σαν του Μανωλάκη - έγινε η ελπίδα που θα καλυτέρευε τη ζωή του.
Το βοτσαλάκι που έπεσε στην ακίνητη λίμνη για να τον διδάξει τι σημαίνει σκίρτημα και ταραχή και προσμονή.
Ή, για να κυριολεκτήσουμε, η Ελπίδα έγινε το υπόλευκο νούφαρο που φύτρωσε - ένας θεός ξέρει πώς - σε μια άκρη της λίμνης της ζωής του Χριστόδουλου, αλλάζοντας μια για πάντα την όψη της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Χριστόδουλος δεν γνώριζε τι σημαίνει αγωνία, δεν είχε να προσμένει κάτι, δε χρειαζόταν να μοχθήσει για τίποτα. Όχι πως ήταν τεμπέλης, κάθε άλλο. Και μαθητής από τους καλύτερους και μυημένος στα εμπόρια από μικρός, χάρη στους προγόνους του. Βάδιζε, όμως, σε πορεία προδιαγεγραμμένη, μόνος στόχος του - κι αυτός νομοτελειακός, άρα όχι στόχος ακριβώς - να αναλάβει τις επιχειρήσεις του πατέρα του και να βρει μια καλή κοπέλα να "αποκατασταθεί".
Μήνες πέρασαν, κι ο Χριστόδουλος ξεροστάλιαζε - κυριολεκτικά, αφού ένιωθε το στόμα του στεγνό και το σώμα του κάθιδρο - πίσω από το παράθυρό του για να δει την Ελπίδα να περνάει. Κι έπειτα πέρασαν κι άλλοι μήνες, μέχρι να καταφέρει να της μιλήσει και να αποκτήσουν μια οικειότητα τέλος πάντων, φυσικά εντελώς αθώα και πλατωνική, αμάθος, ανυποψίαστος και προστατευμένος καθώς ήταν ως τότε ο Χριστόδουλος.
Η Ελπίδα, όμως, τύχαινε να έχει δυο μεγαλύτερες αδερφές, η μία κιόλας παντρεμένη, οι οποίες είχαν μεριμνήσει - πιο πολύ για να ξορκίσουν κι αυτές από πάνω τους τον εξευτελισμό της ρήξης της παρθενικής αφέλειας ή απλά για να επιδειχθούν στη μικρότερη της οικογένειας - να την υποψιάσουν διδάσκοντάς την τα μαθήματά (παθήματά) τους ως προς το ανδρικό φύλο (το φύλο του ανδρός).
Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από κι άλλους μήνες, ο Χριστόδουλος αποφάσισε ότι είχαν συζητήσει αρκετά με την Ελπίδα και βλέποντας ότι κι εκείνη απολάμβανε την παρέα του, αποφάσισε να την φιλήσει.
Και τη φίλησε.
Ο υγρός λεκές στον καβάλο του τον σάστισε μόνο για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το σπαρταριστό γέλιο και τα τεράστια, τα καρφωμένα εκεί, λαμπερά κι ολοστρόγγυλα νουφαρόφυλλα μάτια της Ελπίδας τον φόρτωσαν με μια σαστιμάρα που κουβαλούσε στην ψυχή του για άλλους τόσους μήνες.
Ο χρόνος, όμως, όλα τα θεραπεύει και τα απαλύνει, όλα τα συντηρεί και τα αναμορφώνει.
Κι εκείνη η ντροπή του Χριστόδουλου έγινε με τα χρόνια φιλαρέσκεια και βαθειά πίκρα. Έγινε εγωιστική πατρότητα κι οφειλή προς τον απόγονό του, να προλάβει τις εφηβικές ορμές πριν πάθει κι ο γιος του τα ίδια. Γιατί είχε αντιληφθεί από καιρό ο Χριστόδουλος ότι το Μαρινάκι ήταν το νούφαρο στη λίμνη της ζωής του Μανωλάκη.
Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, λοιπόν, λίγες ώρες μετά τον εκκλησιασμό τους στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Χριστόδουλος είχε κανονίσει να πάει τον Μανωλάκη στα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας.
(Συνεχίζεται...)
Ο Χριστόδουλος καταγόταν από εύπορη οικογένεια, έμποροι - μεγαλέμποροι για να ακριβολογούμε - όλοι στο σόι του, πάππου προς πάππου.
Μεγαλωμένος χωρίς να του λείψει ποτέ τίποτα, κι εκείνα τα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο, αυτό από μόνο του ήταν ευτυχία.
Έτσι ήταν τότε, άλλες οι αξιώσεις των ανθρώπων, άλλες οι προτεραιότητες. Οι επιδιώξεις τους ήταν απτές, καθημερινές κι ολιγαρκείς ή αιτία ολιγάρκειας.
Να είναι υγιείς, να έχουν ένα πιάτο φαΐ, να βρουν έναν άνθρωπο να παντρευτούν αθόρυβο και νοικοκυρεμένο, για να κάνουν κάθε πρωί το σταυρό τους μαζί και να λένε "δόξα σοι ο Θεός, καλά ξημερώσαμε και σήμερα". Αν, παρ' ελπίδα, τους περίσσευαν και μερικές δεκάρες για να βάζουν στην άκρη, τότε έκαναν κάθε πρωί το σταυρό τους και με τα δυο τους χέρια.
Μέσα, λοιπόν, σε αυτή την απλοϊκή, αρυτίδωτη, αγαθή - μα όχι ανεπιτήδευτη ή άπορη - ευτυχία μεγάλωνε ο Χριστόδουλος. Και με όλη αυτή την ευτυχία να τον τυλίγει, σαν λίμνη ατάραχη κι ακυμάτιστη, με την καταχνιά αιώνων απλωμένη στη σχεδόν παχύρευστη επιφάνειά της, τι ελπίδες υπήρχαν να καλυτερέψουν τα πράγματα στη ζωή του;
Ο Χριστόδουλος ήταν πάνω κάτω στην ηλικία του Μανωλάκη, όταν στο διπλανό σπίτι από το δικό τους εγκαταστάθηκε η οικογένεια της συνομήλικής του Ελπίδας. Κι εντελώς απρόσμενα, αυτό το ψηλόλιγνο, κατάξανθο κορίτσι, με τα καταπράσινα μάτια - πράσινα ατόφια, γνήσια, χωρίς πολύχρωμους κυκλοθυμικούς παιχνιδισμούς σαν του Μανωλάκη - έγινε η ελπίδα που θα καλυτέρευε τη ζωή του.
Το βοτσαλάκι που έπεσε στην ακίνητη λίμνη για να τον διδάξει τι σημαίνει σκίρτημα και ταραχή και προσμονή.
Ή, για να κυριολεκτήσουμε, η Ελπίδα έγινε το υπόλευκο νούφαρο που φύτρωσε - ένας θεός ξέρει πώς - σε μια άκρη της λίμνης της ζωής του Χριστόδουλου, αλλάζοντας μια για πάντα την όψη της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Χριστόδουλος δεν γνώριζε τι σημαίνει αγωνία, δεν είχε να προσμένει κάτι, δε χρειαζόταν να μοχθήσει για τίποτα. Όχι πως ήταν τεμπέλης, κάθε άλλο. Και μαθητής από τους καλύτερους και μυημένος στα εμπόρια από μικρός, χάρη στους προγόνους του. Βάδιζε, όμως, σε πορεία προδιαγεγραμμένη, μόνος στόχος του - κι αυτός νομοτελειακός, άρα όχι στόχος ακριβώς - να αναλάβει τις επιχειρήσεις του πατέρα του και να βρει μια καλή κοπέλα να "αποκατασταθεί".
Μήνες πέρασαν, κι ο Χριστόδουλος ξεροστάλιαζε - κυριολεκτικά, αφού ένιωθε το στόμα του στεγνό και το σώμα του κάθιδρο - πίσω από το παράθυρό του για να δει την Ελπίδα να περνάει. Κι έπειτα πέρασαν κι άλλοι μήνες, μέχρι να καταφέρει να της μιλήσει και να αποκτήσουν μια οικειότητα τέλος πάντων, φυσικά εντελώς αθώα και πλατωνική, αμάθος, ανυποψίαστος και προστατευμένος καθώς ήταν ως τότε ο Χριστόδουλος.
Η Ελπίδα, όμως, τύχαινε να έχει δυο μεγαλύτερες αδερφές, η μία κιόλας παντρεμένη, οι οποίες είχαν μεριμνήσει - πιο πολύ για να ξορκίσουν κι αυτές από πάνω τους τον εξευτελισμό της ρήξης της παρθενικής αφέλειας ή απλά για να επιδειχθούν στη μικρότερη της οικογένειας - να την υποψιάσουν διδάσκοντάς την τα μαθήματά (παθήματά) τους ως προς το ανδρικό φύλο (το φύλο του ανδρός).
Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από κι άλλους μήνες, ο Χριστόδουλος αποφάσισε ότι είχαν συζητήσει αρκετά με την Ελπίδα και βλέποντας ότι κι εκείνη απολάμβανε την παρέα του, αποφάσισε να την φιλήσει.
Και τη φίλησε.
Ο υγρός λεκές στον καβάλο του τον σάστισε μόνο για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το σπαρταριστό γέλιο και τα τεράστια, τα καρφωμένα εκεί, λαμπερά κι ολοστρόγγυλα νουφαρόφυλλα μάτια της Ελπίδας τον φόρτωσαν με μια σαστιμάρα που κουβαλούσε στην ψυχή του για άλλους τόσους μήνες.
Ο χρόνος, όμως, όλα τα θεραπεύει και τα απαλύνει, όλα τα συντηρεί και τα αναμορφώνει.
Κι εκείνη η ντροπή του Χριστόδουλου έγινε με τα χρόνια φιλαρέσκεια και βαθειά πίκρα. Έγινε εγωιστική πατρότητα κι οφειλή προς τον απόγονό του, να προλάβει τις εφηβικές ορμές πριν πάθει κι ο γιος του τα ίδια. Γιατί είχε αντιληφθεί από καιρό ο Χριστόδουλος ότι το Μαρινάκι ήταν το νούφαρο στη λίμνη της ζωής του Μανωλάκη.
Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, λοιπόν, λίγες ώρες μετά τον εκκλησιασμό τους στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Χριστόδουλος είχε κανονίσει να πάει τον Μανωλάκη στα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου