Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

Παρομοίωση πάθους

Ξεφλουδίζω το ξύλο και βρίσκω το κάρβουνο.
Όμως τι να ’ναι αυτό που ξεχωρίζει οριστικά
Το δέντρο από το στύλο;
(Στολισμούς φυλλωμάτων, βλαστάρια, χυμούς
τα βοσκάει ανεμπόδιστα ο χρόνος).
Τριζοβολούν τα κούτσουρα στο τζάκι και η ανάσα τους
Είναι θρόισμα δάσους που ορμάει αναθρώσκοντας
Με τα φτερά της τέφρας του
Και τιτιβίσματα πουλιών στην καμινάδα.
Ωραία φωτιά
Τι κρεματόριο φαντασίας βουκολικής κάθε σου φλόγα
Παρομοίωση πάθους που υψώνει συχνά το ευτελές
Σ’ ακριβό παρανάλωμα.
Κοιτάω τις σπίθες των ματιών σου. Τις εύστροφες
Περιελίξεις της φιδίσιας γλώσσας σου
Και πώς με κίνηση χορευτική αλλά με μέθοδο
Καταβροχθίζεις όγκους θηραμάτων.
Έτσι, σαν έρωτας.
Όσο ζεσταίνεις, τόσο αφανίζεις.
 
Μα πόση, αλήθεια, τέχνη χρειάζεται
Για να πετύχει ο αφανισμός.
Πόσος, αλήθεια, χρειάζεται αφανισμός
Για να ζεστάνεις.

Αντώνης Φωστιέρης 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Τιμοκατάλογος


Βλέμμα:  ΔΩΡΕΑΝ
Βλέμμα επίμονο:  ΔΩΡΕΑΝ

Σκέψη (ποτήρι):  ΔΩΡΕΑΝ
Σκέψη (μπουκάλι):  ΔΩΡΕΑΝ

Χαμόγελο:  ΔΩΡΕΑΝ

Άγγιγμα:  ΔΩΡΕΑΝ

Σώμα:  ΔΩΡΕΑΝ

Όρκοι:  ΔΕΝ ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ

Ψυχή:  Ό,ΤΙ ΠΡΟΑΙΡΕΙΣΘΕ

* Όλα μας τα πιάτα παρασκευάζονται από φρέσκα υλικά και είναι της ώρας.

** Όλα μας τα ποτά είναι "καθαρά" και συνοδεύονται από δυο τρία στιχάκια για μεζεδάκι.

*** Self service και delivery κατόπιν συνεννοήσεως.

**** Αγορανομικός υπεύθυνος: εγώ, όπως σας βλέπω και δε με έχετε δει ποτέ.

***** Η αίθουσα δεν διατίθεται για συνεστιάσεις. 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Ars Poetica


Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.
(Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019


Θρυματισμένες αναμνήσεις τα έρημα σπίτια μας.
Δυο γλυκά χαμόγελα πεταμένα στη γωνιά του δωματίου κ ένα βλέμμα τρυφερό, από αυτά που κάνουν όλες του κόσμου τις λέξεις ασήμαντες.

Θραύσματα ιστοριών οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι.
Δυο κορμιά που αγαπήθηκαν πολύ πάνω σε ένα στρώμα.
Τέσσερα χέρια μπλεγμένα σα να ανήκαν στο ίδιο κορμί.

Έκπτωτα όνειρα στα απομεινάρια της οροφής που στέγαζε μιαν απλότητα ευτυχίας.

Μια ιστορία που θυμηθήκαμε φεύγοντας σα να μας τη διηγήθηκε κάποιος άλλος.

Κι όλος ο κόπος μας χυμένος στα σάπια πατώματα.
Ο κόπος μιας ζωής να αποδείξουμε ότι υπάρχει ζωή κ πριν το θάνατο. 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Φυγή

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
Γιώργος Σεφέρης 

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

"Να αγαπάς
σημαίνει να σπαρταράς σε σεντόνια ξεσκισμένα από την αϋπνία.
Γιατί αγάπη
δεν είναι ένας τρυφερός παράδεισος
μα η βίαιη επίθεση
της λαίλαπας νερού και φωτιάς."
Vladimir Mayakovsky

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

...κι ούτε πουλί πετούμενο...


Δεν το άντεχε το σχολείο ο Γιαννάκης, όπως και κάθε εξάχρονος βέβαια.
Εκείνος προτιμούσε να γυρνάει όλη μέρα στα χωράφια και να βόσκει τα κοπάδια μαζί με τον πατέρα του.
Αγαπημένα του βοσκοτόπια ήταν εκείνα τα παραθαλάσσια, πέρα κατά το Ακρωτήρι.
Την αγαπούσε τη θάλασσα ο Γιαννάκης, αγαπούσε οπουδήποτε δεν κλεινόταν σε τέσσερις τοίχους.

Πώς του ζητούσαν, λοιπόν, τώρα να ακινητοποιηθεί τόσες ώρες σε ένα θρανίο; Ξυλοφορτωμένος από τον δάσκαλο γυρνούσε κάθε μεσημέρι στο σπίτι, ξυλοφορτωμένος από τον πατέρα του έφευγε κάθε πρωί για το σχολείο.
Πουθενά δεν έβρισκε κατανόηση. Ο πατέρας του ήθελε να τον καμαρώσει σπουδαγμένο, ο δάσκαλος ήθελε να τον καμαρώσει να βάζει σωστά την ψιλή και τη δασεία, κι εκείνος ήθελε μόνο να χαζεύει έξω από το παράθυρο της αίθουσας τα δέντρα και τα σύννεφα ως πέρα τη θάλασσα στο βάθος. Μέχρι να φάει δυο ξανάστροφες από τον δάσκαλο - μάλλον γιατί άλλος τρόπος να στρέψει το βλέμμα του στον πίνακα δεν υπήρχε - και να σχολάσει.

Ένα πρωί, καθώς πήγαινε στο σχολείο, βρήκε πεσμένο κάτω από ένα δέντρο ένα μικρό σπουργίτι. Το έχωσε στον κόρφο του κι έτρεξε να προλάβει την πρωινή προσευχή.
Πώς να κάνεις όμως ένα πουλάκι να σωπάσει; Άκουσε ο δάσκαλος το τιτίβισμα και δεν άργησε να καταλάβει τι γινόταν.
Έξαλλος κινήθηκε προς το θρανίο του Γιαννάκη. Φοβήθηκε το παιδί ότι θα έκανε κακό στο σπουργίτι.
Με το ένα χέρι σφιγμένο στον κόρφο του, γατζώθηκε από το περβάζι του ανοιχτού παραθύρου και με ένα σάλτο σωριάστηκε στο προαύλιο και το έβαλε στα πόδια.

Πέρασε όλη του τη μέρα στην ακροθαλασσιά, ήξερε τι τον περίμενε αν γυρνούσε σπίτι. Μα σαν άρχισε να σουρουπώνει σκέφτηκε την αγωνία της μάνας του. Εξάλλου, ήταν μάταιο να κρύβεται, αφού το ξύλο δε θα το γλίτωνε.
Το σπουργίτι του το άφησε να φύγει. Ήταν μάταιο να το κρατάει φυλακισμένο στα χέρια του, αφού καμία τρυφερότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευτυχία της ελευθερίας.

Από το επόμενο πρωί κι έπειτα δεν ξεκόλλησε το βλέμμα του από τον πίνακα ώσπου έβγαλε και την ογδόη με άριστα, σπούδασε και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε καπετάνιος, για να μη χρειάζεται να κλείνεται σε τέσσερις τοίχους, για να μπορεί να ατενίζει την αγαπημένη του θάλασσα μέρα νύχτα.

Απόψε, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους της καμπίνας του, ατένιζε τη θάλασσα μέσα από το μικροσκοπικό φινιστρίνι, κι έπιασε να γράψει δυο λόγια στη μάνα του, που είχε να τη δει δυο μήνες.