Μέρος εικοστό
Κάπου είχε,
φαίνεται, το νου της, κάπου αλλού, και τα χείλη της χαμογελάσανε, ή εμένα μου
φάνηκε ότι τραβήχτηκαν ένα χιλιοστό προς τα πάνω οι άκρες τους, επειδή λύσσαγα
ώρα τώρα να δω πώς μοιάζει το πρόσωπό της ευτυχισμένο. Έστριψε το κεφάλι
περισσότερο προς το μέρος μου και με κοίταξε. Κατάλαβα αμέσως ότι δεν κοιτούσε
εμένα, ούτε είχε καθόλου κοιτάξει την πλατεία, τον κόσμο που πηγαινοερχόταν,
ούτε τα γεμάτα τραπεζάκια του κυρ-Αναστάση. Όση ώρα καθόταν στο παγκάκι μπροστά
από τη μεγάλη πικροδάφνη, κοιτούσε την εξωτερική ζωή, τη ζωή στην οποία είχε
γυρίσει την πλάτη.
Το πρόσωπό της
έμοιαζε να έχει ενστερνιστεί την απόκοσμη γαλήνη, τη λεπτεπίλεπτη και
διακριτική θλίψη των αγαλμάτων που νίκησαν το χρόνο και σιώπησαν. Κι όμως, πίσω
από τις πρώτες αχνές ρυτίδες του μετώπου της, οι πόθοι όλοι βοούσαν και
διαμαρτύρονταν. Μέσα στα ποτάμια των σκυθρωπών ματιών της, κάτω από τα
χαλαρωμένα βλέφαρα, πίσω από τις ζάρες στις κόγχες τους, φώναζε το ένστικτο
ανυπότακτο. Όλες της οι επιθυμίες έψαχναν να βρουν τρόπο να φτάσουν στο μέλλον,
στο μέλλον που εκείνη δε θα έφτανε ποτέ. Κι έτσι, όλη της η ψυχή είχε οπισθοχωρήσει
στα μετερίζια των πιο γλυκών της αναμνήσεων, μα κι εκεί ακόμα κουμάντο τώρα πια
κάνουν τα σαρκοφάγα σκουλήκια. Οίκτος πουθενά. Καμία χαρά δεν την αναγνωρίζει
πλέον, μήτε οι παλιές μήτε κάποια καινούρια. Απομένει καθισμένη σταυροπόδι, με
τα χέρια τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά της, σε μια πλατεία γεμάτη ζωή παρούσα,
που δεν μπορεί να αρνηθεί, μα που την απαρνιέται.
Είχε σώμα
καλλίγραμμο. Oι γάμπες της φέγγιζαν κάτω από τις πτυχές του ποδόγυρου λεπτές και καλογυμνασμένες. Οι πλάτες
της φαρδιές κι η μέση της μικροσκοπική, το πρόσωπό της αδυνατισμένο με απλωμένη
επάνω του όλη τη γλύκα του παρελθόντος. Παρά τη σφιγμένη της στάση, ο τρόπος
που έμπλεκαν τα χέρια της μεταξύ τους, ο τρόπος που λύγιζε το ένα της γόνατο
επάνω στο άλλο, μαρτυρούσαν χορευτική χάρη και κομψότητα. Μπορεί κάποτε να ήταν
μπαλαρίνα, σκέφτομαι. Κι έπειτα; Τι μπορεί να άλλαξε; Δεν ήταν δα
ότι την είχαν πάρει και τα χρόνια. Ήμουν βέβαιη ότι τον είχε παρατήσει το χορό,
χωρίς να έχει βρει κάτι άλλο να πυροδοτήσει το πάθος της ή έστω το μεράκι της.
Έριξε μια ελαφριά ζακέτα γύρω στους ώμους της, κι υψώθηκαν τα μακριά χέρια της
πάνω από το κεφάλι σα να ετοιμαζόταν για την τελευταία της υπόκλιση.
Ο λογισμός μου
χύμηξε να φανταστεί ολόκληρο το παρελθόν της άγνωστης φίλης μου. Μα η φαντασία
μου, όσο αχαλίνωτη κι αν νομίζει ότι είναι, σκοντάφτει πάντα και τιθασεύεται
από τον υπαρξιακό φραγμό του έρωτα. Θα πρέπει, το λοιπόν, να είχε υπάρξει
ερωτευμένη, κι έπειτα απελπισμένη. Τόσο που να παρατήσει το πάθος του χορού για το πάθος του κορμιού.
Μου φάνηκε κιόλας, για της φαντασίας μου το αληθές, ότι είδα στο προσωπάκι της
μια λάμψη ή μια απόγνωση, που την είχα ξαναδεί πολλές φορές και που ποτέ δεν
έφερνε τίποτε καλό.
Έκτοτε, τα πάντα
προδιαγεγραμμένα, ακόμα κι η παραμικρή δυνατότητα δεν ήταν παρά ένα χάχανο
ευγενείας, κανένα άστοχο φλερτάκι ή ένα σύντομο ξάφνιασμα. Έπειτα μια ευθυμία
όλο κάλπικη αυτοπεποίθηση: «Εμένα δε με αγγίζει πια τίποτε. Τίποτε άλλο δεν μπορεί
να μου συμβεί», λίγοι μήνες απροκάλυπτης κοινωνικότητας, ώσπου τέλος το πρόσωπο
και το κορμί έμαθαν την αυτοκυριαρχία κι έτσι συνέχιζαν για χρόνια. Άρχισε να
προσέχει όλο και λιγότερο αυτά που της έλεγαν, μια αφηρημάδα γεμάτη νοσταλγία
για αυτήν την αγάπη που την καταδίκασε να μένει προσκολλημένη σε ένα
αντικείμενο παλαιϊκό κι αραχνοσκονισμένο, που όμως δεν επιδεχόταν αλλαγή ή
αντικατάσταση. Έφτιαξε τις συνθήκες της ζωής της έτσι που το πεπρωμένο της να
εκπληρωθεί μόνο με το θάνατο.
Στα μάτια μου ήταν
φανερό ότι κατέβαλε προσπάθεια να φανεί ένα πλάσμα αυτόνομο, που είχε καταφέρει
να βγει από το καβούκι του, χωρίς όμως πολλές πολλές κοινωνικές επαφές,
αυτάρκης με τον εαυτό της. Ένα πλάσμα ουδέτερο που ξοδευόταν στη ρουτίνα της
καθημερινότητας χωρίς να αφήνει ποτέ κανέναν να την πλησιάσει. Δεν ένιωθε
μοναξιά, ένιωθε όμως μισή. Δεν υπήρχε κανείς που να τη συμπληρώνει.
Έλυσε τα χέρια
της από την κοιλιά της και τα άφησε να ακουμπήσουν δεξιά κι αριστερά της στο παγκάκι,
με μια κίνηση αργή, λες κι ήταν τα δάχτυλά της εύθραυστα σα ραγισμένη
πορσελάνη. Μια παρέα εφήβων ξεσήκωναν την πλατεία με τις μουσικές τους από ένα
ασύρματο ηχείο, κι εκείνη άρχισε να χτυπά τα ραγισμένα της δάχτυλα πάνω στο
ξύλινο κάθισμα στο ρυθμό του τραγουδιού.
Μπορεί και να τον
είχε γνωρίσει σε κάποια χορευτική παράσταση. Να την πλησίασε εκείνος έκθαμβος στο τέλος για να τη συγχαρεί, να του χαμογέλασε εκείνη με σαστισμένη συστολή.
Κάπου θα υπάρχει μια φωτογραφία τους, μπορεί στο κουτί που φυλάει τα φθαρμένα
παπούτσια του μπαλέτου, ή στο άλλο με τις μαραμένες ανθοδέσμες, που τα λουλούδια
τους έχουν πλέον γίνει σταχτιά και τρίβονται κι ακόμα κ η δική της μνήμη έχει
παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να θυμηθεί τι χρώμα είχαν στ’ αλήθεια όταν της
τα πρόσφερε εκείνος. Σ’ αυτή τη φωτογραφία, τα μαλλιά της μισοκρύβουν το
πρόσωπό της καθώς πιέζει το κεφάλι της επάνω στο δικό του και χαμογελάει στην
κάμερα.
Διψούν τα μάτια
μας να ποτίσουν το θυμικό με αναμνήσεις, για να μην ξεχνάμε από πού ερχόμαστε
και για να αποφασίσουμε πού θέλουμε να πάμε. Μα είναι η αναποφασιστικότητά μας
επίπλαστη κι εμείς τόσο τέλεια προσαρμοσμένοι σε αυτή, αφού τελικά δεν υπάρχει
τίποτα για το οποίο να πρέπει να αποφασίσουμε. Χαζεύουμε για ώρες, με λύσσα και
πόνο παλιές φωτογραφίες επειδή φανταζόμαστε ότι εκφράζουν αυτό το «κάτι» που
υπήρξε, αυτό το «κάτι» που υπήρξαμε. Επιστρέφουμε σε αγαπημένα στέκια, ακούμε
παλιά τραγούδια, διαβάζαμε παλιότερα γράμματα ή τώρα πια μηνύματα, που όλα θυμίζουν «κάτι»,
αναζητώντας έναν εαυτό αγνώστων λοιπών στοιχείων.
Κάθε παραστατική
διατύπωση, είτε σε μια φωτογραφία είτε σε δυο αράδες, μπορεί να είναι
φανταστική. Όσο περισσότερο επινοεί κανείς, τόσο πιο ενδιαφέρουσα μπορεί να
γίνει η ιστορία για κάποιον άλλον, επειδή θα του είναι πιο εύκολο να ταυτιστεί
με παραστατικές διατυπώσεις ή με υπεκφυγές κρυμμένες πίσω από φωτογραφισμένα
χαμόγελα, παρά με στεγνές αναφορές γεγονότων.
Κι όταν
ξεθωριάσουν οι φωτογραφίες και κιτρινίσουν τα γραμμένα χαρτιά, τότε η φαντασία
μας βρίσκει καταφύγιο στη ζωή των άλλων.
Κι από εκεί προκύπτει
κι η ανάγκη για ποίηση, που θα είναι πάντα «το καταφύγιο που φθονούμε».
Μου ήρθε να κλάψω
για το τίποτε.
Για την παλιά
φωτογραφία και το τσαλακωμένο επιστολόχαρτο.
Για την
προσαρμογή στην αναποφασιστικότητα που μας αποκλείει από τη ζωή.
Για τα λευκά λουλούδια της πικροδάφνης πίσω από το χαμηλωμένο της κεφάλι και για τα άλλα που
γίνονταν σκόνη στο πατάρι του σπιτιού της.
Για τις μέρες που
πέφτουν μία μία επάνω μας σαν αέναο ψιλόβροχο και μουσκεύουν την ψυχή μας και
ζαρώνουμε σαν τα μουλιασμένα παιδικά ακροδάχτυλα.
Για την
παράσταση που εκείνος δεν πήγε.
Για τα σκοτάδια
της ζωής που πήζουν κάτω από τα χλωμά φώτα της νυχτερινής πόλης.
Για την προστυχιά
του ανθρώπου να τα συνηθίζει όλα.
Πόσο τυφλά κι ανίδεα παραδινόμαστε όλοι!
