Σάββατο 30 Μαΐου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος Τέταρτο



Η ώρα ήταν ήδη προχωρημένη, αλλά τα τραπεζάκια στην πλατεία ακόμα γεμάτα.
Οι καλοκαιρινές βραδιές στην πόλη κρύβουν τέρψη και συνωμοσία. Όσοι μένουν πίσω λόγω εργασιακών υποχρεώσεων μέσα Αυγούστου, θα με καταλάβουν, ίσως.
Είναι η εποχή που η πόλη μας ανήκει.

Μικρές συμμορίες ανθρώπων που λιώνουν ολημερίς στην καυτή άσφαλτο και στα ανηλεή τσιμεντόσπιτα, αποζημιώνονται για την αντοχή τους στα "μαρτύρια" του κάυσωνα, απολαμβάνοντας τις ενίοτε δροσερές βραδιές στα πάρκα και στις πλατείες. Η ζέστη της ημέρας αποκάμνει, και μαζί με την υποβόσκουσα βουή της σχεδόν άδειας πόλης, συντροφεύουν εμάς τους πιστούς τους - τους πιστούς της πόλης και της ξενόφερτης, ας πούμε, μα ξένιας ησυχίας.

Όσο για εμένα, καμία εργασιακή υποχρέωση δεν είχα για να αναγκάζομαι να μένω στην πόλη και να μη δροσίζομαι αυγουστιάτικα σε κάποιο νησί, ούτε δυσανασχετούσα από την αυξανόμενη λόγω τσιμέντου ζέστη - γι' αυτό και τα εισαγωγικά στα μαρτύρια πιο πάνω, αφού καθόλου δεν ένιωθα να μαρτυρώ. Σε νεότερη ηλικία, όταν πριν περίπου είκοσι χρόνια γεύτηκα κι αυτήν την ηδονή, απολάμβανα έναν απλό νυχτερινό περίπατο ή μια βόλτα με το άδειο από επιβάτες λεωφορείο. Οι παρτενέρ μου τότε - συνωμότες και συμμέτοχοι στη διεστραμμένη μου λαγνεία για την αυγουστιάτικη πόλη - ήταν ο οδηγός του λεωφορείου και ο περιπτεράς από όπου αγόραζα τσιγάρα σπαταλώντας το λιγοστό φοιτητικό μου χαρτζιλίκι. Αργότερα, και εξαιτίας μιας κάποιας μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης, βρήκα αντίστοιχους συντρόφους σε μικρά - κόντρα στο ρέυμα της εποχής - ανοιχτά ταβερνεία, στα επίσης άδεια θερινά σινεμά, και φυσικά στο καφενείο του κυρ-Αναστάση.

Μια συνωμοτική οργάνωση αγνώστων που χαμογελάμε ο ένας στον άλλον με νόημα. Η δράση μας μυστική, μεθοδευμένη, αναρχική κι αυτοδιαχειριζόμενη. Συμπαίχτες σε μια εφήμερη συμπαιγνία χωρίς ίντριγκες, χωρίς δόλο, με μόνο σκοπό αυτή την ίδια την πραγμάτωση της ατόφιας απλότητας.
Η πλέον πασίδηλη υπόθεση, είναι ότι αναζητούμε απλά λίγη ησυχία. Ναι, μα είναι μόνο ένα παραπέτασμα καπνού, αφού την ησυχία τη βρίσκει κανείς εύκολα σε ένα αντί-τουριστικό ερημονήσι, γλιτώνοντας έτσι τις κακουχίες του καύσωνα. Η αλήθεια είναι θεωρίες ανώτερη και συνθετότερη: η ζωή στην καλοκαιρινή πόλη είναι σα να κάνεις έρωτα με τη νόμιμη σύζυγο του γείτονά σου, εν τη απουσία του κι εν αγνοία του. Ένα πάθος παράνομο μέσα στη νομιμότητα που του προσδίδει η γνησιότητά του.

Άνθρωποι ανίκανοι για οποιουδήποτε είδους επανάσταση - εμείς, οι εναπομείναντες - απολαμβάναμε την κατάληψη μιας πόλης που εκκενώθηκε οικειοθελώς. Κύριοι του εαυτού μας για λίγες ημέρες, ηδονοβλεψίες της γυμνόστηθης μοναξιάς μας, κανείς δε θα καταλάβει ποτέ αν κυνηγούσαμε κάτι - και τι; - ή αν μια ζωή φεύγαμε μακριά από κάτι - και τι; - που μας κυνηγούσε.

Ήρθε κι έκατσε με θράσος στο διπλανό μου τραπέζι, περασμένες έντεκα. Ένας αντάρτης της πόλης, ένας μάλλον δικός μας, εκ πρώτης όψεως. Η παρουσία του με ενόχλησε, εισέβαλε στα λιγοστά τετραγωνικά της πλατείας που, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο του καφενείου, μου παραχωρούνταν για αποκλειστική χρήση όταν το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος έφτανε στο πέρας του. Ο κυρ-Αναστάσης, ευσυνείδητος κι ορκισμένος αρχικαπετάνιος, με καθησύχασε με το κοινό συνωμοτικό νεύμα της οργάνωσης και τον πλησίασε για να του πάρει παραγγελία.

Ήταν ψηλός, κομψά μα απλοϊκά ντυμένος με πουκάμισο και τζιν παντελόνι, όχι πάνω από πενήντα πέντε, μα ήδη γκριζομάλλης. Δυο σκούροι λεκέδες στο πουκάμισό του, κάτω από τις μασχάλες, πρόδιδαν ότι η πρώτη δοκιμασία - αυτή της ζέστης - τον είχε λυγίσει.
Βόλεψε τα κανιά του σταυροπόδι, έτσι που μου φάνηκε κάπως αστείος. Κάπνιζε πίπα - για φαντάσου! Η απειλή φάνηκε να απομακρύνεται. Ένας ακίνδυνος πειραματιζόμενος πρωτάρης που αναζητούσε τρόπο να ενταχθεί στο ασκέρι μας, λίγο άχαρος, εμφανώς ανίδεος για το πού πήγαινε να μπλέξει, παρθένος σε μπουρδέλο.
Έπλεξε για μια στιγμή τα δάχτυλά του πάνω από το λυγισμένο του γόνατο, όσο περίμενε την παραγγελία του και τακτοποίησε τρεις φορές το τασάκι, την πίπα και το κουτί με τον καπνό του στο τραπέζι. Ένας ανόητα αμήχανος. Γελούσα από μέσα μου.

Το κενό της άδειας πόλης είναι μεγάλο, αδιανόητο. Ένα κενό πιο ζωντανό κι από την αβάσταχτα γεμάτη πόλη. Ένα κενό που σου υπόσχεται μόνο απόλαυση, μα που προαπαιτεί επιτακτικά να έχεις κάνει πρώτα έρωτα μέχρι δακρύων με τη μοναξιά σου. Κι αυτός καθόταν εκεί, δίπλα μου σχεδόν, ψάχνοντας τα πατήματά του, ίδιος βρέφος που ψάχνει από κάπου να κρατηθεί για να μπουσουλήσει.
Άναψα τσιγάρο ήσυχη πλέον, αφού είχα χρόνια μπροστά μου μέχρι ο νιούφης να μάθει να περπατάει.

Η παραγγελία του έφτασε. Λευκό, παγωμένο κρασί, μισόκιλο. Το ποτό μου, η συντροφιά μου. Στα χέρια του. Στα χείλη του. Αν υπάρχει θύμα βιασμού που να χάνει ξαναβρίσκοντας με τρόμο - σε μια στιγμή ακούσιας και λυτρωτικής έκκρισης οργασμικών χυμών - τον εαυτό του, αυτή ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή. Οι υπόλοιποι σύντροφοι δροσίζονταν με μπύρες, άντε και κάνα ούζο με πάγο. Μόνη εγώ επέμενα χειμώνα - καλοκαίρι στο κρασί. Και γι' αυτό η κοινή, ατελής, επαναστατική μας δράση παρέμενε για χρονια επιτυχημένη. Μονίμως αυθεντικά ετερόκλητη και γι' αυτό ειλικρινής κι αποτελεσματικά αναποτελεσματική.

Αυτός εδώ, όμως, κινήθηκε με τρόπο τόσο ύπουλο, που ούτε εγώ - η μυημένη από χρόνια στο αντάρτικο - δεν κατάφερα να προβλέψω. Ο πρώτος δυναμίτης, ολόσωστα και στρατηγικά τοποθετημένος από τα μακριά λεπτά του δάχτυλα,εξερράγη επιτυχώς. Υποχώρησα στο χαράκωμά μου για να μελετήσω τις κινήσεις του εισβολέα και να καταστρώσω σχέδιο διαφυγής μου - ή κατατρόπωσής του.

Τακτοποίησε το ποτήρι του, την καράφα και το μεζεδάκι, αφήνοντας μπροστά του στο τραπέζι ένα κενό ύποπτο κι απειλητικό. Από το μικρό τσαντάκι που κρεμόταν στην καρέκλα του, έβγαλε ένα βιβλίο, μπλοκάκι και στιλό. Απανωτές εκρήξεις διέλυσαν τείχη και θεμέλια. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε, με το βλέμμα του απορημένου, φιλομαθούς, αδικημένου και φοβισμένου παιδιού. Τέλειος σε κάθε ανεπάρκειά του.

Ορυμαγδός.

Και η πόλις εάλω.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020


"Tes yeux sont revenus d'un pays arbitaire où nul n' a jamais su ce que c' est qu' un regard."

Paul Eluard

(Μτφρ. Τα μάτια σου επέστρεψαν από μια χώρα αυταρχική, όπου κανείς δεν γνώρισε ποτέ τι εστί βλέμμα.)

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος τρίτο



"Είναι φορές που κάτι σαν θεϊκή φλόγα λαμπαδιάζει το νου του ανθρώπου. Αυτό τυχαίνει σχεδόν σε όλους. Τη νιώθεις να υψώνεται σα να προχωρει πάνω σε ένα φυτίλι που θα μεταδώσει τη φωτιά στο δυναμίτη. Είναι μια ευχάριστη αίσθηση στο στομάχι, μια απόλαυση διάχυτη στα νεύρα και στα μπράτσα. Το δέρμα γεύεται τον αέρα και κάθε βαθιά ανάσα είναι γλυκιά. Το κορμί λες και τεντώνεται ηδονικά μ' ένα πελώριο χασμουρητό, μια λάμψη αναπηδάει μες στο μυαλό, κι ολόκληρος ο κόσμος λαμποκοπάει μπρος στα μάτια σου. Ο άνθρωπος μπορεί να 'χει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα σ' ένα μούχρωμα, μεσα σε μια ψυχική περιοχή από τοπία κι από δέντρα σκυθρωπά και σκοτεινά. Τα γεγονότα της ζωής του, ακόμα και τα πιο σημαντικά, μπορεί να 'χουν περάσει αράδα, άτονα κι ωχρά. Και τότε, τη στιγμή της φλόγας, ένα τραγούδι τριζονιού τού γλυκαίνει τ' αυτιά, η μυρωδιά της γης υψώνεται στα ρουθούνια του σαν ψαλμωδία, και κάτω από ένα δέντρο ένα φως παιχνιδιάρικο ιλαρύνει τα μάτια του. Τότε ο άνθρωπος ξεχύνεται σ' ένα χείμαρρο αστέρευτο. Και η σπουδαιότητα ενός ανθρώπου μες στον κόσμο, ίσως μπορεί να μετρηθεί από την ποιότητα και τη συχνότητα της φλόγας. Είναι κάτι ατομικό, αλλά μας ενώνει με τον κόσμο. Είναι η μητέρα κάθε δημιουργίας, και κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τους άλλους."*

Αν ο Φεβρουάριος με τις ανθισμένες αμυγδαλιές του είναι ο προπομπός της άνοιξης, τότε οι τελευταίες νύχτες του Απρίλη είναι ο προπομπός του καλοκαιριού. Γλυκιά ήταν η βραδιά, περίπου ζεστή, άπλωνε τα μαβιά χρώματά της πάνω απ΄τις ανοιξιάτικες μυρωδιές, όπως απλώνει η γυναίκα τα κουρασμένα μέλη της στην αγκαλιά του εραστή της μετά τον έρωτα.

Οι "παρέες" τού καφενείου είχαμε μεταφερθεί στα στρογγυλά μεταλλικά τραπεζάκια στην πλατεία απέναντι από το μαγαζί. Κι όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, ακόμα και στην πλατεία, είχα βρει γωνίτσα για να κάθομαι: κάτω από τη νεραντζιά στο ανατολικό παρτέρι. Η μυρωδιά των λουλουδιών της μού θύμιζε τη μυρωδιά των ανθισμένων πορτοκαλιών στο χωριό μου, τα βράδια της Μεγάλης Παρασκευής. Πάνε από τότε σχεδόν σαράντα χρόνια. Ούτε το λιβάνι από το θυμιατό του παπά μύριζα, ούτε το καμένο λάδι από τα καντηλάκια στα μνήματα. Παντού πορτοκαλάνθη: η μυρωδιά του Παραδείσου! Βέβαια, με τα χρόνια, οι συγχωριανοί μου κατάλαβαν ότι Παράδεισος δεν υπάρχει, ή - με άλλα λόγια - ότι τα πορτοκάλια τους δε θα είχαν ποτέ καλή τιμή πώλησης - κι οι πορτοκαλιές ξεριζώθηκαν για να φυτευτούν ελιές κι ακτινίδια.

Επίσης, το ανατολικό παρτέρι, είχε ένα ακόμη πλεονέκτημα: απεριόριστη θέα στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος πίσω από τις πυκνές πολυκατοικίες. Τον Παράδεισο, λοιπόν, όπως και την άνοιξη, αν δεν τον βρεις τον φτιάχνεις **. Μακάριοι όσοι δεν τον βρίσκουν κι αναγκάζονται να τον φτιάξουν από μικροπράγματα, από το τίποτα, από το "απ' τ' ολότελα...". Έχει μια διάρκεια στο χρόνο και τελικά μια μονιμότητα αυτή η συμβατική και συμβιβαστική κατασκευή παραδείσου. Ουαί κι αλίμονο σε όσους παρασύρονται από τις σειρήνες των ενστίκτων και γεύονται τον Παράδεισο αβίαστα, ακούσια και μοιραία. Γιατί ο υπερκόσμιος Παράδεισος είναι έκλυτος, εφήμερος, κίβδηλος κι ανεπικερδής (όπως οι πορτοκαλιές των παιδικών μου χρόνων).

Τα δάχτυλά τους μπλεγμένα πάνω στο τραπέζι, τα πόδια τους μπλεγμένα κάτω από το τραπέζι. Οι καφέδες τους δυο νερουλά ζουμιά άθικτα. Τα χείλη τους αγγίζονταν ακόμα κι όταν δε φιλιόντουσαν. Συζητούσαν ψιθυριστά με τα χείλη τους ενωμένα. Ποια άλλη εικόνα να ζητήσει κανείς για να αποδείξει τον έρωτα; Κι όταν δε μιλούσαν, συνομιλούσαν οι ανάσες τους και τα δάχτυλά τους, με φωνούλες και γέλια που με ξεκούφαιναν και πλημμύριζαν τη σιωπή μου οίκτο. Της φιλούσε τα μαλλιά, το λαιμό, τα χέρια. Τη φιλούσε με τα μάτια του.

Το σκοτάδι κατέβαζε τα βλέφαρά του πίσω από το ψηλό πεύκο απέναντί μου, κι εκείνη κατέβαζε τα δικά της ενώ εκείνος της ψιθύριζε - αλίμονό της! - φλυαρίες του έρωτα. Τα τελευταία χρυσά και κόκκινα βλέμματα της ημέρας έσβησαν οριστικά για να ανάψουν τα βλέμματα των εραστών, χρυσά και κόκκινα κι αυτά.

Μα ετούτοι οι δύο απέναντί μου δεν είχαν ανάγκη από μάτια για να βλέπονται, όπως δεν είχαν ανάγκη από χέρια για να χαϊδεύονται. Είχα γίνει μάρτυρας μιας προμελετημένης διπλής αυτοκτονίας, από εκείνες που οι αυτόχειρες δε γράφουν το γνωστό επεξηγηματικό της πράξης τους σημείωμα, παρά αφού ξεψυχήσουν. Θαμπή η ως τα τώρα ζωή τους, όπως το ανοιξιάτικο δειλινό. Οι μέρες τους, για χρόνια μπλεγμένες σε σκονισμένους ιστούς αράχνης, σε αισθήματα μουντά, σε ευτυχίες και πίκρες μισερές. Αλλά ένα σημαντικό γεγονός - ένα γεγονός που συνήθως εμφανίζεται νυχοπατώντας κρυμμένο πίσω από την ασημαντότητά του, όπως όταν σκοντάφτεις πάνω σε μια πέτρα ή όταν χάνεις δυο ανάσες αντικρίζοντας μια όμορφη κοπέλα - αλλάζει το δρόμο της ιστορίας και διακόπτει τη συνέχεια της ζωής.

Ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο δικό τους, ολόδροσο και φλογισμένο. Η παρουσία τους είχε μετατρέψει, για όλους μας, την πλατεία σε απαραβίαστο Παράδεισο την έκτη μέρα της δημιουργίας. Ακόμη κι αν χωρίζονταν σε λίγα λεπτά, για λίγες ώρες ή για λίγα χρόνια ή για πάντα, κάθε τρίχα του κορμιού τους βοούσε για την απαξία και την κενότητα των αποστάσεων. Αν δεν ήξερα με βεβαιότητα ότι ήταν ήδη νεκροί, θα ορκιζόμουν ότι ο ένας θα έδινε και τη ζωή του για τον άλλον.

Η εικόνα τους με λυπούσε και με τρόμαζε. Μυημενη από χρόνια στο ανέγγιχτο άγγιγμα, ήταν σα να στέκομαι μπροστά σε δυο είδωλα, με δέος για το επισχρύσωμα που θαμπώνει τα μάτια και με λύπη για την κιβδηλότητά τους.
Θα έπρεπε να μπορώ να ξεριζώσω αυτό που είχαν μέσα τους και να τους το τρίψω στη μούρη, αποκαλύπτοντας τη φονική παροδικότητά του, να σβήσω αυτή τη φλόγα και να τους την παρουσιάσω όπως ακριβώς είναι: ένας βούρκος επικίνδυνος, γεμάτος βρωμερά αιμοδιψή σκουλήκια που λάμπουν κάτω από το φως των αστεριών σα χαριτωμένες πυγολαμπίδες. Θα έπρεπε να είχα έναν τρόπο να τους δείξω πως ο ενθουσιασμός τους δεν είναι παρά μια πέτρα δεμένη στο λαιμό, που θα τους οδηγήσει στον πάτο αυτού του βούρκου. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος αναντίρρητος, για να τους αποδείξω πως η μούχλα της προγενέστερης ζωής τους ήταν η μόνη σίγουρη σωτηρία και πως σ' αυτήν έπρεπε να επιστρέψουν, αν επιθυμούσαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Παράδεισος είναι μόνο μια υπόσχεση για να νανουρίζονται γλυκά τα νήπια κι οι Κήποι της Εδέμ έγιναν τσιφλίκια για να μοιραστούν με δίκαιο κλήρο στους νόμιμους - λόγω κληρονομικού δικαιώματος - τσιφλικάδες. Τα ευωδιαστά φυτά τους ξεριζώθηκαν λόγω πενιχρών προσόδων.

Ο κυρ-Αναστάσης μού σέρβιρε τη δεύτερη καράφα κι έμεινα να μεταλαβαίνω για ακόμη μία βραδιά την ύστατη Θεία Κοινωνία του ετοιμοθάνατου, ενώ τα δύο πρωτόπλαστα νήπια απομακρύνονταν αγκαλιασμένα και μισοκοιμισμένα από το παραμύθι τους.

----------

*Τζον Στάινμπεκ, "Ανατολικά της Εδέμ", μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Πέλλα 
**Οδυσσέας Ελύτης: "Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις" ("Εκ του πλησίον", εκδ. Ίκαρος)

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος δεύτερο



Οι μεζέδες του κυρ-Αναστάση ήταν πάντα περιποιημένοι και πλουσιοπάροχοι. Φανταστείτε ένα ορεκτικό σ' αυτά που λέμε σήμερα "γκουρμέ" εστιατόρια, το αφάνταστα αντίθετό του ήταν οι μεζέδες στο καφενείο του.

Με το χαμόγελο να μη λείπει κάτω από το πυκνό του μουστάκι, ακούμπησε το ξέχειλο πιάτο, τη ρετσίνα και δυο ποτήρια στο τραπέζι των δυο φαντάρων. Κάθονταν στην απέναντί μου γωνία, μόνο αυτοί κι εγώ μακριά από την ξυλόσομπα. Όλοι οι υπόλοιποι πελάτες είχαν στριμωχτοί γύρω από τη φωτιά, τα κρύα είχαν πιάσει για τα καλά. Ίσως δεν είναι εύκολο, μετά από ποιος ξέρει πόσες μέρες ή μήνες ζωής αδιάλειπτης μέσα σε ένα στρατώνα, να αντιμετωπίσεις - κυριολεκτικά - κατά πρόσωπο τη θαλπωρή μιας μικρής ξυλόσομπας. Ίσως η εκπαίδευση στη σκληραγωγία να είχε πια γίνει δεύτερη φύση τους - ή απλά η μόνη φύση τους - οπότε οι ανέσεις δεν περνούσαν από το μυαλό τους, ούτε ως επιλογή ούτε ως δυνατότητα.
Όσο για εμένα, ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα. Ήθελα απλά την ησυχία μου.

Ο ένας φαντάρος φαινόταν κατά τι μεγαλύτερος από τον άλλον και σίγουρα πιο πληθωρικός σα χαρακτήρας. Γελούσε δυνατά, τις περισσότερες φορές μάλλον με αυτά που ο ίδιος έλεγε αφού ο άλλος μιλούσε ελάχιστα, κι είχε αδειάσει ήδη μόνος του το μισό μπουκάλι. Το ένα του πόδι σχεδόν ξαπλωμένο έξω από το τραπέζι, το άλλο απλωμένο στο αντίξυλο της καρέκλας του φίλου του. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, από το ανάστημά του και τους τρόπους του, ότι ήταν ιεραρχικά ανώτερος του άλλου, τα διακριτικά των στολών τους όμως δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο.

Κάποια στιγμή - και καταπίνοντας ένα κομμάτι ντομάτας - σκούντηξε με το χέρι του συνωμοτκά και με περιφρονητική στοργή το γόνατο του άλλου κοιτάζοντας με νόημα προς την πόρτα. Μια παρέα τριών νεαρών κοριτσιών, όχι πάνω από είκοσι χρονών, μπήκε γελώντας. Καινούριο κέφι κατέκλυσε τον ήδη κεφάτο φαντάρο, που φρόντισε να στρίψει την καρέκλα του, ξεβολεύοντας τα πόδια του, έτσι που να βλέπει - και να τον βλέπουν - ευκολότερα τα τρία κορίτσια.

Ο δεύτερος φαντάρος κοίταξε φευγαλέα κατά 'κει που - όχι και τόσο διακριτικά - του είχε υποδείξει ο συμπότης του, και κατέβασε και πάλι τα μάτια στο ποτήρι του. Σύντομα τα κορίτσια ευχαριστούσαν την παρέα των φαντάρων για το κέρασμα, σηκώνοντας με κολακευμενη ντροπαλοσύνη τα φλυτζάνια τους. Ο πρώτος φαντάρος - φτύνοντας βιαστικά το κουκούτσι μιας ελιάς - ύψωσε το ποτήρι του ως πάνω από το κεφάλι του. Ο δεύτερος ύψωσε το δικό του μόλις πέντε εκατοστά πάνω από το τραπέζι.

Οι φαντάροι είναι μια ομάδα ανθρώπων που, κατ' ουσίαν, δεν κάνουν τίποτα, εκτός από τις απαραίτητες δουλειές - τις αναγκαίες και αναγκαστικές - για να μην καταλήξουν τρελοί: στρώσιμο κρεβατιού, γυάλισμα παπουτσιών, καθαριότητα, μαγειρέματα, παρελάσεις, επάρσεις και υποστολές σημαιών. Ο θλιβερός παραλογισμός του στρατού έχει έναν και μόνο στόχο: τη διάλυση της προσωπικότητας. Κι όσοι πετυχαίνουν το στόχο αυτό, είναι συνήθως όσοι δεν είχαν ποτέ τους προσωπικότητα.

Μαθαίνουν κι απολαμβάνουν την ομοιομορφία. Οι σκέψεις τους δε διαφέρουν από τις σκέψεις των άλλων, όπως δε διαφέρει κι η περιβολή τους. Οι λέξεις τους δε διαφέρουν από τις λέξεις των άλλων. Νιώθουν περήφανοι μέσα στην υπερηφάνεια του λόχου. Μια υπερηφάνεια κερδισμένη μέσα από μια εξευτελιστική και άνευ σκοπού κοινή συμβίωση. Τον παρατηρώ - αυτόν, τον πρώτο φαντάρο, τον πιο τολμηρό - κάνοντας μια ακόμη παράτολμη σκέψη: η κερδισμένη περηφάνια του, αντίδωρο στην απώλεια της άκαρπης ματαιοδοξίας του να αυτοπροσδιοριστεί εκτός σχημάτων και σχηματισμών και συμβάσεων ή συμβιώσεων.

Τον φαντάζομαι νεοσύλλεκτο, ατρόμητο, χωρίς φόβο, γεμάτο ανυπομονησία. Επικίνδυνο πράγμα ο στρατός για τέτοιους ανθρώπους. Επικίνδυνο πράγμα η υπόσχεση ανάληψης ευθυνών, η αναμονή των ετοιμοπόλεμων που αισθάνονται αξιόμαχοι. Τους απελευθερώνει αισθήματα που θα έπρεπε να μένουν για πάντα φυλακισμένα. Ίσως ο μόνος του φόβος να ήταν αυτός της διαφορετικότητας από τους υπόλοιπους φαντάρους. Ήμουν σίγουρη ότι αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή που κατετάγη στο στρατό τον κίνδυνο στο κάθε τι που θα του αναγνωριζόταν ως διαφορετικό, και που τελικά θα τον έριχνε στο περιθώριο, μιασμένο, ούτε μέρος του συνόλου, ούτε ελεύθερο.

Κι ίσως, τελικά, να είναι κι αυτό ενός είδους προστασία: η αποφυγή της διαφορετικότητας. Όταν δεν κοιτάς, δεν ψάχνεις και δεν "ψάχνεσαι" εκτός συνόλου, όταν δεν αναζητάς λόγους που να μειώνουν την ύπαρξή σου μέσα στην όποια ανθρώπινη μάζα, μέσα στην όποια συνύπαρξη, τότε ίσως να βρίσκεις πραγματικά ένα λόγο ύπαρξης ή, ακόμα χειρότερα, μια λογική.

Έφυγε μαζί με μια εκ των τριών δεσποινίδων, καληνυχτίζοντας τον φίλο του με ένα επίσης περιφρονητικά στοργικό σκούντηγμα στην πλάτη.

Οι ονειροπόλοι - ή ονειροπαρμένοι, ας συμβιβαστούμε με το "ευφάνταστοι" χάριν κομψότητας - θα κατανοήσουν τον ακόλουθο συλλογισμό μου, καθώς τον έβλεπα να κατηφορίζει το δρόμο μπροστά από το καφενείο, περνώντας το χακί, μάλλινο παλτό του στους ώμους της.
Συλλογίστηκα ότι θα παντρεύονταν, για λόγους ανωτέρου έρωτα ή κατωτέρας ηλικιακής οικονομίας, κι έτσι θα συνέχιζε να είναι φαντάρος σε έναν μικρότερης κλίμακας λόχο, κάνοντας καθημερινά τις ίδιες - αναγκαίες κι αναγκαστικές - εργασίες για να μην τρελαθεί. Θυμήθηκα ιστορίες στρατιωτών, γραμμένες σε μυθιστορήματα, που έφταναν με το πολυπόθητο χαρτί της απόλυσης στο χέρι έξω από το κατώφλι του σπιτιού τους, και σαν υπνοβάτες έκαναν μεταβολή χωρίς να χτυπήσουν το κουδούνι - μια κίνηση, το σήκωμα του χεριού τους, κι ένας ήχος, ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας, που τους είχε νανουρίσει με τη γλυκιά προσδοκία τους νύχτες και νύχτες - και γυρνούσαν στο στράτευμα ζητώντας να μονιμοποιηθούν ως επαγγελματίες στρατιωτικοί.
Η ένταξη είναι περιοριμός, κι αλίμονο αν γίνει προσδιορισμός.

Σηκώθηκα, πήρα το ποτήρι μου και το σακουλάκι με τον καπνό μου, και πήγα να κάτσω μαζί με τον εναπομείναντα δεύτερο φαντάρο.

Αυτός φαινόταν να έχει μπροστά του μιαν ελπιδοφόρα καριέρα πραγματικά θαρραλέου στρατιωτικού.
Αυτός φαινόταν να μη φοβάται τη διαφορετικότητα.

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος πρώτο




Η οχλαγωγία των θαμώνων του καφενείου δε φαινόταν να την εμποδίζει να ακούει τις επιπλήξεις του. Το καταλάβαινα από τα καταφατικά της νεύματα που μετά βίας διακρίνονταν, αδιόρατες κοφτές κινήσεις του σκυμμένου κεφαλιού της, εντελώς αχρείαστες.
Η στάση του κορμιού του - γερμένος μπροστά προς το μέρος της - οι κυρτοί του ώμοι, οι καταπιεσμένες νευρικές κινήσεις των χεριών του, που μια σφίγγονταν σε γροθιές και μια έσφιγγαν τα λυγισμένα γόνατά του, μαρτυρούσαν ότι όσα έλεγε έπρεπε να εισακουστούν, και εισακούγονταν.

Πού και πού εκείνη σήκωνε με φόβο και ντροπή το χαμηλωμένο της βλέμμα στους τριγύρω πελάτες. Με είδε. Δεν αρνήθηκα - χαμηλώνοντας αντίστοιχα από ντροπή το δικό μου βλέμμα - ότι την κοίταζα. Έστριψα τσιγάρο, με ξανακοίταξε, όχι τυχαία αυτή τη φορά, και χωρίς φόβο, σα να με ευχαριστούσε που την πρόσεχα και τη νοιαζόμουν. Έδινε την εντύπωση της απροστάτευτης, όχι όμως και της αβοήθητης. Ήταν φανερό ότι δεν την ευχαριστούσε να τον ακούει, έδειχνε όμως να το αντέχει με μια παράξενη αρετή υπομονετικής απόλαυσης.

Δυο λεπτές γάμπες διαγράφονταν κάτω από το καλσόν της, οι αστράγαλοί της λεπτοί κι αυτοί, χωρίς τα συνήθη εξογκώματα. σχεδόν ανύπαρκτοι. Τα δάχτυλά της μπλεγμένα πάνω στη φούστα της, που κάλυπτε με τη δέουσα φροντίδα και σεμνότητα τα γόνατά της, άλλοτε ζάρωναν το ύφασμα, άλλοτε ζάρωναν μεταξύ τους. Τα μαλλιά της χρυσαφένια και λυτά, χυμένα στους λεπτούς της ώμους, που τους κάλυπτε ένα πλεκτό κατακόκκινο σάλι. Τη φαντάστηκα να το πλέκει μόνη της, με εκείνα τα μπλεγμένα της δάχτυλα και το κεφάλι της ίδια σκυμμένο.

Σε μια ακούσια, φυσική κίνηση, τίναξε με το ένα της χέρι τα μαλλιά της προς τα πίσω. Εκείνος, σα να περίμενε την απρέπειά της αυτή, πετάχτηκε πάνω αρπάζοντας την τσάντα της και χωρίς να περιμένει να δει την αντίδρασή της κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Κι ήταν πραγματικά σα να είχε αρπάξει το χέρι της, γιατί εκείνη σηκώθηκε χωρίς καθυστέρηση κι ακολούθησε.

Απέμεινα καθισμένη στη γωνιά μου, έξω είχε πιάσει να σκοτεινιάζει, η φθινοπωρινή υγρή αχλή του σούρουπου απαλωνόταν παντού. Πράξη δράματος χιλιοπαιγμένη, ήμουν σίγουρη. Κάποια άλλη στιγμή, σε κάποιον άλλο χώρο, θα τους συναντούσα και πάλι, στους ίδιους ρόλους, μα με διαφορετική σκηνοθεσία. Ρόλοι γραμμένοι όχι από κάποιον τρίτο, αλλά από αυτους τους ίδιους.
Ψυχοενεργός κυκεώνας και ισόβια καταδίκη.

Η σιωπή της - σκεφτόμουν - μπορεί να σημαινε ενοχή, μπορεί παραδοχή, μεταμέλεια ή ακόμα και παραίτηση. Δεν έδειχνε ούτε ευτυχισμένη, ούτε όμως και δυστυχισμένη. Σα να την ευχαριστούσε η ταπείνωση που ένιωθε από τη μικροπρέπεια μιας τέτοιας ευτυχίας. Μπλεγμένοι κι οι δυο σε μια εκ φύσεως σύμβαση ορισμένου χρόνου, που εθιμικά μετατράπηκε σε αορίστου, πώς θα ξέκοβαν;
Η ρουτίνα βαραίνει πάνω μας - όγκοι χιονιού πάνω στις στέγες των σπιτιών μας που τρίζουν και βαρυγγομούν, όμως αντέχουν γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, υψώνονται έξω από τις πόρτες και τα κλειστά παράθυρά μας, εμποδίζοντας κάθε διέξοδο. Σχέσεις που παγώνουν τις καρδιές, μα που δεν τις εγκαταλείπει κανείς, είτε από συνήθεια, είτε από διαφθορά.

Θα επέστρεψαν στο σπίτι τους, υπέθετα, αποκαμωμένοι κι οι δυο. εκείνος από τη σφιγμένη ένταση των μυών του όση ώρα της μιλούσε, κι εκείνη από τη σφιγμένη ένταση της αταραξίας της όση ώρα τον άκουγε: η επιβεβλημένη λόγω  δημοσίου χώρου "καθώς πρέπει" συμπεριφορά, που έχει την παράδοξη ιδιότητα να εντείνει και ταυτόχρονα να αποδυναμώνει την όποια οργή, εκμεταλλευόμενη με χρηστή οικονομία την καταδυνάστευση αυτής της ίδιας της οργής.

Η επόμενη μέρα θα τους έβρισκε μονιασμένους, ή συμβιβασμένους. Εκείνη θα του σέρβιρε το μεσημεριανό φαγητό και θα καθόταν να φάει μαζί του για να του αποδείξει ότι τον χρειάζεται για συντροφιά. Εκείνος θα προσφερόταν να πλύνει τα πιάτα, για να της αποδείξει ότι τη λογαριάζει.
Προσχηματικές αντιπαροχές.
Αφού γνώριζαν πια κι οι δύο πολύ καλά πόσο μάταιο είναι να υποφέρεις από το πολύ, από το αβάσταχτο, από αυτό που μεγαλώνει μέσα σου και που δεν το χωράς.
Και πόσο άσκοπο είναι να υποφέρεις από το λίγο, από την άχρωμη ασημαντότητα της συνήθειας που κατακλύζει τη ζωή μας αφήνοντας - τι περίεργο! - παντού κενά.

Κι είναι, μα την αλήθεια, τόσο ευεργετική αυτού του είδους η επίγνωση, αυτού του είδους η αδιαφορία.


Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Καλωσόρισμα


Σε χρόνο μέλλοντα, τα όμορφα μυστικά του παρελθόντος μόνο να τα υπαινιχθείς μπορείς.
Σε χρόνο μέλλοντα, τα μυστικά που σε ασχήμυναν και σε όρισαν.

Κακώς όρισες στο μέλλον μου.

Εκεί, ένας άλλος κόσμος.

Εικόνες μιας ζωής ανείπωτης.
Είδωλα στο μαγικό μου καθρέφτη, που μόνο στο καθρέφτισμά μου ειλικρινώς ασχημονεί.

Είμαι το βρέφος των σαράντα ημερών, που έχει μάθει να κοιμάται γαλήνια μόνο στους βάλτους.
Είμαι η παρθένα των δέκα οκτώ ετών, βουτηγμένη ως τη μέση στα ζεστά λασπόνερα.
Βδέλλες ανασταίνονται κολλημένες ευλαβικά στον παρθενικό μου υμένα.
Τα στήθη μου αντιφεγγίζουν ακόμη μια λάμψη ελπιδοφόρας ματαιότητας.
(Ίσως αυτή η λάμψη να σε τύφλωσε).

Τα δάχτυλά μου ανεμίζοντας, ψάχνω να σφίξω το βυζί της Μάνας, επειδή πεινώ.
Ψάχνω να σφίξω το ζεστό χυμό της ορμής σου, επειδή διψώ.
Ψάχνω τρόπο να μη μουσκέψω στα βουρκόνερα τα φονικά μου χέρια. 

Τρίτη 12 Μαΐου 2020


πιο κοντά: ανάσα της ανάσας μου: τα διεγερτικά
σου μέλη μη μου πάρεις: κάνε τον πόνο μου γεύμα τους τρελό
αφήνοντας της απαλής γλυκύτητας τις τίγρεις σου αργά
να τρυπώσουν στης νέας πρόσμιξης το άνθος το βουβό:
πιο βαθιά: αίμα του αίματός μου: με σβελτάδα που ανοδικά
ζαρώνει βύθισε αυτές τις λεοπαρδάλεις ονείρου λευκού
στη χαρούμενη σάρκα του φόβου μου: πιο τακτικά του σκοταδιού
αυτήν την ψίχα να λειάνεις: σκάλισε τα σατανικά
χαμολούλουδα της αφροσύνης στα χείλη τα σφιχτά
και σ' απλωμένα μάτια που στριφογυρίζουν με ξέφρενο φως
σμίλεψε τη θανατερή φλόγα που αρπάζει μεθυστικά.

Ανάμεσα σε στομωμένα σπίτια ζαρώνουν γκρίζα ερωτηματικά
διψασμένα. Τα νεκρά αστέρια βρομούν. αυγή. Κουτό,

του κοριτσιού κουφάρι ποιητικό

e.e.cummings

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, 
Γιάννης Δούκας

"λοιπόν ας φιληθούμε"
Ερωτικά ποιήματα 
Εκδ. Πατάκη (2010)

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο VII


Το καινούργιο γοητεύει, μα πέφτει σιγά σιγά σα φθινοπωρινά φύλλα φυλλοβόλου δέντρου, αποκαλύπτοντας ξερά κλαδιά. Αποκαλύπτοντας τη γυμνή μονοτονία του αισθήματος, που έχει πάντα την ίδια μορφή: αυτήν της υποχρέωσης έναντι αυτού του ίδιου του αισθήματος που νιώσαμε κάποτε.

Η Σμαραγδή ανάμεσα σε δυο κόσμους που την τραβούσαν εκατέρωθεν: η φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι της μάνας της, και η άλλη, η επίσης φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι του αισθήματός της για τον Χρήστο. Κανέναν δεν μπορούσε να αρνηθεί και γι' αυτό σε κανέναν δεν μπορούσε να είναι πιστή, παρά μόνο στην έμφυτη καταθλιπτική της "ευγένεια".

Δεν έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε ότι ο Χρήστος δεν ήταν αρκετά τρυφερός μαζί της. Κι όμως, εκείνη την πρώτη φορά μέσα στο αυτοκίνητό του, κάπου σε μια ερημιά της Αττικής, η Σμαραγδή πόνεσε φρικτά. Δεν έφταιγε που η πρώτη της φορά με τον Χρήστο τύχαινε να είναι η πρώτη της φορά με άντρα.
Συνέχισε να πονάει κάθε φορά.
Αλλιώς την είχε δει την αρχέγονη ερωτική πράξη στον κινηματογράφο, αλλιώς τη φανταζόταν κι άλλα περίμενε. Ήταν σαν το σώμα της να μην ανέχεται το δικό του.
Ένιωθε, ωστόσο, να τον "αγαπάει" ή - για να αποφύγουμε τα μεγάλα λόγια - περνούσε καλά μαζί του, τον αναζητούσε τις ώρες που δεν τον έβλεπε κι είχαν καταφέρει να συνεννοούνται.

Μα η "αγάπη" δεν είναι το παν, δεν είναι το όλον. Γιατί το όλον είναι η άλλη "αγάπη", η σκοτεινή, αυτή που δε γεννιέται κάτω από πανηγυρικές φωταψίες, αυτή που τρέφεται από το ίδιο σου το αίμα και που το ίδιο σου το αίμα σού δίνει να πιεις και τίποτα άλλο.
Το σώμα ξέρει. Κι είναι δυστυχία και πληρότητα να κατοικείς σε τέτοιο σώμα.

Έκλεινε τα μάτια, έσφιγγε τα δόντια, και τον άφηνε να της αποδείξει πόσο πολύ την ήθελε. Κι ήταν η κάθε φορά επίπονη όπως η πρώτη φορά. Δεν είχε με ποιον να μοιραστεί τις απορίες της, κι έτσι όπως τελικά πουθενά δεν έβρισκε εξήγηση για το πώς πρέπει να είναι η καταιγιστική ερωτική πράξη και πώς όχι, ούτε είχε άλλο μέτρο σύγκρισης από προηγούμενη εμπειρία της, κατέληξε να πιστεύει ότι φταίει η ίδια και το ατελές - ίσως κι ελαττωματικό - κορμί της.
Κι ο Χρήστος που, αν μη τι άλλο, τη νοιαζόταν, έκανε όλα τα υπόλοιπα όπως έπρεπε για να ισοφαρίσει για την απόλαυση που δεν μπορούσε να της προσφέρει το γυμνό κορμί του.

Η πρόταση γάμου δεν άργησε να γίνει.

Η Σμαραγδή δεν ήξερε πια τι ήταν σωστό και τι όχι. Τίποτα δεν ήθελε, τίποτα δεν είχε σημασία. Αισθανόταν μόνο - και για πρώτη φορά στην ακούραστη ζωή της - κούραση.
Είναι άνθρωποι γεννημένοι ή στην πορεία φτιαγμένοι για να κάνουν χατήρια. Είτε επειδή δεν έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή δεν τους έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή βολεύονται να μην επιθυμούν.
Αν έμενε με τους γονείς της, θα έκανε το χατήρι της μάνας της. Αν παντρευόταν τον Χρήστο, θα έκανε το χατήρι εκείνου.
Τι ειρωνεία, η ίδια η χατηρικά χαρισμένη ζωή μας να πηγαίνει στράφι χατηρικά.

Αποφάσισε να κάνει το χατήρι του Χρήστου, χωρίς να είναι ευτυχισμένη με αυτό που πήγαινε να κάνει - μόνο περιέργεια είχε - αλλά τουλάχιστον είχε αποφασίσει να το κάνει.

Με τον Χρήστο έκαναν δυο παιδιά, έκλαψε και χαμογέλασε όταν τα κράτησε στην αγκαλιά της, τα θήλαζε μέχρι που χρόνισαν και παραπάνω, τα στήριξε όπως ήξερε και μπορούσε - με στοργή και αφοσίωση - μέχρι που παντρεύτηκαν κι αυτά κι έφυγαν. Μα ποτέ δεν τα χάιδεψε με τρυφερότητα.
Το πάθος της μητρότητας μπορεί, κατά περίπτωση, να εξισορροπήσει την έλλειψη πάθους στο γάμο. Κι η Σμαραγδή ήταν τυχερή, επειδή ανταμείφθηκε για την ανοχή της σε όλους τους πόνους με την τύχη να μη συναντήσει ποτέ το κορμί που θα της μάθαινε τι εστί έρωτας.
Κι αφού δεν το γνώρισε ποτέ, δεν το επιθύμησε ποτέ της.

Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα σώμα, του οποίου η κάθε καμπύλη εφάπτεται τέλεια, απόλυτα κι ακριβώς στις καμπύλες του δικού μας σώματος.
Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα χέρι, του οποίου η παλάμη ταιριάζει σε κάθε της εκατοστό με κάθε γωνία του προσώπου μας.

Κι αλίμονο σε όσα τέτοια σώματα (δεν) συναντήθηκαν (κά)ποτέ.

ΤΕΛΟΣ

* Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla),
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο VI


"Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό.
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί.
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ.
Κι αυτά που γίνονται δεν είναι για να γίνουν.
Σιωπή. Σιωπή"**

Περπατούσαν δίπλα δίπλα χωρίς να αγγίζονται. Μόνο τα μπράτσα τους κάποιες στιγμές, κι η Σμαραγδή τραβιόταν αμέσως δυο πόντους μακριά του. Κι η άκρη της φούστας της επίσης, καθώς την ξεσήκωνε ελαφρά το μυρωδάτο θαλασσινό αεράκι, ακουμπούσε στο αριστερό μπατζάκι του παντελονιού του. Κρατούσε τα παπούτσια της στο αριστερό της χέρι, με το δεξί χειρονομούσε, είτε για να κατευνάσει τον ξεσηκωμό της φούστας της και την εξέγερση των μαλλιών της, είτε ψάχνοντας να βρει λέξεις για να ολοκληρώσει τις φράσεις της - σε μια προσπάθεια επίσης κατευνασμού της αναστάτωσης της καρδιάς της.

Είμαστε όλοι έργα τέχνης, πίνακες ζωγραφικής ή γλυπτά. Εκθέματα στις μικρές συνοικιακές γκαλερί της ζωής μας, στημένοι εκεί σχεδόν αιώνες, περιμένοντας κάποιον επισκέπτη να σταθεί μπροστά μας κι έτσι απλά να μας θαυμάσει.
Η φιλαρέσκεια κι η ματαιοδοξία, κατάρες που κουβαλάμε μέσα μας εκ γενετής και που μας τις επιστρέφει η ζωή πάση δυνάμει με τα βέλη του κενόδοξου επισκέπτη έρωτα.

Ένιωθε το βλέμμα του στραμμένο πάνω της, την παρουσία του αδιάλειπτη, ακόμα κι όταν δε μιλούσε κανείς τους. Και περπατούσαν στην αμμουδιά, περπατούσαν προς το αναπόφευκτο.
Κι έτσι περνούσαν οι μήνες, με τη Σμαραγδή να μην αγγίζει τον Χρήστο, με τον Χρήστο να μην επιμένει και να τη διεκδικεί πεισματικά από δυο πόντους απόσταση. Αντικείμενο κι αυτός ανέγγιχτο, που ποθούσε - αν όχι να ερμηνευθεί - τουλάχιστον να νιώσει το θαυμασμό ενός ανθρώπινου βλέμματος ή τη λαχτάρα στη φωνή αυτού του άλλου - αυτής της άλλης - εκείνο το κρυμμένο πίσω από κουβέντες τυπικές, καθημερινές, "αχ!"

Πόσες και ποιες λεπτομέρειες από τη ζωή μας θα θυμόμαστε όταν δε θα έχουμε πια κουράγιο να αναστηθούμε; Δυο; Τρεις;
Δυο γυμνά πέλματα στην αμμουδιά, ίσως, κι ένα ζευγάρι παπούτσια υπό μάλης. Μια χούφτα ανεμοδαρμένα μαλλιά και το σημάδι στο μπράτσο - ή στα ακροδάχτυλα - από το δειλό άγγιγμα του απαγορευμένου σώματος. Πόσα καμώματα της ζωής - που οι τυχοδιώκτες τα λένε εμπειρίες κι οι άτολμοι προαποφασισμένο πεπρωμένο ή εκπλήρωση καθηκόντων - θα έχουμε να διηγηθούμε;
Και τι αξία θα έχουν, αλήθεια, όλα αυτά;
Αφού η μόνη σημασία έγκειται στα αρώματα και στα οράματα που ξυπνάνε κάθε βράδυ - μοιρολογίστρες παραμάνες - για να σε ξενυχτήσουν νεκροζώντανο με βογγητά νανουρίσματα. Λεπτομέρειες θαμπές κι εκθαμβωτικές - μικρή άλλωστε η διαφορά μεταξύ θαμπού και θάμβους - που χρόνια αργότερα θα της φαίνονταν της Σμαραγδής σα να μη συνέβησαν ποτέ, αναμνήσεις απραγματοποίητες, που δεν τις έζησε, αλλά τις θυμόταν από πάντα.

Τα συμβάντα της ζωής παρέρχονται, λήγουν και ξεχνιούνται, ή γίνονται αναμνήσεις- που κι αυτές όμως διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη αφήνοντας μόνο στο πετσί μας την ενοχλητική ή δροσιστική υγρασία τους.
Τα συμβάντα της ζωής γίνονται το αίμα μας κι η επίδρασή τους κυλάει στις φλέβες μας άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε θρομβώδης.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)
Εκδόσεις των φίλων (2018)

**Ευριπίδη "Βάκχες" (οι τελευταίοι στίχοι του έργου που λέει ο χορός)
Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς 

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο V


Κάποια βράδια αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Κάποια μεσημέρια το ίδιο. Αγόρασε κι ένα μικρό μπουκάλι κολόνια λεβάντα κι έβαζε δυο σταγόνες πίσω από τα αυτιά της. Η κυρά-Χάιδω την περίμενε πάντα χωμένη στην κουζίνα, περικυκλωμένη από τηγάνια που τσιτσίριζαν, κατσαρόλες που κόχλαζαν, στοίβες άπλυτα πιάτα - ορχήστρα λιγωτικών ήχων και αρωμάτων, κι αυτή μαέστρος καταμεσής με μαλλιά ανάκατα, κινήσεις κοφτές, νευρικές, αγωνιώδεις - και με βλέμμα άλλοτε απηυδισμένο κι άλλοτε απλανές.

Ο φόβος της απώλειας όσων έχουμε ανάγκη - την όποια ανάγκη - μας οπλίζει με πείσμα και μας εφοδιάζει με ποικίλα τεχνάσματα - γεννάει συμπεριφορές - προκειμένου να διατηρήσουμε στην κατοχή μας αυτόν που μας ανήκει. Η ξαφνική αλλαγή, που σε σκουντάει επίμονα για να σε ξεβολέψει ή να σε παραγκωνίσει, προκαλεί τρόμο, σχεδόν ίδιο με τον τρόμο της απώλειας ενός ετοιμοθάνατου αγαπημένου προσώπου.

Μα αλίμονο σε όσους εκλαμβάνουν την αφοσίωση ενός οικείου προσώπου ως ιδιοκτησία νόμιμη και κατοχυρωμένη. Ποιου είδους νομιμότητα μπορεί να εγγυηθεί τη μονιμότητα της πιο αέρινης, οπτασιακής και - φευ! - ευμετάβλητης έννοιας: αυτής των συναισθημάτων;

Η κυρά-Χάιδω δεν ήταν από τις γυναίκες που κάθονται μεμψίμοιρες, ήδη από νωρίς μαυροντυμένες, πάνω από το προσκέφαλο του όποιου ετοιμοθάνατου, περιμένοντας με καρτερικότητα το αναπόφευκτο. Έβλεπε ότι η Σμαραγδή την είχε εγκαταλείψει. Οι δυο σταγόνες κολόνια πίσω από τα αυτιά της μαρτυρούσαν ότι η κόρη της ήταν μπουμπούκι που έσκασε για να γίνει άνθος ευωδιαστό για χάρη κάποιου άντρα.
Κι όπως θα έτρεχε τον άρρωστο ετοιμοθάνατο στους καλύτερους γιατρούς για να τον σώσει, έτσι αποφάσισε να παλέψει τα απάλευτα για να μη φύγει η κόρη της από το σπίτι τους.

Στην αρχή την περίμενε εκνευρισμένη να επιστρέψει για να τη φορτώσει με κάθε είδους δουλειές, εν είδει τιμωρίας. Μα η Σμαραγδή δεν ήταν πια νήπιο για να καταλαβαίνει από τιμωρίες.
Έπειτα, αποφάσισε να την αποθαρρύνει βομβαρδίζοντάς την με ερωτήσεις για το πού ήταν και με ποιον, ή με ειρωνείες για τα "γαμπρίσματα", φροντίζοντας κάθε τόσο να τονίζει τη μετριότητά της - ως και τα στραβά δόντια της θυμήθηκε ένα βράδυ να σχολιάσει. Μα κάθε τι το στραβό, ακόμα και η αθλιότητα, έχουν μια γραφικότητα. Κι εξάλλου, η Σμαραγδή δεν ήταν πια έφηβη να ψάχνει να βρει ταυτότητα κι αυτοπροσδιορισμό.

Στο τέλος, όταν ο ετοιμοθάνατος είχε ήδη πέσει σε κώμα κι όλοι οι γιατροί τού έδιναν λίγες μέρες ζωής, αποφάσισε να εμπιστευτεί τα μαντζούνια και τις γητειές μιας γριάς μάγισσας, με γνώσεις αρχαίες, ονόματα πολλά μέσα στους αιώνες κι όλα ξακουστά: οίκτος, φιλότιμο, υποχρέωση, ελεημοσύνη, συμπόνοια, καθήκον.
Το ύφος της έγινε μόνιμα περίλυπο, οι κινήσεις της νωχελικές υποδήλωναν παραίτηση. Οι κουβέντες της λιγοστές - βουτηγμένες σε αναστεναγμούς - λέξεις που ίσα που ακούγονταν. Απέφευγε να κοιτάζει την κόρη της, συχνά δεν της μιλούσε καν.

Η Σμαραγδή, όμως, ήταν ήδη αρκούντως ερωτευμένη - κι απελπισμένη, αφού αλλιώς πώς να ερωτευθεί κανείς; - για να νιώσει τύψεις.

Το πώς και πότε γνώρισε η Σμαραγδή τον Χρήστο καμία αξία δεν έχει να εξιστορηθεί στο παρόν διήγημα. Το απρόοπτο ενός τέτοιου έρωτα, έφερε τη Σμαραγδή αντιμέτωπη με κάτι πρωτόγνωρο, θερμό, ζωοποιό, ζωόδες κι αβάσταχτο. Το απρόσμενο αυτό αίσθημα την κατέλυε και την κατέκλυε. Η δύναμη του πόθου της επαναστάτησε κατά της χρόνιας δουλικότητας της συμπεριφοράς της - ή για να το πούμε πιο απλά, με ένα σύγχρονο πιασάρικο κλισέ: "ο έρωτας απελευθερώνει". Η εμφανής ή συγκαλυμμένη απαγόρευση της μάνας της να τον βλέπει, την έπεισαν αφελώς ότι είχε το δικαίωμα να τον αγαπάει.

"Ίσως αν μιλούσαμε με λιγότερη ευκολία για αγάπη, ανακαλύπταμε ευκολότερα το πρόσωπο κι όχι το προσωπείο της."**

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla).
Εκδόσεις των φίλων (2018)

**Ρολάν Μπαρτ, "Αποσπάσματα ερωτικού λόγου"
Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου 
Εκδ. Κέδρος (1977)

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο IV


"Αυτό που φαίνεται μας κρύβει το σκοτάδι"**

Η εφηβεία της Σμαραγδής έπνεε τα λοίσθια, κι εκείνη - τελειώνοντας όπως όπως το σχολείο - από κεκτημένη ταχύτητα, ή μάλλον ταμαχιάρικο ιδίωμα, έπιασε αμέσως δουλειά ως ανειδίκευτη νοσηλεύτρια.

Έχουμε πια ξεχάσει ότι η μεγαλύτερη ευτυχία βρίσκεται στην προσφορά. Γι' αυτό πάμε κατά διαόλου. Πώς να βρει κανείς τον εαυτό του κλεισμένος στο εγώ του;
Η εργασία, που τυχαία διάλεξε να κάνει η Σμαραγδή, της ταίριαξε απόλυτα. Μια ζωή πρόσφερε τους κόπους της στη μάνα και στον αδερφό της. Οι νέοι πολυάριθμοι αποδέκτες της φροντίδας της - άγνωστοι ασθενείς, τους οποίους φρόντιζε χωρίς καμία εξειδικευμένη γνώση, μόνο με τα κατάστιχα της τρυφερής ψυχής της - στάθηκαν για εκείνη έμπνευση και κίνητρο να γραφτεί στη Σχολή νοσηλευτριών του Ερυθρού Σταυρού.
Επί τρία χρόνια - τόσο κράτησαν οι σπουδές της - το εργασιακό ωράριο διαδεχόταν το μαθησιακό, αβάρετα. Αβάρετα ανεβοκατέβαινε κι η Σμαραγδή την Κηφισίας από και προς το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, όπου στεγαζόταν η σχολή της.

Το μέλλον ριζώνει στα τραύματά μας, είτε αυτά είναι πασίδηλα, είτε είναι από τα άλλα τα κυριολεκτικά ύπουλα, τα φαινομενικά επουλωμένα. Οι κρυφές πληγές μας είναι αυτές που μας καθοδηγούν, που συμβάλλουν στη διαμόρφωσή μας, και που τις ξύνουμε διαρκώς με κλειστά μάτια.
Το πονηρό μειδίαμα των αφανών πληγών έχει τη δύναμη να μας καταστρέψει ή να μας σώσει - έχει ίσως να κάνει με την πάστα που είναι φτιαγμένος ο καθένας, ή με το κατά πού φύσηξε εκείνη την άρρητη στιγμή η θεϊκή πνοή μέσα του. Πόσο μοιρολατρικό ακούγεται όλο αυτό, μα πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το σπόρο της αδικίας και της κακίας, που πέφτοντας σε κάποιες ψυχές σαπίζει και γεννάει σκουλήκια, ενώ πέφτοντας σε άλλες βγάζει ρίζες και βλασταίνει κι ανθίζει και μοσχοβολάει τελικά καλοσύνη;

Αν μπορούσαμε, αλήθεια, να γινόμαστε αποδέκτες του άδικου που μας πληγώνει με στωικότητα, αν είχαμε τη δύναμη να κάνουμε τις ψυχές μας φράγματα αδιαπέραστα στην όποια έχθρα, χωρίς ίχνος ρεβανσισμού ή μνησικακίας, πόσο πιο όμορφος θα ήταν αυτός ο κόσμος ο σκληρός κι απάνθρωπος;
Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί για το άδικο, για το δίκαιο των αδυνάτων και των ισχυρών, για την επιβολή της δικαιοσύνης. Ίσως η λύση να βρίσκεται στην πιο απλή (αφού υποκύψαμε στη μοιρολατρία, ας υποκύψουμε και στην υπεραπλούστευση) και μεγάλη αλήθεια - ξεχασμένη κι αυτή στα αζήτητα μαζί με το δίπολο προσφοράς κι ευτυχίας - "μην κάνεις αυτό που δε θες να σου κάνουν".

Πώς λοξοδρομεί η σκέψη του γράφοντος, εγκαταλείποντας τον έναν ειρμό - σχεδόν συρμό! - κι ακολουθώντας κάποιον άλλον!
Αυτή είναι, όμως, η αμετάβλητη γοητεία της γραφής, η αυτούσια εκ γενετής ελευθερία της, η φυσική καταπραϋντική της δράση, η λύτρωση του πελαγωμένου νου μέσα σε νέα πελάγη.

Ας επιστρέψουμε στη Σμαραγδή, απόφοιτη πια, εργαζόμενη φυσικά κι ήδη είκοσι τριών ετών. Είναι θαύμα το πώς αυτό το παιδί, που δε γεύτηκε καμία τρυφερότητα από αυτούς που όφειλαν να της την κεράσουν, έγινε μια δεσποινίδα με ανεξάντλητα ψυχικά αποθέματα φροντίδας για όλους - δικούς της και ξένους. Αυτό είχε μάθει να κάνει. Κι αφού η μία και μόνη αυθόρμητη επιθυμία της - αυτή των οκτώ ετών της,  να αγκαλιάζει αχόρταγα τον αδερφό της - κατατροπώθηκε κι εξορίστηκε στο βασίλειο της λήθης, δε θυμήθηκε ποτέ ξανά να επιθυμήσει κάτι αντίστοιχο.

Η φευγαλέα αθωότητα της παιδικής ηλικίας ενέχει οπωσδήποτε μια κάποια δραματουργία. Είναι, όμως, κάτι το αναπόφευκτο.
Τα άλλα δράματα, αυτά που ακολουθούν μετά την παιδική ηλικία και μετά την ενηλικίωση - τα τόσο αβίαστα και παρά τη θέλησή μας επιτεύξιμα, μα συνάμα απευκταία: αυτό το χάσιμο χρόνου και κέρδος αμελητέο που λέγεται έρωτας!- αυτά είναι που ξετρυπώνουν από την κρυψώνα του το σκοτάδι μας.

Είμαστε όλοι κατοικημένοι από τα λησμονημένα, από την αινιγματική αφανέρωτη παρουσία τους, κι ανίδεοι ως προς την ανυπολόγιστη δύναμή τους.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla), Εκδόσεις των φίλων (2018)

**Στίχος του Μανόλη Ξενάκη από τις "Ασκήσεις Μαθηματικών"