Μέρος Τέταρτο
Η ώρα ήταν ήδη προχωρημένη, αλλά τα τραπεζάκια στην πλατεία ακόμα γεμάτα.
Οι καλοκαιρινές βραδιές στην πόλη κρύβουν τέρψη και συνωμοσία. Όσοι μένουν πίσω λόγω εργασιακών υποχρεώσεων μέσα Αυγούστου, θα με καταλάβουν, ίσως.
Είναι η εποχή που η πόλη μας ανήκει.
Μικρές συμμορίες ανθρώπων που λιώνουν ολημερίς στην καυτή άσφαλτο και στα ανηλεή τσιμεντόσπιτα, αποζημιώνονται για την αντοχή τους στα "μαρτύρια" του κάυσωνα, απολαμβάνοντας τις ενίοτε δροσερές βραδιές στα πάρκα και στις πλατείες. Η ζέστη της ημέρας αποκάμνει, και μαζί με την υποβόσκουσα βουή της σχεδόν άδειας πόλης, συντροφεύουν εμάς τους πιστούς τους - τους πιστούς της πόλης και της ξενόφερτης, ας πούμε, μα ξένιας ησυχίας.
Όσο για εμένα, καμία εργασιακή υποχρέωση δεν είχα για να αναγκάζομαι να μένω στην πόλη και να μη δροσίζομαι αυγουστιάτικα σε κάποιο νησί, ούτε δυσανασχετούσα από την αυξανόμενη λόγω τσιμέντου ζέστη - γι' αυτό και τα εισαγωγικά στα μαρτύρια πιο πάνω, αφού καθόλου δεν ένιωθα να μαρτυρώ. Σε νεότερη ηλικία, όταν πριν περίπου είκοσι χρόνια γεύτηκα κι αυτήν την ηδονή, απολάμβανα έναν απλό νυχτερινό περίπατο ή μια βόλτα με το άδειο από επιβάτες λεωφορείο. Οι παρτενέρ μου τότε - συνωμότες και συμμέτοχοι στη διεστραμμένη μου λαγνεία για την αυγουστιάτικη πόλη - ήταν ο οδηγός του λεωφορείου και ο περιπτεράς από όπου αγόραζα τσιγάρα σπαταλώντας το λιγοστό φοιτητικό μου χαρτζιλίκι. Αργότερα, και εξαιτίας μιας κάποιας μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης, βρήκα αντίστοιχους συντρόφους σε μικρά - κόντρα στο ρέυμα της εποχής - ανοιχτά ταβερνεία, στα επίσης άδεια θερινά σινεμά, και φυσικά στο καφενείο του κυρ-Αναστάση.
Μια συνωμοτική οργάνωση αγνώστων που χαμογελάμε ο ένας στον άλλον με νόημα. Η δράση μας μυστική, μεθοδευμένη, αναρχική κι αυτοδιαχειριζόμενη. Συμπαίχτες σε μια εφήμερη συμπαιγνία χωρίς ίντριγκες, χωρίς δόλο, με μόνο σκοπό αυτή την ίδια την πραγμάτωση της ατόφιας απλότητας.
Η πλέον πασίδηλη υπόθεση, είναι ότι αναζητούμε απλά λίγη ησυχία. Ναι, μα είναι μόνο ένα παραπέτασμα καπνού, αφού την ησυχία τη βρίσκει κανείς εύκολα σε ένα αντί-τουριστικό ερημονήσι, γλιτώνοντας έτσι τις κακουχίες του καύσωνα. Η αλήθεια είναι θεωρίες ανώτερη και συνθετότερη: η ζωή στην καλοκαιρινή πόλη είναι σα να κάνεις έρωτα με τη νόμιμη σύζυγο του γείτονά σου, εν τη απουσία του κι εν αγνοία του. Ένα πάθος παράνομο μέσα στη νομιμότητα που του προσδίδει η γνησιότητά του.
Άνθρωποι ανίκανοι για οποιουδήποτε είδους επανάσταση - εμείς, οι εναπομείναντες - απολαμβάναμε την κατάληψη μιας πόλης που εκκενώθηκε οικειοθελώς. Κύριοι του εαυτού μας για λίγες ημέρες, ηδονοβλεψίες της γυμνόστηθης μοναξιάς μας, κανείς δε θα καταλάβει ποτέ αν κυνηγούσαμε κάτι - και τι; - ή αν μια ζωή φεύγαμε μακριά από κάτι - και τι; - που μας κυνηγούσε.
Ήρθε κι έκατσε με θράσος στο διπλανό μου τραπέζι, περασμένες έντεκα. Ένας αντάρτης της πόλης, ένας μάλλον δικός μας, εκ πρώτης όψεως. Η παρουσία του με ενόχλησε, εισέβαλε στα λιγοστά τετραγωνικά της πλατείας που, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο του καφενείου, μου παραχωρούνταν για αποκλειστική χρήση όταν το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος έφτανε στο πέρας του. Ο κυρ-Αναστάσης, ευσυνείδητος κι ορκισμένος αρχικαπετάνιος, με καθησύχασε με το κοινό συνωμοτικό νεύμα της οργάνωσης και τον πλησίασε για να του πάρει παραγγελία.
Ήταν ψηλός, κομψά μα απλοϊκά ντυμένος με πουκάμισο και τζιν παντελόνι, όχι πάνω από πενήντα πέντε, μα ήδη γκριζομάλλης. Δυο σκούροι λεκέδες στο πουκάμισό του, κάτω από τις μασχάλες, πρόδιδαν ότι η πρώτη δοκιμασία - αυτή της ζέστης - τον είχε λυγίσει.
Βόλεψε τα κανιά του σταυροπόδι, έτσι που μου φάνηκε κάπως αστείος. Κάπνιζε πίπα - για φαντάσου! Η απειλή φάνηκε να απομακρύνεται. Ένας ακίνδυνος πειραματιζόμενος πρωτάρης που αναζητούσε τρόπο να ενταχθεί στο ασκέρι μας, λίγο άχαρος, εμφανώς ανίδεος για το πού πήγαινε να μπλέξει, παρθένος σε μπουρδέλο.
Έπλεξε για μια στιγμή τα δάχτυλά του πάνω από το λυγισμένο του γόνατο, όσο περίμενε την παραγγελία του και τακτοποίησε τρεις φορές το τασάκι, την πίπα και το κουτί με τον καπνό του στο τραπέζι. Ένας ανόητα αμήχανος. Γελούσα από μέσα μου.
Το κενό της άδειας πόλης είναι μεγάλο, αδιανόητο. Ένα κενό πιο ζωντανό κι από την αβάσταχτα γεμάτη πόλη. Ένα κενό που σου υπόσχεται μόνο απόλαυση, μα που προαπαιτεί επιτακτικά να έχεις κάνει πρώτα έρωτα μέχρι δακρύων με τη μοναξιά σου. Κι αυτός καθόταν εκεί, δίπλα μου σχεδόν, ψάχνοντας τα πατήματά του, ίδιος βρέφος που ψάχνει από κάπου να κρατηθεί για να μπουσουλήσει.
Άναψα τσιγάρο ήσυχη πλέον, αφού είχα χρόνια μπροστά μου μέχρι ο νιούφης να μάθει να περπατάει.
Η παραγγελία του έφτασε. Λευκό, παγωμένο κρασί, μισόκιλο. Το ποτό μου, η συντροφιά μου. Στα χέρια του. Στα χείλη του. Αν υπάρχει θύμα βιασμού που να χάνει ξαναβρίσκοντας με τρόμο - σε μια στιγμή ακούσιας και λυτρωτικής έκκρισης οργασμικών χυμών - τον εαυτό του, αυτή ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή. Οι υπόλοιποι σύντροφοι δροσίζονταν με μπύρες, άντε και κάνα ούζο με πάγο. Μόνη εγώ επέμενα χειμώνα - καλοκαίρι στο κρασί. Και γι' αυτό η κοινή, ατελής, επαναστατική μας δράση παρέμενε για χρονια επιτυχημένη. Μονίμως αυθεντικά ετερόκλητη και γι' αυτό ειλικρινής κι αποτελεσματικά αναποτελεσματική.
Αυτός εδώ, όμως, κινήθηκε με τρόπο τόσο ύπουλο, που ούτε εγώ - η μυημένη από χρόνια στο αντάρτικο - δεν κατάφερα να προβλέψω. Ο πρώτος δυναμίτης, ολόσωστα και στρατηγικά τοποθετημένος από τα μακριά λεπτά του δάχτυλα,εξερράγη επιτυχώς. Υποχώρησα στο χαράκωμά μου για να μελετήσω τις κινήσεις του εισβολέα και να καταστρώσω σχέδιο διαφυγής μου - ή κατατρόπωσής του.
Τακτοποίησε το ποτήρι του, την καράφα και το μεζεδάκι, αφήνοντας μπροστά του στο τραπέζι ένα κενό ύποπτο κι απειλητικό. Από το μικρό τσαντάκι που κρεμόταν στην καρέκλα του, έβγαλε ένα βιβλίο, μπλοκάκι και στιλό. Απανωτές εκρήξεις διέλυσαν τείχη και θεμέλια. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε, με το βλέμμα του απορημένου, φιλομαθούς, αδικημένου και φοβισμένου παιδιού. Τέλειος σε κάθε ανεπάρκειά του.
Ορυμαγδός.
Και η πόλις εάλω.
Η ώρα ήταν ήδη προχωρημένη, αλλά τα τραπεζάκια στην πλατεία ακόμα γεμάτα.
Οι καλοκαιρινές βραδιές στην πόλη κρύβουν τέρψη και συνωμοσία. Όσοι μένουν πίσω λόγω εργασιακών υποχρεώσεων μέσα Αυγούστου, θα με καταλάβουν, ίσως.
Είναι η εποχή που η πόλη μας ανήκει.
Μικρές συμμορίες ανθρώπων που λιώνουν ολημερίς στην καυτή άσφαλτο και στα ανηλεή τσιμεντόσπιτα, αποζημιώνονται για την αντοχή τους στα "μαρτύρια" του κάυσωνα, απολαμβάνοντας τις ενίοτε δροσερές βραδιές στα πάρκα και στις πλατείες. Η ζέστη της ημέρας αποκάμνει, και μαζί με την υποβόσκουσα βουή της σχεδόν άδειας πόλης, συντροφεύουν εμάς τους πιστούς τους - τους πιστούς της πόλης και της ξενόφερτης, ας πούμε, μα ξένιας ησυχίας.
Όσο για εμένα, καμία εργασιακή υποχρέωση δεν είχα για να αναγκάζομαι να μένω στην πόλη και να μη δροσίζομαι αυγουστιάτικα σε κάποιο νησί, ούτε δυσανασχετούσα από την αυξανόμενη λόγω τσιμέντου ζέστη - γι' αυτό και τα εισαγωγικά στα μαρτύρια πιο πάνω, αφού καθόλου δεν ένιωθα να μαρτυρώ. Σε νεότερη ηλικία, όταν πριν περίπου είκοσι χρόνια γεύτηκα κι αυτήν την ηδονή, απολάμβανα έναν απλό νυχτερινό περίπατο ή μια βόλτα με το άδειο από επιβάτες λεωφορείο. Οι παρτενέρ μου τότε - συνωμότες και συμμέτοχοι στη διεστραμμένη μου λαγνεία για την αυγουστιάτικη πόλη - ήταν ο οδηγός του λεωφορείου και ο περιπτεράς από όπου αγόραζα τσιγάρα σπαταλώντας το λιγοστό φοιτητικό μου χαρτζιλίκι. Αργότερα, και εξαιτίας μιας κάποιας μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης, βρήκα αντίστοιχους συντρόφους σε μικρά - κόντρα στο ρέυμα της εποχής - ανοιχτά ταβερνεία, στα επίσης άδεια θερινά σινεμά, και φυσικά στο καφενείο του κυρ-Αναστάση.
Μια συνωμοτική οργάνωση αγνώστων που χαμογελάμε ο ένας στον άλλον με νόημα. Η δράση μας μυστική, μεθοδευμένη, αναρχική κι αυτοδιαχειριζόμενη. Συμπαίχτες σε μια εφήμερη συμπαιγνία χωρίς ίντριγκες, χωρίς δόλο, με μόνο σκοπό αυτή την ίδια την πραγμάτωση της ατόφιας απλότητας.
Η πλέον πασίδηλη υπόθεση, είναι ότι αναζητούμε απλά λίγη ησυχία. Ναι, μα είναι μόνο ένα παραπέτασμα καπνού, αφού την ησυχία τη βρίσκει κανείς εύκολα σε ένα αντί-τουριστικό ερημονήσι, γλιτώνοντας έτσι τις κακουχίες του καύσωνα. Η αλήθεια είναι θεωρίες ανώτερη και συνθετότερη: η ζωή στην καλοκαιρινή πόλη είναι σα να κάνεις έρωτα με τη νόμιμη σύζυγο του γείτονά σου, εν τη απουσία του κι εν αγνοία του. Ένα πάθος παράνομο μέσα στη νομιμότητα που του προσδίδει η γνησιότητά του.
Άνθρωποι ανίκανοι για οποιουδήποτε είδους επανάσταση - εμείς, οι εναπομείναντες - απολαμβάναμε την κατάληψη μιας πόλης που εκκενώθηκε οικειοθελώς. Κύριοι του εαυτού μας για λίγες ημέρες, ηδονοβλεψίες της γυμνόστηθης μοναξιάς μας, κανείς δε θα καταλάβει ποτέ αν κυνηγούσαμε κάτι - και τι; - ή αν μια ζωή φεύγαμε μακριά από κάτι - και τι; - που μας κυνηγούσε.
Ήρθε κι έκατσε με θράσος στο διπλανό μου τραπέζι, περασμένες έντεκα. Ένας αντάρτης της πόλης, ένας μάλλον δικός μας, εκ πρώτης όψεως. Η παρουσία του με ενόχλησε, εισέβαλε στα λιγοστά τετραγωνικά της πλατείας που, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο του καφενείου, μου παραχωρούνταν για αποκλειστική χρήση όταν το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος έφτανε στο πέρας του. Ο κυρ-Αναστάσης, ευσυνείδητος κι ορκισμένος αρχικαπετάνιος, με καθησύχασε με το κοινό συνωμοτικό νεύμα της οργάνωσης και τον πλησίασε για να του πάρει παραγγελία.
Ήταν ψηλός, κομψά μα απλοϊκά ντυμένος με πουκάμισο και τζιν παντελόνι, όχι πάνω από πενήντα πέντε, μα ήδη γκριζομάλλης. Δυο σκούροι λεκέδες στο πουκάμισό του, κάτω από τις μασχάλες, πρόδιδαν ότι η πρώτη δοκιμασία - αυτή της ζέστης - τον είχε λυγίσει.
Βόλεψε τα κανιά του σταυροπόδι, έτσι που μου φάνηκε κάπως αστείος. Κάπνιζε πίπα - για φαντάσου! Η απειλή φάνηκε να απομακρύνεται. Ένας ακίνδυνος πειραματιζόμενος πρωτάρης που αναζητούσε τρόπο να ενταχθεί στο ασκέρι μας, λίγο άχαρος, εμφανώς ανίδεος για το πού πήγαινε να μπλέξει, παρθένος σε μπουρδέλο.
Έπλεξε για μια στιγμή τα δάχτυλά του πάνω από το λυγισμένο του γόνατο, όσο περίμενε την παραγγελία του και τακτοποίησε τρεις φορές το τασάκι, την πίπα και το κουτί με τον καπνό του στο τραπέζι. Ένας ανόητα αμήχανος. Γελούσα από μέσα μου.
Το κενό της άδειας πόλης είναι μεγάλο, αδιανόητο. Ένα κενό πιο ζωντανό κι από την αβάσταχτα γεμάτη πόλη. Ένα κενό που σου υπόσχεται μόνο απόλαυση, μα που προαπαιτεί επιτακτικά να έχεις κάνει πρώτα έρωτα μέχρι δακρύων με τη μοναξιά σου. Κι αυτός καθόταν εκεί, δίπλα μου σχεδόν, ψάχνοντας τα πατήματά του, ίδιος βρέφος που ψάχνει από κάπου να κρατηθεί για να μπουσουλήσει.
Άναψα τσιγάρο ήσυχη πλέον, αφού είχα χρόνια μπροστά μου μέχρι ο νιούφης να μάθει να περπατάει.
Η παραγγελία του έφτασε. Λευκό, παγωμένο κρασί, μισόκιλο. Το ποτό μου, η συντροφιά μου. Στα χέρια του. Στα χείλη του. Αν υπάρχει θύμα βιασμού που να χάνει ξαναβρίσκοντας με τρόμο - σε μια στιγμή ακούσιας και λυτρωτικής έκκρισης οργασμικών χυμών - τον εαυτό του, αυτή ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή. Οι υπόλοιποι σύντροφοι δροσίζονταν με μπύρες, άντε και κάνα ούζο με πάγο. Μόνη εγώ επέμενα χειμώνα - καλοκαίρι στο κρασί. Και γι' αυτό η κοινή, ατελής, επαναστατική μας δράση παρέμενε για χρονια επιτυχημένη. Μονίμως αυθεντικά ετερόκλητη και γι' αυτό ειλικρινής κι αποτελεσματικά αναποτελεσματική.
Αυτός εδώ, όμως, κινήθηκε με τρόπο τόσο ύπουλο, που ούτε εγώ - η μυημένη από χρόνια στο αντάρτικο - δεν κατάφερα να προβλέψω. Ο πρώτος δυναμίτης, ολόσωστα και στρατηγικά τοποθετημένος από τα μακριά λεπτά του δάχτυλα,εξερράγη επιτυχώς. Υποχώρησα στο χαράκωμά μου για να μελετήσω τις κινήσεις του εισβολέα και να καταστρώσω σχέδιο διαφυγής μου - ή κατατρόπωσής του.
Τακτοποίησε το ποτήρι του, την καράφα και το μεζεδάκι, αφήνοντας μπροστά του στο τραπέζι ένα κενό ύποπτο κι απειλητικό. Από το μικρό τσαντάκι που κρεμόταν στην καρέκλα του, έβγαλε ένα βιβλίο, μπλοκάκι και στιλό. Απανωτές εκρήξεις διέλυσαν τείχη και θεμέλια. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε, με το βλέμμα του απορημένου, φιλομαθούς, αδικημένου και φοβισμένου παιδιού. Τέλειος σε κάθε ανεπάρκειά του.
Ορυμαγδός.
Και η πόλις εάλω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου