Μέρος τρίτο
"Είναι φορές που κάτι σαν θεϊκή φλόγα λαμπαδιάζει το νου του ανθρώπου. Αυτό τυχαίνει σχεδόν σε όλους. Τη νιώθεις να υψώνεται σα να προχωρει πάνω σε ένα φυτίλι που θα μεταδώσει τη φωτιά στο δυναμίτη. Είναι μια ευχάριστη αίσθηση στο στομάχι, μια απόλαυση διάχυτη στα νεύρα και στα μπράτσα. Το δέρμα γεύεται τον αέρα και κάθε βαθιά ανάσα είναι γλυκιά. Το κορμί λες και τεντώνεται ηδονικά μ' ένα πελώριο χασμουρητό, μια λάμψη αναπηδάει μες στο μυαλό, κι ολόκληρος ο κόσμος λαμποκοπάει μπρος στα μάτια σου. Ο άνθρωπος μπορεί να 'χει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα σ' ένα μούχρωμα, μεσα σε μια ψυχική περιοχή από τοπία κι από δέντρα σκυθρωπά και σκοτεινά. Τα γεγονότα της ζωής του, ακόμα και τα πιο σημαντικά, μπορεί να 'χουν περάσει αράδα, άτονα κι ωχρά. Και τότε, τη στιγμή της φλόγας, ένα τραγούδι τριζονιού τού γλυκαίνει τ' αυτιά, η μυρωδιά της γης υψώνεται στα ρουθούνια του σαν ψαλμωδία, και κάτω από ένα δέντρο ένα φως παιχνιδιάρικο ιλαρύνει τα μάτια του. Τότε ο άνθρωπος ξεχύνεται σ' ένα χείμαρρο αστέρευτο. Και η σπουδαιότητα ενός ανθρώπου μες στον κόσμο, ίσως μπορεί να μετρηθεί από την ποιότητα και τη συχνότητα της φλόγας. Είναι κάτι ατομικό, αλλά μας ενώνει με τον κόσμο. Είναι η μητέρα κάθε δημιουργίας, και κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τους άλλους."*
Αν ο Φεβρουάριος με τις ανθισμένες αμυγδαλιές του είναι ο προπομπός της άνοιξης, τότε οι τελευταίες νύχτες του Απρίλη είναι ο προπομπός του καλοκαιριού. Γλυκιά ήταν η βραδιά, περίπου ζεστή, άπλωνε τα μαβιά χρώματά της πάνω απ΄τις ανοιξιάτικες μυρωδιές, όπως απλώνει η γυναίκα τα κουρασμένα μέλη της στην αγκαλιά του εραστή της μετά τον έρωτα.
Οι "παρέες" τού καφενείου είχαμε μεταφερθεί στα στρογγυλά μεταλλικά τραπεζάκια στην πλατεία απέναντι από το μαγαζί. Κι όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, ακόμα και στην πλατεία, είχα βρει γωνίτσα για να κάθομαι: κάτω από τη νεραντζιά στο ανατολικό παρτέρι. Η μυρωδιά των λουλουδιών της μού θύμιζε τη μυρωδιά των ανθισμένων πορτοκαλιών στο χωριό μου, τα βράδια της Μεγάλης Παρασκευής. Πάνε από τότε σχεδόν σαράντα χρόνια. Ούτε το λιβάνι από το θυμιατό του παπά μύριζα, ούτε το καμένο λάδι από τα καντηλάκια στα μνήματα. Παντού πορτοκαλάνθη: η μυρωδιά του Παραδείσου! Βέβαια, με τα χρόνια, οι συγχωριανοί μου κατάλαβαν ότι Παράδεισος δεν υπάρχει, ή - με άλλα λόγια - ότι τα πορτοκάλια τους δε θα είχαν ποτέ καλή τιμή πώλησης - κι οι πορτοκαλιές ξεριζώθηκαν για να φυτευτούν ελιές κι ακτινίδια.
Επίσης, το ανατολικό παρτέρι, είχε ένα ακόμη πλεονέκτημα: απεριόριστη θέα στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος πίσω από τις πυκνές πολυκατοικίες. Τον Παράδεισο, λοιπόν, όπως και την άνοιξη, αν δεν τον βρεις τον φτιάχνεις **. Μακάριοι όσοι δεν τον βρίσκουν κι αναγκάζονται να τον φτιάξουν από μικροπράγματα, από το τίποτα, από το "απ' τ' ολότελα...". Έχει μια διάρκεια στο χρόνο και τελικά μια μονιμότητα αυτή η συμβατική και συμβιβαστική κατασκευή παραδείσου. Ουαί κι αλίμονο σε όσους παρασύρονται από τις σειρήνες των ενστίκτων και γεύονται τον Παράδεισο αβίαστα, ακούσια και μοιραία. Γιατί ο υπερκόσμιος Παράδεισος είναι έκλυτος, εφήμερος, κίβδηλος κι ανεπικερδής (όπως οι πορτοκαλιές των παιδικών μου χρόνων).
Τα δάχτυλά τους μπλεγμένα πάνω στο τραπέζι, τα πόδια τους μπλεγμένα κάτω από το τραπέζι. Οι καφέδες τους δυο νερουλά ζουμιά άθικτα. Τα χείλη τους αγγίζονταν ακόμα κι όταν δε φιλιόντουσαν. Συζητούσαν ψιθυριστά με τα χείλη τους ενωμένα. Ποια άλλη εικόνα να ζητήσει κανείς για να αποδείξει τον έρωτα; Κι όταν δε μιλούσαν, συνομιλούσαν οι ανάσες τους και τα δάχτυλά τους, με φωνούλες και γέλια που με ξεκούφαιναν και πλημμύριζαν τη σιωπή μου οίκτο. Της φιλούσε τα μαλλιά, το λαιμό, τα χέρια. Τη φιλούσε με τα μάτια του.
Το σκοτάδι κατέβαζε τα βλέφαρά του πίσω από το ψηλό πεύκο απέναντί μου, κι εκείνη κατέβαζε τα δικά της ενώ εκείνος της ψιθύριζε - αλίμονό της! - φλυαρίες του έρωτα. Τα τελευταία χρυσά και κόκκινα βλέμματα της ημέρας έσβησαν οριστικά για να ανάψουν τα βλέμματα των εραστών, χρυσά και κόκκινα κι αυτά.
Μα ετούτοι οι δύο απέναντί μου δεν είχαν ανάγκη από μάτια για να βλέπονται, όπως δεν είχαν ανάγκη από χέρια για να χαϊδεύονται. Είχα γίνει μάρτυρας μιας προμελετημένης διπλής αυτοκτονίας, από εκείνες που οι αυτόχειρες δε γράφουν το γνωστό επεξηγηματικό της πράξης τους σημείωμα, παρά αφού ξεψυχήσουν. Θαμπή η ως τα τώρα ζωή τους, όπως το ανοιξιάτικο δειλινό. Οι μέρες τους, για χρόνια μπλεγμένες σε σκονισμένους ιστούς αράχνης, σε αισθήματα μουντά, σε ευτυχίες και πίκρες μισερές. Αλλά ένα σημαντικό γεγονός - ένα γεγονός που συνήθως εμφανίζεται νυχοπατώντας κρυμμένο πίσω από την ασημαντότητά του, όπως όταν σκοντάφτεις πάνω σε μια πέτρα ή όταν χάνεις δυο ανάσες αντικρίζοντας μια όμορφη κοπέλα - αλλάζει το δρόμο της ιστορίας και διακόπτει τη συνέχεια της ζωής.
Ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο δικό τους, ολόδροσο και φλογισμένο. Η παρουσία τους είχε μετατρέψει, για όλους μας, την πλατεία σε απαραβίαστο Παράδεισο την έκτη μέρα της δημιουργίας. Ακόμη κι αν χωρίζονταν σε λίγα λεπτά, για λίγες ώρες ή για λίγα χρόνια ή για πάντα, κάθε τρίχα του κορμιού τους βοούσε για την απαξία και την κενότητα των αποστάσεων. Αν δεν ήξερα με βεβαιότητα ότι ήταν ήδη νεκροί, θα ορκιζόμουν ότι ο ένας θα έδινε και τη ζωή του για τον άλλον.
Η εικόνα τους με λυπούσε και με τρόμαζε. Μυημενη από χρόνια στο ανέγγιχτο άγγιγμα, ήταν σα να στέκομαι μπροστά σε δυο είδωλα, με δέος για το επισχρύσωμα που θαμπώνει τα μάτια και με λύπη για την κιβδηλότητά τους.
Θα έπρεπε να μπορώ να ξεριζώσω αυτό που είχαν μέσα τους και να τους το τρίψω στη μούρη, αποκαλύπτοντας τη φονική παροδικότητά του, να σβήσω αυτή τη φλόγα και να τους την παρουσιάσω όπως ακριβώς είναι: ένας βούρκος επικίνδυνος, γεμάτος βρωμερά αιμοδιψή σκουλήκια που λάμπουν κάτω από το φως των αστεριών σα χαριτωμένες πυγολαμπίδες. Θα έπρεπε να είχα έναν τρόπο να τους δείξω πως ο ενθουσιασμός τους δεν είναι παρά μια πέτρα δεμένη στο λαιμό, που θα τους οδηγήσει στον πάτο αυτού του βούρκου. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος αναντίρρητος, για να τους αποδείξω πως η μούχλα της προγενέστερης ζωής τους ήταν η μόνη σίγουρη σωτηρία και πως σ' αυτήν έπρεπε να επιστρέψουν, αν επιθυμούσαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Παράδεισος είναι μόνο μια υπόσχεση για να νανουρίζονται γλυκά τα νήπια κι οι Κήποι της Εδέμ έγιναν τσιφλίκια για να μοιραστούν με δίκαιο κλήρο στους νόμιμους - λόγω κληρονομικού δικαιώματος - τσιφλικάδες. Τα ευωδιαστά φυτά τους ξεριζώθηκαν λόγω πενιχρών προσόδων.
Ο κυρ-Αναστάσης μού σέρβιρε τη δεύτερη καράφα κι έμεινα να μεταλαβαίνω για ακόμη μία βραδιά την ύστατη Θεία Κοινωνία του ετοιμοθάνατου, ενώ τα δύο πρωτόπλαστα νήπια απομακρύνονταν αγκαλιασμένα και μισοκοιμισμένα από το παραμύθι τους.
----------
*Τζον Στάινμπεκ, "Ανατολικά της Εδέμ", μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Πέλλα
**Οδυσσέας Ελύτης: "Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις" ("Εκ του πλησίον", εκδ. Ίκαρος)
"Είναι φορές που κάτι σαν θεϊκή φλόγα λαμπαδιάζει το νου του ανθρώπου. Αυτό τυχαίνει σχεδόν σε όλους. Τη νιώθεις να υψώνεται σα να προχωρει πάνω σε ένα φυτίλι που θα μεταδώσει τη φωτιά στο δυναμίτη. Είναι μια ευχάριστη αίσθηση στο στομάχι, μια απόλαυση διάχυτη στα νεύρα και στα μπράτσα. Το δέρμα γεύεται τον αέρα και κάθε βαθιά ανάσα είναι γλυκιά. Το κορμί λες και τεντώνεται ηδονικά μ' ένα πελώριο χασμουρητό, μια λάμψη αναπηδάει μες στο μυαλό, κι ολόκληρος ο κόσμος λαμποκοπάει μπρος στα μάτια σου. Ο άνθρωπος μπορεί να 'χει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα σ' ένα μούχρωμα, μεσα σε μια ψυχική περιοχή από τοπία κι από δέντρα σκυθρωπά και σκοτεινά. Τα γεγονότα της ζωής του, ακόμα και τα πιο σημαντικά, μπορεί να 'χουν περάσει αράδα, άτονα κι ωχρά. Και τότε, τη στιγμή της φλόγας, ένα τραγούδι τριζονιού τού γλυκαίνει τ' αυτιά, η μυρωδιά της γης υψώνεται στα ρουθούνια του σαν ψαλμωδία, και κάτω από ένα δέντρο ένα φως παιχνιδιάρικο ιλαρύνει τα μάτια του. Τότε ο άνθρωπος ξεχύνεται σ' ένα χείμαρρο αστέρευτο. Και η σπουδαιότητα ενός ανθρώπου μες στον κόσμο, ίσως μπορεί να μετρηθεί από την ποιότητα και τη συχνότητα της φλόγας. Είναι κάτι ατομικό, αλλά μας ενώνει με τον κόσμο. Είναι η μητέρα κάθε δημιουργίας, και κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τους άλλους."*
Αν ο Φεβρουάριος με τις ανθισμένες αμυγδαλιές του είναι ο προπομπός της άνοιξης, τότε οι τελευταίες νύχτες του Απρίλη είναι ο προπομπός του καλοκαιριού. Γλυκιά ήταν η βραδιά, περίπου ζεστή, άπλωνε τα μαβιά χρώματά της πάνω απ΄τις ανοιξιάτικες μυρωδιές, όπως απλώνει η γυναίκα τα κουρασμένα μέλη της στην αγκαλιά του εραστή της μετά τον έρωτα.
Οι "παρέες" τού καφενείου είχαμε μεταφερθεί στα στρογγυλά μεταλλικά τραπεζάκια στην πλατεία απέναντι από το μαγαζί. Κι όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, ακόμα και στην πλατεία, είχα βρει γωνίτσα για να κάθομαι: κάτω από τη νεραντζιά στο ανατολικό παρτέρι. Η μυρωδιά των λουλουδιών της μού θύμιζε τη μυρωδιά των ανθισμένων πορτοκαλιών στο χωριό μου, τα βράδια της Μεγάλης Παρασκευής. Πάνε από τότε σχεδόν σαράντα χρόνια. Ούτε το λιβάνι από το θυμιατό του παπά μύριζα, ούτε το καμένο λάδι από τα καντηλάκια στα μνήματα. Παντού πορτοκαλάνθη: η μυρωδιά του Παραδείσου! Βέβαια, με τα χρόνια, οι συγχωριανοί μου κατάλαβαν ότι Παράδεισος δεν υπάρχει, ή - με άλλα λόγια - ότι τα πορτοκάλια τους δε θα είχαν ποτέ καλή τιμή πώλησης - κι οι πορτοκαλιές ξεριζώθηκαν για να φυτευτούν ελιές κι ακτινίδια.
Επίσης, το ανατολικό παρτέρι, είχε ένα ακόμη πλεονέκτημα: απεριόριστη θέα στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος πίσω από τις πυκνές πολυκατοικίες. Τον Παράδεισο, λοιπόν, όπως και την άνοιξη, αν δεν τον βρεις τον φτιάχνεις **. Μακάριοι όσοι δεν τον βρίσκουν κι αναγκάζονται να τον φτιάξουν από μικροπράγματα, από το τίποτα, από το "απ' τ' ολότελα...". Έχει μια διάρκεια στο χρόνο και τελικά μια μονιμότητα αυτή η συμβατική και συμβιβαστική κατασκευή παραδείσου. Ουαί κι αλίμονο σε όσους παρασύρονται από τις σειρήνες των ενστίκτων και γεύονται τον Παράδεισο αβίαστα, ακούσια και μοιραία. Γιατί ο υπερκόσμιος Παράδεισος είναι έκλυτος, εφήμερος, κίβδηλος κι ανεπικερδής (όπως οι πορτοκαλιές των παιδικών μου χρόνων).
Τα δάχτυλά τους μπλεγμένα πάνω στο τραπέζι, τα πόδια τους μπλεγμένα κάτω από το τραπέζι. Οι καφέδες τους δυο νερουλά ζουμιά άθικτα. Τα χείλη τους αγγίζονταν ακόμα κι όταν δε φιλιόντουσαν. Συζητούσαν ψιθυριστά με τα χείλη τους ενωμένα. Ποια άλλη εικόνα να ζητήσει κανείς για να αποδείξει τον έρωτα; Κι όταν δε μιλούσαν, συνομιλούσαν οι ανάσες τους και τα δάχτυλά τους, με φωνούλες και γέλια που με ξεκούφαιναν και πλημμύριζαν τη σιωπή μου οίκτο. Της φιλούσε τα μαλλιά, το λαιμό, τα χέρια. Τη φιλούσε με τα μάτια του.
Το σκοτάδι κατέβαζε τα βλέφαρά του πίσω από το ψηλό πεύκο απέναντί μου, κι εκείνη κατέβαζε τα δικά της ενώ εκείνος της ψιθύριζε - αλίμονό της! - φλυαρίες του έρωτα. Τα τελευταία χρυσά και κόκκινα βλέμματα της ημέρας έσβησαν οριστικά για να ανάψουν τα βλέμματα των εραστών, χρυσά και κόκκινα κι αυτά.
Μα ετούτοι οι δύο απέναντί μου δεν είχαν ανάγκη από μάτια για να βλέπονται, όπως δεν είχαν ανάγκη από χέρια για να χαϊδεύονται. Είχα γίνει μάρτυρας μιας προμελετημένης διπλής αυτοκτονίας, από εκείνες που οι αυτόχειρες δε γράφουν το γνωστό επεξηγηματικό της πράξης τους σημείωμα, παρά αφού ξεψυχήσουν. Θαμπή η ως τα τώρα ζωή τους, όπως το ανοιξιάτικο δειλινό. Οι μέρες τους, για χρόνια μπλεγμένες σε σκονισμένους ιστούς αράχνης, σε αισθήματα μουντά, σε ευτυχίες και πίκρες μισερές. Αλλά ένα σημαντικό γεγονός - ένα γεγονός που συνήθως εμφανίζεται νυχοπατώντας κρυμμένο πίσω από την ασημαντότητά του, όπως όταν σκοντάφτεις πάνω σε μια πέτρα ή όταν χάνεις δυο ανάσες αντικρίζοντας μια όμορφη κοπέλα - αλλάζει το δρόμο της ιστορίας και διακόπτει τη συνέχεια της ζωής.
Ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο δικό τους, ολόδροσο και φλογισμένο. Η παρουσία τους είχε μετατρέψει, για όλους μας, την πλατεία σε απαραβίαστο Παράδεισο την έκτη μέρα της δημιουργίας. Ακόμη κι αν χωρίζονταν σε λίγα λεπτά, για λίγες ώρες ή για λίγα χρόνια ή για πάντα, κάθε τρίχα του κορμιού τους βοούσε για την απαξία και την κενότητα των αποστάσεων. Αν δεν ήξερα με βεβαιότητα ότι ήταν ήδη νεκροί, θα ορκιζόμουν ότι ο ένας θα έδινε και τη ζωή του για τον άλλον.
Η εικόνα τους με λυπούσε και με τρόμαζε. Μυημενη από χρόνια στο ανέγγιχτο άγγιγμα, ήταν σα να στέκομαι μπροστά σε δυο είδωλα, με δέος για το επισχρύσωμα που θαμπώνει τα μάτια και με λύπη για την κιβδηλότητά τους.
Θα έπρεπε να μπορώ να ξεριζώσω αυτό που είχαν μέσα τους και να τους το τρίψω στη μούρη, αποκαλύπτοντας τη φονική παροδικότητά του, να σβήσω αυτή τη φλόγα και να τους την παρουσιάσω όπως ακριβώς είναι: ένας βούρκος επικίνδυνος, γεμάτος βρωμερά αιμοδιψή σκουλήκια που λάμπουν κάτω από το φως των αστεριών σα χαριτωμένες πυγολαμπίδες. Θα έπρεπε να είχα έναν τρόπο να τους δείξω πως ο ενθουσιασμός τους δεν είναι παρά μια πέτρα δεμένη στο λαιμό, που θα τους οδηγήσει στον πάτο αυτού του βούρκου. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος αναντίρρητος, για να τους αποδείξω πως η μούχλα της προγενέστερης ζωής τους ήταν η μόνη σίγουρη σωτηρία και πως σ' αυτήν έπρεπε να επιστρέψουν, αν επιθυμούσαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Παράδεισος είναι μόνο μια υπόσχεση για να νανουρίζονται γλυκά τα νήπια κι οι Κήποι της Εδέμ έγιναν τσιφλίκια για να μοιραστούν με δίκαιο κλήρο στους νόμιμους - λόγω κληρονομικού δικαιώματος - τσιφλικάδες. Τα ευωδιαστά φυτά τους ξεριζώθηκαν λόγω πενιχρών προσόδων.
Ο κυρ-Αναστάσης μού σέρβιρε τη δεύτερη καράφα κι έμεινα να μεταλαβαίνω για ακόμη μία βραδιά την ύστατη Θεία Κοινωνία του ετοιμοθάνατου, ενώ τα δύο πρωτόπλαστα νήπια απομακρύνονταν αγκαλιασμένα και μισοκοιμισμένα από το παραμύθι τους.
----------
*Τζον Στάινμπεκ, "Ανατολικά της Εδέμ", μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Πέλλα
**Οδυσσέας Ελύτης: "Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις" ("Εκ του πλησίον", εκδ. Ίκαρος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου