Μέρος πρώτο
Η οχλαγωγία των θαμώνων του καφενείου δε φαινόταν να την εμποδίζει να ακούει τις επιπλήξεις του. Το καταλάβαινα από τα καταφατικά της νεύματα που μετά βίας διακρίνονταν, αδιόρατες κοφτές κινήσεις του σκυμμένου κεφαλιού της, εντελώς αχρείαστες.
Η στάση του κορμιού του - γερμένος μπροστά προς το μέρος της - οι κυρτοί του ώμοι, οι καταπιεσμένες νευρικές κινήσεις των χεριών του, που μια σφίγγονταν σε γροθιές και μια έσφιγγαν τα λυγισμένα γόνατά του, μαρτυρούσαν ότι όσα έλεγε έπρεπε να εισακουστούν, και εισακούγονταν.
Πού και πού εκείνη σήκωνε με φόβο και ντροπή το χαμηλωμένο της βλέμμα στους τριγύρω πελάτες. Με είδε. Δεν αρνήθηκα - χαμηλώνοντας αντίστοιχα από ντροπή το δικό μου βλέμμα - ότι την κοίταζα. Έστριψα τσιγάρο, με ξανακοίταξε, όχι τυχαία αυτή τη φορά, και χωρίς φόβο, σα να με ευχαριστούσε που την πρόσεχα και τη νοιαζόμουν. Έδινε την εντύπωση της απροστάτευτης, όχι όμως και της αβοήθητης. Ήταν φανερό ότι δεν την ευχαριστούσε να τον ακούει, έδειχνε όμως να το αντέχει με μια παράξενη αρετή υπομονετικής απόλαυσης.
Δυο λεπτές γάμπες διαγράφονταν κάτω από το καλσόν της, οι αστράγαλοί της λεπτοί κι αυτοί, χωρίς τα συνήθη εξογκώματα. σχεδόν ανύπαρκτοι. Τα δάχτυλά της μπλεγμένα πάνω στη φούστα της, που κάλυπτε με τη δέουσα φροντίδα και σεμνότητα τα γόνατά της, άλλοτε ζάρωναν το ύφασμα, άλλοτε ζάρωναν μεταξύ τους. Τα μαλλιά της χρυσαφένια και λυτά, χυμένα στους λεπτούς της ώμους, που τους κάλυπτε ένα πλεκτό κατακόκκινο σάλι. Τη φαντάστηκα να το πλέκει μόνη της, με εκείνα τα μπλεγμένα της δάχτυλα και το κεφάλι της ίδια σκυμμένο.
Σε μια ακούσια, φυσική κίνηση, τίναξε με το ένα της χέρι τα μαλλιά της προς τα πίσω. Εκείνος, σα να περίμενε την απρέπειά της αυτή, πετάχτηκε πάνω αρπάζοντας την τσάντα της και χωρίς να περιμένει να δει την αντίδρασή της κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Κι ήταν πραγματικά σα να είχε αρπάξει το χέρι της, γιατί εκείνη σηκώθηκε χωρίς καθυστέρηση κι ακολούθησε.
Απέμεινα καθισμένη στη γωνιά μου, έξω είχε πιάσει να σκοτεινιάζει, η φθινοπωρινή υγρή αχλή του σούρουπου απαλωνόταν παντού. Πράξη δράματος χιλιοπαιγμένη, ήμουν σίγουρη. Κάποια άλλη στιγμή, σε κάποιον άλλο χώρο, θα τους συναντούσα και πάλι, στους ίδιους ρόλους, μα με διαφορετική σκηνοθεσία. Ρόλοι γραμμένοι όχι από κάποιον τρίτο, αλλά από αυτους τους ίδιους.
Ψυχοενεργός κυκεώνας και ισόβια καταδίκη.
Η σιωπή της - σκεφτόμουν - μπορεί να σημαινε ενοχή, μπορεί παραδοχή, μεταμέλεια ή ακόμα και παραίτηση. Δεν έδειχνε ούτε ευτυχισμένη, ούτε όμως και δυστυχισμένη. Σα να την ευχαριστούσε η ταπείνωση που ένιωθε από τη μικροπρέπεια μιας τέτοιας ευτυχίας. Μπλεγμένοι κι οι δυο σε μια εκ φύσεως σύμβαση ορισμένου χρόνου, που εθιμικά μετατράπηκε σε αορίστου, πώς θα ξέκοβαν;
Η ρουτίνα βαραίνει πάνω μας - όγκοι χιονιού πάνω στις στέγες των σπιτιών μας που τρίζουν και βαρυγγομούν, όμως αντέχουν γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, υψώνονται έξω από τις πόρτες και τα κλειστά παράθυρά μας, εμποδίζοντας κάθε διέξοδο. Σχέσεις που παγώνουν τις καρδιές, μα που δεν τις εγκαταλείπει κανείς, είτε από συνήθεια, είτε από διαφθορά.
Θα επέστρεψαν στο σπίτι τους, υπέθετα, αποκαμωμένοι κι οι δυο. εκείνος από τη σφιγμένη ένταση των μυών του όση ώρα της μιλούσε, κι εκείνη από τη σφιγμένη ένταση της αταραξίας της όση ώρα τον άκουγε: η επιβεβλημένη λόγω δημοσίου χώρου "καθώς πρέπει" συμπεριφορά, που έχει την παράδοξη ιδιότητα να εντείνει και ταυτόχρονα να αποδυναμώνει την όποια οργή, εκμεταλλευόμενη με χρηστή οικονομία την καταδυνάστευση αυτής της ίδιας της οργής.
Η επόμενη μέρα θα τους έβρισκε μονιασμένους, ή συμβιβασμένους. Εκείνη θα του σέρβιρε το μεσημεριανό φαγητό και θα καθόταν να φάει μαζί του για να του αποδείξει ότι τον χρειάζεται για συντροφιά. Εκείνος θα προσφερόταν να πλύνει τα πιάτα, για να της αποδείξει ότι τη λογαριάζει.
Προσχηματικές αντιπαροχές.
Αφού γνώριζαν πια κι οι δύο πολύ καλά πόσο μάταιο είναι να υποφέρεις από το πολύ, από το αβάσταχτο, από αυτό που μεγαλώνει μέσα σου και που δεν το χωράς.
Και πόσο άσκοπο είναι να υποφέρεις από το λίγο, από την άχρωμη ασημαντότητα της συνήθειας που κατακλύζει τη ζωή μας αφήνοντας - τι περίεργο! - παντού κενά.
Κι είναι, μα την αλήθεια, τόσο ευεργετική αυτού του είδους η επίγνωση, αυτού του είδους η αδιαφορία.
Η οχλαγωγία των θαμώνων του καφενείου δε φαινόταν να την εμποδίζει να ακούει τις επιπλήξεις του. Το καταλάβαινα από τα καταφατικά της νεύματα που μετά βίας διακρίνονταν, αδιόρατες κοφτές κινήσεις του σκυμμένου κεφαλιού της, εντελώς αχρείαστες.
Η στάση του κορμιού του - γερμένος μπροστά προς το μέρος της - οι κυρτοί του ώμοι, οι καταπιεσμένες νευρικές κινήσεις των χεριών του, που μια σφίγγονταν σε γροθιές και μια έσφιγγαν τα λυγισμένα γόνατά του, μαρτυρούσαν ότι όσα έλεγε έπρεπε να εισακουστούν, και εισακούγονταν.
Πού και πού εκείνη σήκωνε με φόβο και ντροπή το χαμηλωμένο της βλέμμα στους τριγύρω πελάτες. Με είδε. Δεν αρνήθηκα - χαμηλώνοντας αντίστοιχα από ντροπή το δικό μου βλέμμα - ότι την κοίταζα. Έστριψα τσιγάρο, με ξανακοίταξε, όχι τυχαία αυτή τη φορά, και χωρίς φόβο, σα να με ευχαριστούσε που την πρόσεχα και τη νοιαζόμουν. Έδινε την εντύπωση της απροστάτευτης, όχι όμως και της αβοήθητης. Ήταν φανερό ότι δεν την ευχαριστούσε να τον ακούει, έδειχνε όμως να το αντέχει με μια παράξενη αρετή υπομονετικής απόλαυσης.
Δυο λεπτές γάμπες διαγράφονταν κάτω από το καλσόν της, οι αστράγαλοί της λεπτοί κι αυτοί, χωρίς τα συνήθη εξογκώματα. σχεδόν ανύπαρκτοι. Τα δάχτυλά της μπλεγμένα πάνω στη φούστα της, που κάλυπτε με τη δέουσα φροντίδα και σεμνότητα τα γόνατά της, άλλοτε ζάρωναν το ύφασμα, άλλοτε ζάρωναν μεταξύ τους. Τα μαλλιά της χρυσαφένια και λυτά, χυμένα στους λεπτούς της ώμους, που τους κάλυπτε ένα πλεκτό κατακόκκινο σάλι. Τη φαντάστηκα να το πλέκει μόνη της, με εκείνα τα μπλεγμένα της δάχτυλα και το κεφάλι της ίδια σκυμμένο.
Σε μια ακούσια, φυσική κίνηση, τίναξε με το ένα της χέρι τα μαλλιά της προς τα πίσω. Εκείνος, σα να περίμενε την απρέπειά της αυτή, πετάχτηκε πάνω αρπάζοντας την τσάντα της και χωρίς να περιμένει να δει την αντίδρασή της κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Κι ήταν πραγματικά σα να είχε αρπάξει το χέρι της, γιατί εκείνη σηκώθηκε χωρίς καθυστέρηση κι ακολούθησε.
Απέμεινα καθισμένη στη γωνιά μου, έξω είχε πιάσει να σκοτεινιάζει, η φθινοπωρινή υγρή αχλή του σούρουπου απαλωνόταν παντού. Πράξη δράματος χιλιοπαιγμένη, ήμουν σίγουρη. Κάποια άλλη στιγμή, σε κάποιον άλλο χώρο, θα τους συναντούσα και πάλι, στους ίδιους ρόλους, μα με διαφορετική σκηνοθεσία. Ρόλοι γραμμένοι όχι από κάποιον τρίτο, αλλά από αυτους τους ίδιους.
Ψυχοενεργός κυκεώνας και ισόβια καταδίκη.
Η σιωπή της - σκεφτόμουν - μπορεί να σημαινε ενοχή, μπορεί παραδοχή, μεταμέλεια ή ακόμα και παραίτηση. Δεν έδειχνε ούτε ευτυχισμένη, ούτε όμως και δυστυχισμένη. Σα να την ευχαριστούσε η ταπείνωση που ένιωθε από τη μικροπρέπεια μιας τέτοιας ευτυχίας. Μπλεγμένοι κι οι δυο σε μια εκ φύσεως σύμβαση ορισμένου χρόνου, που εθιμικά μετατράπηκε σε αορίστου, πώς θα ξέκοβαν;
Η ρουτίνα βαραίνει πάνω μας - όγκοι χιονιού πάνω στις στέγες των σπιτιών μας που τρίζουν και βαρυγγομούν, όμως αντέχουν γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, υψώνονται έξω από τις πόρτες και τα κλειστά παράθυρά μας, εμποδίζοντας κάθε διέξοδο. Σχέσεις που παγώνουν τις καρδιές, μα που δεν τις εγκαταλείπει κανείς, είτε από συνήθεια, είτε από διαφθορά.
Θα επέστρεψαν στο σπίτι τους, υπέθετα, αποκαμωμένοι κι οι δυο. εκείνος από τη σφιγμένη ένταση των μυών του όση ώρα της μιλούσε, κι εκείνη από τη σφιγμένη ένταση της αταραξίας της όση ώρα τον άκουγε: η επιβεβλημένη λόγω δημοσίου χώρου "καθώς πρέπει" συμπεριφορά, που έχει την παράδοξη ιδιότητα να εντείνει και ταυτόχρονα να αποδυναμώνει την όποια οργή, εκμεταλλευόμενη με χρηστή οικονομία την καταδυνάστευση αυτής της ίδιας της οργής.
Η επόμενη μέρα θα τους έβρισκε μονιασμένους, ή συμβιβασμένους. Εκείνη θα του σέρβιρε το μεσημεριανό φαγητό και θα καθόταν να φάει μαζί του για να του αποδείξει ότι τον χρειάζεται για συντροφιά. Εκείνος θα προσφερόταν να πλύνει τα πιάτα, για να της αποδείξει ότι τη λογαριάζει.
Προσχηματικές αντιπαροχές.
Αφού γνώριζαν πια κι οι δύο πολύ καλά πόσο μάταιο είναι να υποφέρεις από το πολύ, από το αβάσταχτο, από αυτό που μεγαλώνει μέσα σου και που δεν το χωράς.
Και πόσο άσκοπο είναι να υποφέρεις από το λίγο, από την άχρωμη ασημαντότητα της συνήθειας που κατακλύζει τη ζωή μας αφήνοντας - τι περίεργο! - παντού κενά.
Κι είναι, μα την αλήθεια, τόσο ευεργετική αυτού του είδους η επίγνωση, αυτού του είδους η αδιαφορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου