Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Ο εραστής Ηλίας Πετρίδης


Ο Ηλίας Πετρίδης έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω από το γραφείο του, κουμπώνοντας το φερμουάρ του παντελονιού του. Κόντευε οκτώμιση, είχε ήδη σκοτεινιάσει κι η κίνηση στην Κηφισίας είχε αρχίσει να γίνεται υποφερτή.

"Άργησα πάλι απόψε", είπε χωρίς τύψεις ή απολογητική διάθεση, απλά κάνοντας μια καθημερινή διαπίστωση, σα να έλεγε "Πάλι κρύο θα έχει σήμερα".

Η Όλγα, υπεύθυνη HR της εταιρείας του τρίτου, φόρεσε τις γόβες της χωρίς να έχει κανένα άγχος, ειλικρινές ή ρουτίνας, για την ώρα.

Ο Ηλίας Πετρίδης θα μπορούσε να έχει την Όλγα χρόνια ερωμένη του.
Η Όλγα θα μπορούσε να είναι ο μεγάλος του έρωτας κι η μόνη του ελπίδα και χαρά ζωής μέσα στην καταδίκη του να ζει με μια σύζυγο ψυχρή κι αδιάφορη, που ευτυχούσε μόνο χρεώνοντας τις πιστωτικές του επιτυχημένου επιχειρηματία συζύγου της. Η Όλγα θα μπορούσε αντίστοιχα, σχεδόν, να ευτυχεί με μισή ζωή, με έναν ειλικρινή κρυφό έρωτα και με αντίστοιχες χρεώσεις στις πιστωτικές του εραστή της.

Σε κάθε περίπτωση, ο φειδωλός στα άυλα συγχωρείται (;) αν είναι γενναιόδωρος στα υλικά.

Η Όλγα, όμως, ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μικρότερη του Ηλία Πετρίδη, νεοπροσληφθείσα στο κτίριο όπου στεγαζόταν η εταιρεία marketing του τελευταίου, κι η τρίτη κατά σειρά που του έπαιρνε πίπες εκτός ωραρίου τον τελευταίο χρόνο.
Είχαν προηγηθεί η Χριστιάννα, ασκούμενη στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου κι η Σίλια που για ένα φεγγάρι έκανε delivery από τη διπλανή καφετέρια.

Ο Ηλίας Πετρίδης θα μπορούσε να είναι ο δυστυχής σύζυγος που αναγκάστηκε να παντρευτεί από προξενιό τη γυναίκα που το ακαθάριστο εισόδημα του πατέρα της ταίριαζε με το ακαθάριστο εισόδημα του δικού του πατέρα.
Ο Ηλίας Πετρίδης, όμως, κατά τα φαινόμενα, δεν ήταν ένας δυστυχής σύζυγος που αναζητούσε την τρυφερότητα του αληθινού έρωτα.

Και η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου, άλλωστε, δεν ήταν καμιά κακόμοιρα που επαφιόταν στην προίκα της για να αποκατασταθεί.
Ο Ηλίας Πετρίδης γνώρισε την Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου στη Νομική Σχολή Αθηνών, όταν κι οι δυο τους ήταν δεκαοκτώ χρονών. Δεν έγιναν αμέσως ζευγάρι, αλλά βρίσκονταν για χρόνια πολύ συχνά σε κοινές παρέες. Τόσο συχνά και για τόσα χρόνια, που τελικά η αμοιβαία συμπάθεια οδήγησε μοιραία τον έναν στο κρεβάτι του άλλου.

Η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου ήταν κι αυτή γόνος πλούσιας οικογένειας της Αθήνας και μέχρι να γίνει για δεύτερη φορά μάνα ήταν κι επιτυχημένη δικηγόρος.
Γυναίκα όμορφη, έξυπνη, ταμαχιάρα και παθιασμένη. Της άρεσε το σεξ, της άρεσε το διάβασμα κι ο κινηματογράφος. Από τα δεκαοκτώ της είχε κάνει εντύπωση στον Ηλία Πετρίδη. Κανείς τους όμως δεν κατάλαβε ποτέ από πού ξεφύτρωσε (αν ποτέ ξεφύτρωσε) ο έρωτας.

Δυο χρόνια ζευγάρι, άλλα δυο χρόνια παντρεμένοι κι άτεκνοι, άλλα είκοσι χρόνια γονείς δυο παιδιών και συνολικά τριάντα χρόνια γνωστοί.

(Συνεχίζεται...)

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Ο επιχειρηματίας Ηλίας Πετρίδης



Ο Ηλίας Πετρίδης εργαζόταν πολλές ώρες καθημερινά. Διήυθυνε δική του εταιρεία marketing. Μόνος του την έστησε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, κι είχε ήδη φτάσει να απασχολεί δεκαπέντε υπαλλήλους στην Αθήνα κι άλλους τόσους στα γραφεία της Θεσσαλονίκης.

Ο Ηλίας Πετρίδης θα μπορούσε να είναι ένας φτωχός αυτοδημιούργητος ήρωας μυθιστορήματος ή πρωταγωνιστής ελληνικής ταινίας του '50, που κατάφερε να ξεφύγει από το ορεινό χωριό του κάπου στην ελληνική επικράτεια και να σπουδάσει στην Αθήνα ενώ παράλληλα δούλευε για να πληρώνει τα έξοδά του. Θα μπορούσε να είχε φτάσει στην Αθήνα με δυο αλλαξιές σε μια βαλίτσα κι όνειρα φουσκωμένα ποτάμια να ποτίζουν τη μιζέρια της φοιτητικής ζωής του εικοσάχρονου επαρχιώτη στην πρωτεύουσα.
Όμως όχι, ο Ηλίας Πετρίδης ήταν γόνος πλούσιας Αθηναϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του, Αθανάσιος Πετρίδης, ήταν από τους πιο επιφανείς δικηγόρους της Αθήνας τις δεκαετίες του '60, του '70 και του '80. Με γραφείο στο Κολωνάκι και σπίτι στην Πλάκα.

Η μόνη γενναία απόφαση που χρειάστηκε να πάρει ο Ηλίας Πετρίδης ήταν όταν, μετά το θάνατο του πατέρα του, παραχώρησε το μερίδιό του στο οικογενειακό δικηγορικό γραφείο στην επίσης δικηγόρο αδερφή του, έβαλε το πτυχίο της νομικής στο συρτάρι κι αποφάσισε να ασχοληθεί με το marketing.
Βέβαια, κι αυτή του η απόφαση ήταν μάλλον εκ του ασφαλούς γενναία, αφενός επειδή η ακίνητη περιουσία που κληρονόμησε από τον Αθανάσιο Πετρίδη του πρόσφερε μια μόνιμη σωσίβια λέμβο σε περίπτωση επιχειρηματικού ναυαγίου, κι αφετέρου επειδή το οικογενειακό δικηγορικό γραφείο θα ήταν πάντα το απάνεμο λιμάνι που θα τον περίμενε να προσαράξει.

Παρ' όλα αυτά, και για το δίκαιον του πράγματος, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Ηλίας Πετρίδης διήυθυνε μόνος του μια επιτυχημένη εταιρεία που κατάφερε να είναι σχετικά κερδοφόρα κατά τη διάρκεια της κρίσης, έχοντας αναλάβει την προώθηση ελληνικών προϊόντων ως κι εκτός συνόρων.

Οι επιτυχίες, όμως, κόποις κτώνται. Ο Ηλίας Πετρίδης, λοιπόν, δούλευε δέκα με δώδεκα ώρες τη μέρα και πολύ συχνά έπρεπε να ταξιδεύει εντός και εκτός Ελλάδας, λείποντας για μέρες από την Αθήνα.

Ή πάλι, ίσως να μην ήταν και τόσος κόπος όλα αυτά τα ταξίδια. Ο Ηλίας Πετρίδης θα μπορούσε να είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος καριέρας που αγαπάει τη δουλειά του, αγαπάει τα ταξίδια και δεν βαρυγκομεί μπροστά στις θυσίες που θα του εξασφαλίσουν την επαγγελματική επιτυχία.

Ο Ηλίας Πετρίδης ο επιχειρηματίας, όμως, δεν ήταν από αυτούς τους ταγμένους καριερίστες.

Υπάρχουν άνθρωποι που ασφυκτιούν εντός των τειχών του σπιτιού και της οικογένειάς τους και θα έκαναν τα πάντα για δυο αναπνοές καθαρού αέρα.
Υπάρχουν άνθρωποι δειλοί ή πλεονέκτες, που κοτεύουν ή τσιγκουνεύονται να απωλέσουν τη σταθερά του φαντασιακού ιδεογράμματος της οικογένειας.

(Συνεχίζεται...)

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020



Χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶματούτη ἡ ἀγάπη ποὺ πηγαίνει
σκορπισμένη, μαζεμένη,
σκορπισμένη πάλι-πάλι,
κι ὅμως σφύζει κι ὅμως πάλλει
στὴ δαγκωματιὰ τοῦ μήλου
στὴ χαραγματιὰ τοῦ σύκου
σ᾿ ἕνα βυσσινὶ κεράσι
σὲ μιὰ ρώγα ἀπὸ ροδίτη
τόση ἀνάερη Ἀφροδίτη,
θὰ διψάσει θὰ κεράσει
ἕνα στόμα κι ἄλλο στόμα
χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα.

28. 8. 1945

Γιώργος Σεφέρης,  "Περιστατικά (1931-1971;)"

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Ονείρωξη ΙΙ


"We are such stuff as dreams are made on and our little life is rounded with a sleep."

William Shakespeare, "The tempest" (1611)

----------

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη που δεν υπήρχε, δεν υπάρχει, και δε θα υπάρξει ποτέ, ζούσε ένα τυφλό κορίτσι.
Είχε γεννηθεί φτωχό, δεν είχε σπίτι να μείνει κι έτσι όλη του τη ζωή την περνούσε σέρνοντας τα τιποτένια υπάρχοντά της από εδώ κι από εκεί.

Κοιμόταν όπου έβρισκε. Δεν ήταν ζητιάνα, ποτέ δε ζητούσε τίποτα από κανέναν, η φτώχεια όμως κι η δυστυχία δεν χρειάζονται ντελάλη. Πάντα κάποιος βρισκόταν να της προσφέρει. Το κορίτσι τους έδιωχνε όλους, δεν ήθελε αυτά που της έδιναν. Όχι από εγωισμό ή περιπαθή περηφάνεια, αλλά επειδή κάτι άλλο ήταν αυτό που της έλειπε, ή νόμιζε ότι της έλειπε: το υλικό των ονείρων έψαχνε, όχι τα υλικά αγαθά των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας άντρας της πρόσφερε χρήματα. Το κορίτσι ψηλάφισε τα κέρματα με τα μικρά του τα χεράκια και του τα επέστρεψε ευχαριστώντας τον. Δεν της έλειπε τίποτα που να μπορεί να το αγοράσει με τα χρήματα των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας άλλος άντρας της πρόσφερε φαγητό. Το κορίτσι το έφερε κοντά στο πρόσωπό του, ακούμπησε λίγο τη γλώσσα του και του το επέστρεψε χαμογελώντας. Δεν πεινούσε για τα φαγητά των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας τρίτος άντρας της πρόσφερε ρούχα καθαρά και μια μαλακή κουβέρτα για να σκεπάζεται τα βράδια. Το κορίτσι χάιδεψε τα αφράτα ρούχα, μύρισε τη λουλουδάτη φρεσκάδα τους και του τα επέστρεψε. Κρύωνε τόσο πολύ, που ούτε το πιο χοντρό πάπλωμα δεν μπορούσε να τη ζεστάνει.

Μια μέρα, ένας τέταρτος άντρας της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί να τον ακολουθήσει. Θα την πήγαινε στους καλύτερους γιατρούς και θα έκανε τα πάντα για να ξαναβρεί το φως της. Το κορίτσι τραβήχτηκε ευγενικά από δίπλα του. Αυτό που ήθελε να δει δεν μπορούσαν να της το δείξουν ένα ζευγάρι υγιή μάτια.

Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά στην παραμυθένια πόλη. Η κίνηση στους δρόμους είχε ελαττωθεί, κανείς δεν ασχολιόταν πια με το παράξενο αυτό πλάσμα, που έδειχνε τόσο αβοήθητο μα που βοήθεια δεν καταδεχόταν.
Και μια νύχτα, που δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ, ένας πέμπτος άντρας πλησίασε το κορίτσι. Τα χέρια του ήταν άδεια, τα ρούχα του βρώμικα και σκισμένα, το πρόσωπό του άδικα γερασμένο, τα ξυπόλητα πόδια του γεμάτα πληγές.

Πήρε το κορίτσι αγκαλιά, μύρισε τα μαλλιά της, γεύτηκε το στόμα της, φίλησε τα μάτια της και τρέμοντας της πρόσφερε την πιο ανεπανόρθωτη ομολογία.
Αυτή που τους ξαναέπλασε από το υλικό των ονείρων.
Είχαν πια κι οι δύο ξυπνήσει και καλημέρισαν τον έρωτα-θάνατο.

Το επόμενο πρωί, οι υπνοβάτες καλικάντζαροι της παραμυθένιας πόλης κουβάλησαν τα παγωμένα κορμιά τους στο νεκρο-δικείο.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Ονείρωξη Ι


"Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ'όνειρο. Και το πρωί "καλημέρα" λες, "καλημέρα" σου λένε. Κι η σφαγή συνεχίζεται."

Τάσος Λειβαδίτης, "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου"

----------

Έκατσαν αποκαμωμένοι κάτω από τον παχύ ίσκιο του πεύκου. Γύρω τριγύρω η ζέστη του μεσημεριού αποκάρωνε τα ξερά λείψανα των άγριων θάμνων και το αποστεωμένο χώμα της εξοχής. 

Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, έπιασε το στήθος του προσπαθώντας να μαζέψει την ανάσα του και χωρίς να την κοιτάξει της είπε :
"Δεν θα σε έχω ποτέ, γιατί σε αγαπάω τόσο που σου ανήκω."
Εκείνη τον κοίταξε πίσω από τα μαύρα γυαλιά ηλίου της, σήκωσε το αριστερό της φρύδι κι είπε με το αγαπημένο, εκνευριστικό και κυνικό υφάκι της:
"Είσαι κότα."
"Δε θα με καταλάβεις ποτέ."
"Είσαι κότα."
"Είσαι ένα θαύμα, κι εγώ στέκω τρομοκρατημένος κι ευγνώμων μπροστά σου. Είμαι δικός σου, μα δεν μπορώ να σε έχω. Δεν σε χωράω."
"Είσαι μεγάλη κότα."

Φλόγες οργής άναψαν στις κόρες των ματιών του. Το παιδιάστικο, λατρευτικό, βουρκωμένο βλέμμα μετατράπηκε σε θηριώδες βλέμμα άγριου ζώου. Άρπαξε τα γυαλιά της και τα πέταξε μακριά. 
"Σου έχω πει ότι είμαι παραδομένος στα μάτια σου! Γιατί τις φοράς αυτές τις βλακείες;"

Την άρπαξε από το λαιμό και κυλίστηκαν στις πευκοβελόνες. Γέμισαν τα μαλλιά της, γέμισαν τα γένια του. Ατάραχη, με τρυφερότητα σεραφική, άπλωσε το χεράκι της να απαλλάξει το όμορφο πρόσωπό του από τις αγκυλωτές καρικατούρες ξερού φυλλώματος του πεύκου. 

Φωτιά ήταν τώρα το βλέμμα του, το κορμί του όλο πύρινο. Με χέρια που έτρεμαν σαν πρωτάρη παρθένου, με κινήσεις κοφτές και βίαιες σαν θαμώνα μπουρδέλου, της έσκισε το φουστάνι. Τα στήθη της χύθηκαν έξω από τα σκισμένα κομμάτια υφάσματος, μικρά, αθώα και ξεδιάντροπα.
Τι αριστερό του χέρι στο λαιμό της, ένας τρόπος να εκβιάσει το επίμονο βλέμμα της μέσα στο δικό του, το δεξί του χέρι οδηγητής του πόθου του ανάμεσα στα πόδια της. 

Μ' έναν αχνό ανασασμό, έπαψε πια να είναι γυναίκα και ξανάγινε παρθένα. Άνοιξε τα χέρια της, άνοιξε τα πόδια της, ολόκληρο το κορμί της τεντώθηκε κι άνθισε σαν ανοιξιάτικο ρόδο για να τον χωρέσει μέχρι βαθειά στη μήτρα της. 
Κι έτσι τον ξαναγέννησε, χωρίς οδύνες, γιατί οι οδύνες δεν ταιριάζουν στο όνειρο. 

Ο ήχος του ξυπνητηριού αδίστακτος. Είχε δεκαπέντε λεπτά μπροστά του για να σηκωθεί, να καλημερίσει την οικογένειά του και να φύγει για τη δουλειά. 
Τα βλέφαρά του πεισματικά κλειστά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γευτεί για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα τη ματαιότητα του είναι του μέσα της.
Βρέφος ήδη, νιογέννητο, άνοιξε τα μάτια να αγκαλιάσει με βλέμμα δειλό τη μάνα που τον ξαναγέννησε.

Αντίκρισε τη γυναίκα του με το μαχαίρι στο χέρι πάνω από το κεφάλι του.
"Καλημέρα", του είπε, "έτοιμος για ένα γύρο ακόμα;"

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

Προμηθέας Δεσμώτης


Η αγάπη που φουντώνει, θεριεύει, αργοσβήνει και πεθαίνει μέσα σε δεσμά.

Η αγάπη - νήπιο, που άλλο τρόπο δεν έχει να ενηλικιωθεί, παρά μονάχα έναν μασκαρά εκβιασμό.

Η αγάπη που κάθε μέρα επαναλαμβάνει ρουτίνες και τεχνάσματα ετών για να αποδείξει την ύπαρξή της.

Η αγάπη των ανθρώπων: εγωιστική, εξημερωμένη και φυλακισμένη, που άλλο τρόπο δεν έχει να επιβεβαιωθεί παρά μόνο με τη στέρηση της νόμιμης αντιπαροχής.

Και δες πώς κατάντησες.
Ένα αθάνατο μισοφαγωμένο κορμί.
Τιμωρημένος και θυσιασμένος για τον ανώτερο σκοπό της αγάπης των ανθρώπων.

Πηγή έμπνευσης: 
"Η μόνη δύναμη που αναγνωρίζουν οι γυναίκες είναι η δύναμη του σκλάβου κι η μόνη δικαιοσύνη που καταλαβαίνουν είναι η μοιρολατρική δικαιοσύνη του σκλάβου."
"Τι σόι αγάπη ήταν αυτή που ήθελε το αντικείμενό της εξημερωμένο και φυλακισμένο;"
Rachel Cusk, "Κύδος", Gutenberg 2019

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Η Αγγελική


Η Αγγελική σηκώθηκε όπως πάντα στις 07:00 και πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της.
Έφτιαξε κολατσιό για τα παιδιά της και για εκείνον, τον άνδρα της, κι άνοιξε το κινητό της να χαζέψει λίγο στο Facebook.

Τα παιδιά μεγαλωμένα, οι ευθύνες της λιγότερες. Εκτός από την ευθύνη εκείνου, του άνδρα της, που την κουβαλούσε πάνω από είκοσι χρόνια.
Καθώς τον ξεπροβόδιζε ως την πόρτα τον σταμάτησε πιάνοντάς τον από το μπράτσο.
"Σήμερα θα πάω να μαζέψω τα κουφάρια της", του είπε.
Εκείνος χλώμιασε κ έγνεψε αμίλητος καταφατικά.

Η Αγγελική ασχολήθηκε με το νοικοκυριό της, έστειλε δυο τρία μηνύματα στον άνδρα της να του υπενθυμίσει τα ψώνια της ημέρας και μπήκε στο αυτοκίνητό της.
Οδήγησε ως το σπίτι της Μυρτώς, έκοψε το κεφάλι από το άψυχο κορμί της και συνέχισε.
Οδήγησε ως τον γκρεμό κάτω από το ξωκλήσι, έκοψε το σμπαραλιασμένο κεφάλι της Άννας και συνέχισε.
Οδήγησε ως την ερημική παραλία, έκοψε το κεφάλι από το παγωμένο κορμί της Λαμπρινής και συνέχισε.
Οδήγησε ως το κλειστό μαγαζί, έκοψε το κεφάλι από το μπλάβο κορμί της Θάλειας κι επέστρεψε στο σπίτι τους.

Τα αράδιασε και τα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι τους, άναψε τσιγάρο και τον περίμενε να γυρίσει από τη δουλειά του.

"Ορίστε, σου την έφερα", του είπε μόλις εκείνος άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εμετός του ήρθε και ξέσπασε σε κλάματα.
"Αγγελική," ψιθύρισε μέσα στα αναφιλητά του, "γιατί της το έκανες αυτό; Ήταν ο έρωτας της ζωής μου".
"Εσύ της το έκανες γλυκέ μου", του απάντησε και βγήκε στη βεράντα να συνεχίσει το τσιγάρο της. Θυμήθηκε πριν ένα χρόνο που έβγαινε μέσα στη νύχτα στη βεράντα για να καπνίσει και για να μη βλέπει εκείνον, τον άνδρα της, να κοιμάται δίπλα της χαμογελώντας μέσα στο όνειρό του για εκείνη, την άλλη. Θυμήθηκε τα απογεύματα που τον άκουγε να σιγομουρμουράει σκοπούς τραγουδιών για εκείνη, την άλλη. Θυμήθηκε τον πανικό που είχε όταν της είπε ότι αγαπάει εκείνη, την άλλη, και γέλασε δυνατά.

Εκείνος τρόμαξε ακούγοντας το γέλιο της κι ασυναίσθητα έπεσε πάνω στα κομμένα κεφάλια για να τα προστατέψει.
Η Αγγελική γέλασε περισσότερο όταν είδε το τρομαγμένο, απελπισμένο, σα μικρού παιδιού βλέμμα του άνδρα της.
Το κόλπο το ήξερε καλά χρόνια: εκείνος έκανε όλη τη βρωμοδουλειά κι εκείνη πήγαινε μετά - όταν έκρινε ότι ήταν η ώρα - και μάζευε τα κίβδηλα λάφυρα των ερώτων του.
Κι εκείνος όμως, ο άνδρας της, το ήξερε καλά το κόλπο. Τι σκατά είχε πάθει τώρα και μυξόκλαιγε έτσι;

"Έχει χώρο στο ντουλάπι 15 για να τη βάλεις", του είπε.
"Αγγελική...γιατί της το έκανες αυτό; Τον ήξερες τον κανόνα. Πάντα ολόκληρα τα κουφάρια τους. Δεν έπρεπε να της το κάνεις αυτό. Εγώ είμαι τελειωμένος, εκείνη όμως είχε μιαν ελπίδα να σωθεί."
"Την αγάπησες τόσο πολύ που δεν της έμενε πια καμιά ελπίδα", απάντησε με ύφος πιο ψυχρό κι από το παγωμένο βλέμμα των κεφαλιών που βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι της, και συνέχισε "δες πώς θα τη στριμώξεις στο 15 κι έλα να φας, σου έχω ετοιμάσει γιουβέτσι".
"Όχι, αυτή θα τη βάλω στο 24", είπε και κατέβηκε στο υπόγειο με τα κεφάλια της στην αγκαλιά του.

Ακόμη και τώρα, την ύστατη στιγμή, δεν ήθελε να συμμορφωθεί στις προσταγές της.
Κλείδωσε λοιπόν κι η Αγγελική την πόρτα του υπογείου και τον άφησε εκεί.

Και κάπως έτσι τον σκότωσε, απαθανατίζοντάς τον μέσα της και τιμωρώντας τον για όλα τα βρωμερά κουφάρια των ερώτων του, που η μπόχα τους έσκιζε τα ρουθούνια της είκοσι χρόνια τώρα.

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

Η Θάλεια


Η Θάλεια είχε σηκωθεί όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.

Το μισάωρο αυτό δεν της επιτρεπόταν να είναι χαμένος χρόνος, σύμφωνα με τις οδηγίες της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου. Ντύθηκε, βάφτηκε, ετοίμασε πρωινό για το παιδί της, ετοίμασε το κολατσιό και το μεσημεριανό που θα έπαιρνε μαζί του στο σχολείο, έβαλε καφέ για την ίδια κι άναψε τσιγάρο. Άνοιξε το κινητό της, ούτε ένα μήνυμα και σήμερα.

Ανταπέδωσε την ίδια ανόρεχτη καλημέρα που εισέπραξε από τον σύζυγο-συγκάτοικο, βεβαιώθηκε ότι η ώρα είχε πάει 06:30 και πήγε να ξυπνήσει το παιδί της. Εφήυρε πέντε τεχνάσματα για να το σηκώσει από το κρεβάτι, τρία τεχνάσματα για να το καταφέρει να φάει λίγα δημητριακά με γάλα πριν τα πετάξει και φτιάξει ομελέτα, δυο τεχνάσματα για να το πείσει να ντυθεί κι άλλα τρία για να πλύνει τα δόντια του.

Άφησε το παιδί να παίξει λίγο με τον σύζυγο-συγκάτοικο κι άναψε δεύτερο τσιγάρο επιβεβαιώνοντας ότι επιτέλους είχε καταφέρει να είναι καλός πατέρας κι ότι επιτέλους το παιδί περνούσε καλά μαζί του.  Ήπιε το δεύτερο φλιτζάνι καφέ κι άναψε το τρίτο τσιγάρο ανακουφισμένη που η σχέση πατέρα κι απογόνου είχε εξομαλυνθεί κι έδειχνε να έχει ελπιδοφόρες προοπτικές εξέλιξης.

Βεβαιώθηκε ότι η ώρα είχε πάει 07:30 και βγήκε με το παιδί της στο δρόμο να περιμένουν το σχολικό λεωφορείο.

Δέκα λεπτά μετά οδηγούσε προς το χώρο εργασίας της. Ακόμα κανένα μήνυμα στο κινητό της. Στις 08:00 έπινε το τρίτο φλιτζάνι καφέ κι άναβε το τέταρτο τσιγάρο. Κάπνιζε πολύ, αλλά τι σημασία είχε; Κάποτε θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς. Τέτοιες φτηνές φιλοσοφίες πολύ τη βόλευαν.

Η μέρα της κύλησε εν μέσω ευγενικής εξυπηρέτησης πελατών, διεκπεραίωσης εκκρεμοτήτων, άλλων οκτώ τσιγάρων και τριών καφέδων.

Το κινητό της κουδούνισε επιτέλους στις 15:25. Ήταν εκείνος, η απόφασή του ήταν οριστική και άμεσα υλοποιήσιμη: θα μετακόμιζε στην Αθήνα.

Βεβαιώθηκε ότι ο σύζυγος-συγκάτοικος μπορούσε να πάρει το παιδί της από το σχολείο στις 16:00, του υπενθύμισε ότι στις 18:00 έπρεπε να το πάει στα αγγλικά κι οδήγησε κλαίγοντας προς το μαγαζί της φίλης της. Η φίλη της έλειπε στην Αθήνα για λίγες μέρες και της είχε αφήσει τα κλειδιά.

Μπήκε μέσα και ξανακλείδωσε, έβαλε μουσική κι έκατσε στο μικρό κουζινάκι, αθέατη από την πρόσοψη του μαγαζιού. Είχε ήδη πάει 18:00 και δεν είχε σταματήσει λεπτό να κλαίει. Έπινε τον έκτο καφέ της ημέρας, αν και πολύ θα προτιμούσε να ήταν επαρκώς εμφανίσιμη για να πάει στη διπλανή καφετέρια και να πάρει ένα ποτήρι κρασί σε πλαστικό.

Στις 18:30 σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τριγύρω για ένα κοφτερό μαχαίρι. Δε βρήκε τίποτα, επέστρεψε στη θέση της και συνέχισε να κλαίει. Έγραψε στο σημειωματάριό της δυο τρεις αράδες "λογοτεχνικού" ύφους και κολοκυθένιας φιλοσοφίας που της ταίριαζε και την ανακούφιζε. Κάτι για τον παράδεισο που δεν επαναλαμβάνεται, κάτι για το τσίρκο της ζωής μας και τέτοια.

Στις 20:00 ξανασηκώθηκε κι άρχισε να ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια. Το βρήκε το μαχαίρι που έψαχνε, ήταν πιο μεγάλο και πιο βαρύ απ' όσο χρειαζόταν, αλλά θα την έκανε τη δουλειά του. Ο πόνος ήταν οξύς αλλά σύντομος. Το αίμα πλημμύρισε την παλάμη της. Δε λιποθύμησε άμεσα, όπως περίμενε, οπότε για να είναι σίγουρη ότι θα πέσει στα μαλακά, ξάπλωσε στο μικρό ντιβάνι δίπλα στο ψυγειάκι.

Όλοι ήξεραν πού βρισκόταν, κι ο σύζυγος-συγκάτοικος κι η φίλη της. Σύντομα θα την αναζητούσαν. Ήλπιζε η αιμορραγία να ήταν αρκετή ως τότε για να μην ταλαιπωρήσουν το ημιθανές κορμί της στα νοσοκομεία.

Και κάπως έτσι εκδικήθηκε κι εκείνον, που (δεν) χρειαζόταν τον αιματοβαμμένο καρπό του χεριού της για να καταλάβει πόσο άνανδρος είναι.

(Συνεχίζεται...)

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Η Λαμπρινή


Η Λαμπρινή είχε σηκωθεί όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.

Πρόλαβε κι ετοίμασε πρωινό για το παιδί της, λίγο πριν σηκωθεί κι ο αμίλητος σύζυγος-γλάστρα. Στις 06:15 ξύπνησε το παιδί της και το ετοίμασε για το σχολείο. Στο μεταξύ, ο σύζυγος-γλάστρα είχε ανακτήσει τη φωνή του και γκρίνιαζε ενώ ξυριζόταν για την ανικανότητα του τεμπέλη συναδέλφου του.

Η Λαμπρινή άκουσε το πρώτο "τιν!" της ημέρας, σαν χορδή κιθάρας που έσπασε μέσα στο κεφάλι της.

Έβαλε το παιδί της στο αυτοκίνητο κι άκουσε και τη δική του γκρίνια σε όλη τη διαδρομή προς το σχολείο.

Λίγο πριν φτάσουν στον παιδικό σταθμό άκουσε και τη δεύτερη χορδή να σπάει μέσα στο κεφάλι της.

Οδήγησε ως το χώρο εργασίας της κι έβγαλε το οκτάωρο σπάζοντας άλλες τρεις χορδές.

Επέστρεψε γύρω στις 16:00 στο σπίτι των πεθερικών της για να παραλάβει το παιδί της. Οι γονείς του συζύγου-γλάστρα είχαν την καλοσύνη να παίρνουν το παιδί της από το σχολείο στις 13:00, αφού εκείνη σχόλαγε δυο ώρες μετά. Σε αντάλλαγμα της εξυπηρέτησης που της πρόσφεραν, είχαν στη διάθεσή τους σχεδόν τρεις ώρες διασκέδασης με το εγγονάκι τους, κατά τη διάρκεια των οποίων το κακομάθαιναν κάνοντας όλα αυτά που η Λαμπρινή απαγόρευε.

Βρήκε το παιδί της να βλέπει τηλεόραση και να τρώει ένα αυγό Kinder. Του ζήτησε να φορέσει τα παπούτσια του για να φύγουν, δέχτηκε αγόγγυστα την άρνησή του, τις φωνές του και τις κλωτσιές του, και γύρω στις 16:30 επέστρεψαν στο σπίτι τους.

Άκουσε την έκτη χορδή να σπάει μέσα στο κεφάλι της.

Πεινούσε κι ήθελε να κάνει ένα τσιγάρο, αλλά δεν της επιτρεπόταν. Τουναντίον, υποδύθηκε τη δασκάλα βάζοντας όλα τα κουκλάκια του παιδιού της στη σειρά και κάνοντάς τους μάθημα.

Ο σύζυγος-γλάστρα επέστρεψε κατά τις 18:00, και άσκησε τα δικαιώματά του στη ζωή: έφαγε, έκανε ντους, ξάπλωσε στον καναπέ, σηκώθηκε για να αποτελειώσει τη μέρα του στο κρεβάτι.

Η Λαμπρινή άκουσε την έβδομη χορδή να σπάει μέσα στο κεφάλι της.

Έβαλε για πέμπτη φορά τις φωνές στο παιδί της, και στις 20:00 το έσυρε στο μπάνιο για να το πλύνει και να του βουρτσίσει τα δόντια. Στις 20:30 έκατσε δίπλα από το κρεβάτι του για να του διαβάσει παραμύθια.

Διάβαζε έχοντας την άκρη του ματιού της στο κινητό της, ήταν η ώρα που εκείνος κάποτε της έστελνε μήνυμα. Η φωτεινή οθόνη εκείνη την ώρα ήταν πάντα μια παρηγοριά.

Είχε φτάσει στην έβδομη σελίδα του δεύτερου παραμυθιού, το παιδί της στριφογυρνούσε στο κρεβάτι χωρίς να κοιμάται κι η οθόνη του κινητού της παρέμενε σκοτεινή.

Άκουσε την όγδοη χορδή να σπάει μέσα στο κεφάλι της.

Άρχισε να κλαίει χωρίς να σταματήσει την ανάγνωση της ιστορίας του μικρού σκιάχτρου. Το παιδί της ακινητοποιήθηκε ακούγοντας τη φωνή της να σπάει. Την κοίταξε με απορία και παράπονο, κι αυτό το βλέμμα του έφερε περισσότερα δάκρυα στα μάτια της Λαμπρινής.

Άκουσε την ένατη χορδή να σπάει μέσα στο κεφάλι της.

Χθες το βράδυ έκλαψε καθώς μάζευε το νεροχύτη. Ποια γυναικεία φιγούρα είναι άραγε πιο τραγική; Αυτή που κλαίει πλένοντας πιάτα ή αυτή που κλαίει διαβάζοντας στο παιδί της την ιστορία του μικρού σκιάχτρου που δώρισε το άψυχο κορμί του στην αγριοτριανταφυλλιά για να αναρριχηθεί και να βλαστήσει;

Το παιδί της κοιμήθηκε, ο σύζυγος-γλάστρα είχε αποκοιμηθεί από ώρα. Η Λαμπρινή ντύθηκε ζεστά, άδειασε σε μια σακούλα ό,τι χάπι βρήκε στο ντουλαπάκι του μπάνιου, πήρε μαζί της κι ένα μπουκάλι νερό κι οδήγησε μέχρι την κοντινή ερημική παραλία. Βεβαιώθηκε ότι η οθόνη του κινητού της δεν την ειδοποιούσε για κανένα μήνυμα και κατάπιε όλα τα χάπια για να σβήσει τη δίψα της για τρυφερότητα.

Και κάπως έτσι έσωσε το παιδί της, χαρίζοντάς του με την απουσία της την παιδικότητα που η εν ζωή θλίψη της του στερούσε.

(Συνεχίζεται...)