Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Η σκηνή

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά
Σπάγκοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπάγκους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα
Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

Μίλτος Σαχτούρης 
"Με το πρόσωπο στον τοίχο" (1952)

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019




"Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω
Φόρεμα να σε ντύσω
Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται
Στις μυστικές του κρύπτες
Στις ανεκπλήρωτες διαθέσεις του
Να σε μαζεύει λίγο λίγο
Σταγόνα σταγόνα μέσα στις φούχτες μου
Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα,
Σαν ένα καθρέπτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου
Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις
Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα
Να γίνει η μεγάλη σιωπή
Να γίνει η μεγάλη στέρηση
Τίμημα της πολλής αγάπης
Τίμημα της πολλής στοργής" 
Τραϊανός Αλέξης, "Μικρές μέρες" (1973)

Δε θέλω ήλιο να κρατηθώ, δε θέλω φόρεμα για να ντυθώ.
Γυμνή μού πρέπει να σεργιανάω, καλοδεχούμενη στις μυστικές κρύπτες του ύπνου σου.
Να μαζεύω λίγο λίγο τα θρυμματισμένα σαν καθρέφτες όνειρά σου, μην τυχόν και πέσεις πάνω τους και κοπείς.
Να μαζεύω σταγόνα τη σταγόνα το ανεκπλήρωτο, μην τυχόν και πέσεις πάνω του κι ολοκληρωθείς.
Για να μπορείς να μ' αγαπάς μες στη μεγάλη σιωπή, μες στη μεγάλη στέρηση. 
Για να μπορώ γυμνή, νυχτερινή, ραγισμένη και πάναγνη να πληρώνω το τίμημα της πολλής αγάπης και της πολλής στοργής.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Χρόνια σας πολλά

"Δεν φοβάμαι παρά μόνο το Θεό - εκτός κι αν τον υπηρετώ.
Και την Ποίηση - ακόμα κι όταν την υπηρετώ."

[...]

"... γιατί  εγώ, άθλιοι, δεν ήρθα εδώ για να παίξω,  αλλά να πονέσω και να χαθώ - μια βροχή από παλιά φτερά
έτσι για το μυστηριώδες του πράγματος. Και μόνον η ποίηση δεν είναι το ταξίδι
αλλά ο πικρός γυρισμός."

Τάσος Λειβαδίτης "Τα χειρόγραφα του φθινοπωρου" 1990

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Όπως θα έπρεπε να "αγαπιούνται" οι άνθρωποι

Η γυναίκα γύρω στα 24, ο άντρας ήδη στα 38. Έρωτας με την πρώτη ματιά, σχολίαζαν όλοι στη μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη. Γεννέτειρα και των δύο.
Εκείνη διατηρούσε ένα μικρό μαγαζί, πρωτοποριακό για την περιοχή, εμπορευόταν κοσμήματα ασημένια και σπάνια αντικείμενα, όλα χειροποίητα. Γυναίκα έξυπνη, με τις κατάλληλες γνωριμίες έφερνε εμπόρευμα ως κι από την Ινδία, πρωτοφανές για επιχείρηση του 80.
Εκείνος μηχανικός στα καράβια, καλή δουλειά, στρωμένη και με πολλά λεφτά.
Είχαν δέσει μαζί, σα να ήταν από πάντα ενωμένοι και να περίμεναν απλά τη στιγμή μέσα στα χρόνια τους που θα συναντιόντουσαν.
Στο γάμο τους φόραγε ένα σκέτο λευκό φόρεμα που είχε φτιάξει μόνη της και μια ασημένια ζώνη, από αυτές που πούλαγε στο μαγαζί της. Δε χρειαζόταν περισσότερα. Το πιο λαμπρό στολίδι της ήταν το χέρι του γύρω από τη μέση της.
Μια μέρα του είπε: "Θέλω να πάω να ανοίξω μαγαζί στα Κύθηρα".
"Όπου πας, θα πάω κι εγώ μαζί σου", ήταν η απάντησή του.
Κι έτσι απλά όπως συναντήθηκαν κι όπως "αγαπήθηκαν" άφησε εκείνος τη δουλειά του στα καράβια και την ακολούθησε στο νησί. Μόνο που έφυγε νωρίς, στα 56 του. Χήρα εκείνη στα 42.
Κι όμως, τόσο πολύ τον αγάπησε, που έμεινε για πάντα μαζί του. Διότι, όπως της αρέσει να λέει κάθε που μνημονεύει τη μοναξιά της, όταν έχεις "αγαπήσει" και "αγαπηθεί" πολύ στη ζωή σου, όλοι οι υπόλοιποι που έρχονται μετά είναι ελάχιστοι κι αχρείαστοι.

"Γιατί δεν αγαπιούνται πια έτσι οι άνθρωποι;" , σε ρωτάω εκ του ασφαλούς, αφού δεν μπορείς να δεις τα βουρκωμένα μου μάτια.
"Οι άνθρωποι τώρα πια ζούνε πιο ρεαλιστικά και μάταια. Επιδιώκουν την πραγμάτωση κι ας υποψιάζονται ότι ισούται με θάνατο. Αρνούνται την ευτυχία της επανάληψης. Και δεν μπορούνε μέσα από την απουσία να βρούνε τη συνέχεια. Έλλειψη φαντασίας; Δεν ξέρω. Εικασίες κάνω. Εγώ δεν νιώθω έτσι. Σε αγαπάω πέρα από την πραγματικότητα."

Κι όμως, σκέφτομαι, έτσι νιώθεις κι έτσι κάνεις. Κι ευτυχώς που σε ρώτησα εκ του ασφαλούς.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019



Το τέλος μιας εποχής που δεν τελειώνει ποτέ.
Όλοι έτοιμοι για τη μεγάλη αναχώρηση, με τα διαβατήρια στα χέρια, μα δεν το κουνάει κανείς.
Ποιος στ' αλήθεια μετράει πια το χρόνο;
Ποιος παρατηρεί τις εποχές να περνούν;
Και πώς;
Κι η ζωή κυλάει καγχάζοντας.
Όλα ίδια, ακίνητα, φυλακισμένα στην ατέρμονη αναμονή αυτού που δεν τελειώνει κι εκείνου του άλλου που δεν έρχεται.

Το τέλος ενός έρωτα αδικαίωτου μέσα στο χρόνο.
Στο τέλος μονάχα οι νεκροί δεδικαίωνται.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Επιθανάτιος ρόγχος (...μήτε τίποτε πια...)

"Σε κάθε φοβέρα χαλασμού θα σταματάω για να κάνω αυτοέλεγχο ποιος είμαι. Αυτό είναι ακριβώς που ήθελα να αποφύγω. Μα είναι χωρίς αμφιβολία το μοναδικό μέσο. Έπειτα από αυτό το λασπόλουτρο θα μπορέσω καλύτερα να παραδεχτώ έναν κόσμο όπου να μην αποτελώ κηλίδα του.Τι τρόπος να λογικεύται κανείς. Θα ανοίξω τα μάτια, θα ιδώ πως τρέμω, θα καταπιώ τη σούπα μου, θα κοιτάξω το μικρό σωρό με τα υπάρχοντά μου, θα δώσω στο κορμί μου τις παλιές διαταγές που ξέρω πως είναι ανίκανο να τις εκτελέσει, θα συμβουλευτώ την παλιωμένη συνείδησή μου, θα ανακατώσω την αγωνία μου για να ζήσω καλύτερα, μακριά πια από τον κόσμο που επιτέλους πληθαίνει και μ' αφήνει να διαβαίνω."

[...]

"Ξέρω αυτές τις μικρές φράσεις που δε λένε τίποτε, κι άμα τις δεχτείς μια φορά μπορούν να σου μολύνουν όλη τη γλώσσα. Τ ί π ο τ ε  δ ε ν  ε ί ν α ι  π ι ο  π ρ α γ μ α τ ι κ ό  α π ό  τ ο  τ ί π ο τ ε. Βγαίνουν από το βάραθρο και δεν παύουν να τραβούν σ' αυτό. Μα τούτη τη φορά θα μπορέσω να γλιτώσω."

[...]

"Να ζεις και να επινοείς. Έχω δοκιμάσει. έπρεπε να δοκιμάσω. Να επινοείς. Δεν είναι λέξη που ταιριάζει. Να ζεις. Ούτε κ αυτή. Δεν πειράζει. Δοκίμασα. Όταν πηγαινοερχόταν μέσα μου το μεγάλο θεριό της σοβαρότητας, λυσσομανωντας, ουρλιάζοντας, ξεσκίζοντάς με. Αυτό το έκανα."

[...]

"Και δοκίμασα πραγματικά να μην είμαι πια τέτοιος, να ζησω, να επινοήσω, να καταλάβω τον εαυτό μου. Μα σε κάθε προσπάθεια τα έχανα, ορμούσα τάχατες να σωθώ μες στα σκοτάδια, έπεφτα στα γόνατα αυτουνού που δεν μπορεί ούτε να ζήσει ούτε να υποφέρει αυτό το θέαμα στους άλλους. Να ζήσω. Μιλάω γι' αυτό χωρίς να ξέρω τι θα πει. Δοκίμασα χωρίς να ξέρω γιατί δοκίμαζα. Στο κάτω - κάτω έζησα τη ζωή μου χωρίς να το ξέρω. Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μιλάω για όλα αυτά. Α, ναι, για να σκοτώσω την πλήξη μου. Να ζήσω και να κάνω να ζήσουν. Δεν αξίζει τον κόπο να περάσουμε από δίκη τις λέξεις. Δεν είναι πιότερο αδειανές απ' ό,τι κουβαλάνε. Ύστερα από την αποτυχία, η παρηγοριά, η ανάπαυση, ξανάρχισα, να θέλω να ζήσω, να κάνω να ζήσουν, να γίνω άλλος μέσα μου, ν' αλλάξω σε άλλον. Τι ψεύτικα που είναι όλα αυτά. Δεν αντάμωσα ποτέ κατι τέτοιο. Ετοιμάζομαι τωρα για τα πιο βιαστικά. Ξανάρχισα. Μα σιγά σιγά για έναν άλλο σκοπό. Όχι πια με το σκοπό να πετύχω, μα να αποτύχω. Υπάρχει κάποια διαφορά. Σ' αυτό ήθελα να φτάσω, αφού πρώτα σηκωνόμουνα κι έβγαινα από την τρύπα μου, κι ύστερα υψωνόμουνα ψηλά στο πορφυρένιο φως για απρόσιτες τροφές, στην έκσταση του ιλίγγου, της χαλάρωσης, της κατάπτωσης, του καταποντισμού, της επιστροφής στο σκοτάδι, στο τίποτα, στη σοβαρότητα, στο σπίτι, σ' αυτό που πάντα με καρτερούσε, που είχε την ανάγκη μου κι εγώ τη δική του, που μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του και μου έλεγε να μη φύγω πια, που μ' έβαζε να κάτσω στη θέση του κι αγρυπνούσε για μένα, που υπόφερνε κάθε φορά που τον άφηνα, που τον πότισα πολλές θλίψεις και λίγες χαρές και που δεν τον είδα ποτέ."

[...]

"Από δω ορμάει μια μέρα ξαφνικά, ενώ όλα χαμογελάνε και λάμπουν, η μεγάλη κι αλησμόνητη έφοδος από μαύρα και χαμηλά σύννεφα, που παρασέρνει για πάντα το γαλάζιο χρώμα. Η θεση μου είναι πραγματικά λεπτή. Πόσα ωραία πράγματα, πόσα σπουδαία πράγματα, θα τα χάσω από φόβο, από φόβο μήπως πέσω στο παλιό μου λάθος, από φόβο μήπως δεν τελειώσω στην ώρα, από φόβο να χαρώ για τελευταία φορά, μ' ένα τελευταίο κύμα θλίψης, ανημπόριας και μίσους."

[...]

"Η αδύνατη θέληση αυτή η ίδια δεν έχει τίποτε το ειδικά ατιμωτικό. Μα είναι λόγος γι' αυτό; Ελπίδες υπάρχουν. Θέλω μονάχα η τελευταία μου να μιλήσει ως το τέλος για τη ζωή, έπρεπε να αλλάξω γνώμη.  Αυτό είναι όλο. Καταλαβαίνω τον εαυτό μου. Αν θα λείψει η ζωή, θα το νιώσω. Θέλω μονάχα να μάθω, από εκείνον που κάνει εδώ τόσο καλό ξεκίνημα, προτού τ' απαρατήσει, ότι μόνο ο θάνατός μου τον εμποδίζει να συνεχίσει, να νικήσει, να χάσει, να χαρεί, να υποφέρει, να σαπίσει και να πεθάνει, κι όταν εγώ είμαι ακόμα ζωντανός θα καρτερούσε, για να πεθάνει, να έχει το κορμί του ξεψυχήσει. Να τι θα πει να μετριάζει κανείς τις απαιτήσεις του."

[...]

"Έτσι ξέκανα τ' αγαπημένα μου πραγματα, που δεν μπορούσα πια να τα κρατήσω, γιατί έκανα το λάθος να πιάνω καινούριους έρωτες."

[...]

"Και το ροχαλητό, τι κάνουμε με αυτό; Να έχεις κλάψει σα μωρό παιδί, κι ύστερα να μην κουράζεσαι να ροχαλίζεις. Τι είναι η ζωή! Σε κάνει να χάνεις την όρεξη για διαμαρτυρίες."

[...]

"Μα ποιος είναι ο έρωτας που είναι απαλλαγμένος από αυτά τα άκακα δυναμωτικά γιατρικά; Πότε είναι ένα πράγμα, μια καλτσοδέτα, καθώς φαίνεται ή κάποιο πραγματάκι που μπαίνει παραμάσχαλα. Και πότε, μα την αλήθεια, είναι η απλή εικόνα ενός τρίτου."

[...]

"Και πήγαινε όλοένα πιο πολύ προς τη μεριά του τείχους, χωρίς ωστόσο να πολυζυγώνει γιατί φυλαγόταν, αναζητώντας μια διέξοδο από την κατάθλιψη να μην έχει κανένα και τίποτα, από τη γη με το λιγοστό ψωμί, με τα λιγοστα καταφύγια, από τους τρομοκρατημένους από τη μαύρη κι άραχνη χαρά να περνάει μονάχος κι άδειος, ανήμπορος για οτιδήποτε, μη θέλοντας τίποτα, πέρα από τη γνώση, την ομορφιά, τον έρωτα. Πράγμα που το εκδήλωνε λεγοντας, βαρέθηκα, γιατί ήταν απλό χωρίς ούτε στιγμή να σκύψει σ' αυτό που τον είχε κάνει να βαρεθεί, μήτε να το συγκρίνει με αυτό που είχε με το παραπάνω προτού το χάσει, και που θα το είχε με το παραπάνω πάλι, όταν θα το είχε ξανά, μήτε να αμφιβάλει πως αυτό που την κατάχρησή του τη νιώθουμε τόσο συχνά, και που έχει την τιμή να παίρνει χίλες ονομασίες και ονόματα, δεν είναι ίσως στην πραγματικότητα παρά ένα."

[...]

"...μήτε στο όνειρο
θέλω να πω ποτέ δε θ' αγγίξει ποτέ
μήτε με το μολύβι του μήτε με το μπαστούνι του
μήτε φώτα φώτα θέλω να πω
ποτέ να δε θ' αγγίξει ποτέ
δε θ' αγγίξει ποτέ
να ποτέ
να να
τίποτε πια."

Samuel Beckett
"Ο Μαλόν πεθαίνει"
Μετάφραση: Β. & Λιλικας Γεωργίου
Εκδόσεις "Δωρικός" (1970)


Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Άνοιξη


Εννέα μήνες προσμένοντας μια άνοιξη που δε θα ερχόταν ποτέ και που έπρεπε να τη φτιάξουμε, αφού έτσι είχε διατάξει ο ποιητής.
Μα και πώς αλλιώς; Αφού ήταν τόση η χαρά και τόσα πολλά τα λουλούδια που άνθιζαν στα χέρια μας όταν σμίγαμε και γέμιζαν το στόμα μου όταν με φιλούσες.
Έπρεπε να κριθούμε.
Γυμνοί στο εδώλιο μπροστά στα χελιδόνια, κατηγορούμενοι για την άνοιξη που δεν μπορέσαμε.
Πώς να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας; Πώς να δικαιολογήσουμε τη γύμνια μας; Πώς να αιτιολογήσουμε την ολιγωρία μας;
Ποτέ δεν ποθήσαμε την άνοιξη. Ποτέ δε λαχταρήσαμε να τελειώσει ο χειμώνας. Το γκρίζο μας ταίριαζε καλύτερα. Μέσα στα φθινόπωρα ανθίζαμε. Μέσα στο θάνατο της φύσης εμείς γεννιόμασταν.
Τα χελιδόνια αμείλικτα κι ο ερχομός τους οριστικός.
Εμείς οι δυο απροετοίμαστοι, στεκόμασταν σαστισμένοι και σιωπηλοί δεμένοι πισθάγκωνα.
Ένοχοι, λοιπον, αναφανδόν.
"Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση".
...και πιάσαμε πάτο.
------------
Πηγές:
"Την άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις." (Οδυσσέας Ελύτης)
"Να κριθεί κάθε άνοιξη απο τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, από το χάδι του το κάθε χέρι, απ' τ' ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί." (Μίλτος Σαχτουρης)
"Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες." (Οδυσσέας Ελύτης)
"Πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη." (Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου)
"Γι' αυτό αναγκάζομαι κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη με μια εποχή φθινοπώρου ν' αποτελειώνω." (Κική Δημουλά)
"Απροετοίμαστη κι η άνοιξη. Σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται, σαστίζει και σωπαίνει" (Γιάννης Ρίτσος)
"Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση" (Οδυσσέας Ελύτης)

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Αναθήματα

ΓΙΑ ΤΗ ΔΑΝΑΗ (που το ζήτησε)

"Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω 
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος 
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή 
σεντόνια 
Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη 
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω 
Μεσ’ από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας 
στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε 

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα 
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς 
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε" 
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο 
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό 
πλεούμενο 
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά 
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά 
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες 
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει 
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά 
που μεγαλώνει 
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ 
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία που το 
εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο 
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο 
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα 
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου 
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι 
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο 
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ για σένα και για μένα."


ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ (που θέλω αρχή και τέλος)

"
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,

μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
...
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο."

ΓΙΑ ΕΣΕΝΑ (και για τα δυο σου χέρια που μόνο αυτά ξέρουν)

"Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται 
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμε τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος."


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΠΑΡΕΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

"Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο 
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό."


Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Προσφέρουμε τις ψυχές μας για να σκουπίζουν οι συνοδοιπόροι μας τα δάκρυά τους.
Σκουπίζουμε κι εμείς με τη σειρά μας τα δάκρυά μας στις ψυχές που λαγχάνουν στο δρόμο μας.
Χαρτομάντηλα μιας χρήσης.
Δίκαιη και ντόμπρα δοσοληψία.
Πώς γίνεται λοιπόν πάντα στο τέλος να περισσεύει η πίκρα, η απορία και το άδικο;


Οδυσσέας Ελύτης, "Ο μικρός ναυτίλος" - Εκδόσεις Ίκαρος 

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Το δέρμα

"Δεν συνέβη τίποτε στην Ευρώπη", είπα.
"Τίποτε;" είπε ο στρατηγός Γκιγιόμ. "Κι η πείνα, οι βομβαρδισμοί, οι τουφεκισμοί, οι σφαγές, η αγωνία, ο τρόμος - όλα τούτα είναι ένα τίποτε για εσας;"
"Α, αυτά δεν είναι τίποτε" είπα. "είναι για γέλια η πείνα, οι βομβαρδισμοί, οι τουφεκισμοί, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης - όλα είναι για γέλια, κουταμάρες, παλιές ιστορίες. στην Ευρώπη αυτά τα ξέρουμε από αιώνες. Τα έχουμε πια συνηθίσει. Δε φταίνε αυτά που έχουμε καταντήσει έτσι".
"Τότε τι σας κατάντησε έτσι;" είπε με κάπως βραχνή φωνή ο στρατηγός Γκιγιόμ.
"Το δέρμα".
"Το δέρμα; Ποιο δέρμα;" είπε ο στρατηγός Γκιγιόμ.
"Το δέρμα" απάντησα σιγανά. "Το δέρμα μας, ετούτο το καταραμένο για τομάρι. Εσάς ούτε που σας περνάει από το νου για πόσα είναι ικανός ένας άνθρωπος, για τι ηεωισμούς και για τι ατιμίες είναι ικανός, προκειμένου να σώσει το τομάρι του. Ετούτο, ετούτο το σιχαμερό πετσί, βλέπετε;" (Και λέγοντας έτσι τσιμπούσα με δυο δάχτυλα το δέρμα από την ανάστροφη του χεριού μου και το τραβούσα πέρα δώθε). "Κάποτε ο κόσμος υπέφερε από την πείνα, τα βασανιστήρια, τα πιο τρομερά μαρτύρια, σκότωνε και πέθαινε, υπέφερε κι έκανε τους άλλους να υποφέρουν, για να σώσει την ψυχή, για να σώσει τη δική του ψυχή και την ψυχή των άλλων. Ήταν ικανός για κάθε ανδραγάθημα και για κάθε ατιμία, προκειμένου να σώσει την ψυχή. Όχι τη δική του μόνο, αλλά και των άλλων. Σήμερα ο κόσμος υποφέρει και κάνει και τους άλλους να υποφέρουν, σκοτώνει και πεθαίνει, κάνει πράγματα καταπληκτικά και πράγματα φρικώδη, οχι για να σώσει την ψυχή του, αλλά για να σώσει το τομάρι του. Ο κόσμος θαρρεί ότι παλεύει και υποφέρει για την ψυχή του, αλλά στην πραγματικότητα παλεύει κι υποφέρει για το τομάρι του, μονάχα για το τομάρι του. Όλα τα υπόλοιπα δε μετράνε. Είμαστε ήρωες για κάτι πολύ φτωχό σήμερα! Για ένα άσχημο πράγμα. Το ανθρώπινο δέρμα είναι άσχημο πράγμα. Κοιτάξτε. Είναι σιχαμερό. Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος είναι γεμάτος ήρωες έτοιμους να θυσιάσουν τη ζωή τους για κάτι τέτοιο!"
"Tout de meme..." είπε ο στρατηγός Γκιγιόμ.
"Δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα...Σήμερα στην Ευρώπη πουλιούνται τα πάντα - τιμή, πατρίδα, ελευθερία, δικαιοσύνη. Πρέπει να αναγνωρίσετε πως είναι ασήμαντο να πουλάει κανείς τα παιδιά του".
"Εσείς είσαστε τίμιος άνθρωπος" είπε ο στρατηγός Γκιγιόμ "δε θα πουλούσατε τα παιδιά σας".
"Πού ξέρεις;" απάντησα χαμηλόφωνα. "Το θέμα δεν είναι να είσαι τίμιος άνθρωπος. Δε σημαίνει τίποτε να είσαι καθωσπρέπει άνθρωπος. Δεν είναι ζήτημα προσωπικής εντιμότητας. Φταίει ο σύγχρονος πολιτισμός, αυτός ο πολιτισμός χωρίς Θεό, που υποχρεώνει τους ανθρώπους να δίνουν τέτοια σημασία στο τομάρι τους. Μόνο το τομάρι μετράει τώρα πια. Σίγουρο, χειροπιαστό, αναντίρρητο είναι μοναχα το τομάρι. Είναι το μόνο που κατέχουμε. Που είναι δικό μας. Το πιο θνητό πράγμα που υπάρχει στον κόσμο. Μόνο η ψυχή είναι αθάνατη, αλίμονο! Αλλά τι αξία έχει τώρα πια η ψυχή; Μόνο το τομάρι μετράει. Όλα είναι φτιαγμένα από ανθρώπινο δέρμα. Ως και οι σημαίες των στρατών είναι φτιαγμένες από ανθρώπινο δέρμα. Δεν πολεμάει κανείς πια για την τιμή, για την ελευθερία, για τη δικαιοσύνη. Πολεμάει για το δέρμα. Για τούτο το σιχαμερό τομάρι".
"Εσείς δε θα πουλούσατε τα παιδιά σας" ξανάπε ο στρατηγός Γκιγιόμ κοιτάζοντας την ανάστροφη του χεριού του.
"Πού ξέρεις;" είπα. "Εάν είχα παιδί, ίσως πήγαινα να το πουλήσω για να αγοράσω αμερικανικά τσιγάρα. Πρέπει να είμαστε άνθρωποι της εποχής μας. Όταν είσαι άνανδρος, πρέπει να είσαι άνανδρος πέρα για πέρα".

Curzio Malaparte - "Το δέρμα" 
Μετάφραση: Παναγιώτης Σκόνδρας
Εκδόσεις Μεταίχμιο