"Σε κάθε φοβέρα χαλασμού θα σταματάω για να κάνω αυτοέλεγχο ποιος είμαι. Αυτό είναι ακριβώς που ήθελα να αποφύγω. Μα είναι χωρίς αμφιβολία το μοναδικό μέσο. Έπειτα από αυτό το λασπόλουτρο θα μπορέσω καλύτερα να παραδεχτώ έναν κόσμο όπου να μην αποτελώ κηλίδα του.Τι τρόπος να λογικεύται κανείς. Θα ανοίξω τα μάτια, θα ιδώ πως τρέμω, θα καταπιώ τη σούπα μου, θα κοιτάξω το μικρό σωρό με τα υπάρχοντά μου, θα δώσω στο κορμί μου τις παλιές διαταγές που ξέρω πως είναι ανίκανο να τις εκτελέσει, θα συμβουλευτώ την παλιωμένη συνείδησή μου, θα ανακατώσω την αγωνία μου για να ζήσω καλύτερα, μακριά πια από τον κόσμο που επιτέλους πληθαίνει και μ' αφήνει να διαβαίνω."
[...]
"Ξέρω αυτές τις μικρές φράσεις που δε λένε τίποτε, κι άμα τις δεχτείς μια φορά μπορούν να σου μολύνουν όλη τη γλώσσα. Τ ί π ο τ ε δ ε ν ε ί ν α ι π ι ο π ρ α γ μ α τ ι κ ό α π ό τ ο τ ί π ο τ ε. Βγαίνουν από το βάραθρο και δεν παύουν να τραβούν σ' αυτό. Μα τούτη τη φορά θα μπορέσω να γλιτώσω."
[...]
"Να ζεις και να επινοείς. Έχω δοκιμάσει. έπρεπε να δοκιμάσω. Να επινοείς. Δεν είναι λέξη που ταιριάζει. Να ζεις. Ούτε κ αυτή. Δεν πειράζει. Δοκίμασα. Όταν πηγαινοερχόταν μέσα μου το μεγάλο θεριό της σοβαρότητας, λυσσομανωντας, ουρλιάζοντας, ξεσκίζοντάς με. Αυτό το έκανα."
[...]
"Και δοκίμασα πραγματικά να μην είμαι πια τέτοιος, να ζησω, να επινοήσω, να καταλάβω τον εαυτό μου. Μα σε κάθε προσπάθεια τα έχανα, ορμούσα τάχατες να σωθώ μες στα σκοτάδια, έπεφτα στα γόνατα αυτουνού που δεν μπορεί ούτε να ζήσει ούτε να υποφέρει αυτό το θέαμα στους άλλους. Να ζήσω. Μιλάω γι' αυτό χωρίς να ξέρω τι θα πει. Δοκίμασα χωρίς να ξέρω γιατί δοκίμαζα. Στο κάτω - κάτω έζησα τη ζωή μου χωρίς να το ξέρω. Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μιλάω για όλα αυτά. Α, ναι, για να σκοτώσω την πλήξη μου. Να ζήσω και να κάνω να ζήσουν. Δεν αξίζει τον κόπο να περάσουμε από δίκη τις λέξεις. Δεν είναι πιότερο αδειανές απ' ό,τι κουβαλάνε. Ύστερα από την αποτυχία, η παρηγοριά, η ανάπαυση, ξανάρχισα, να θέλω να ζήσω, να κάνω να ζήσουν, να γίνω άλλος μέσα μου, ν' αλλάξω σε άλλον. Τι ψεύτικα που είναι όλα αυτά. Δεν αντάμωσα ποτέ κατι τέτοιο. Ετοιμάζομαι τωρα για τα πιο βιαστικά. Ξανάρχισα. Μα σιγά σιγά για έναν άλλο σκοπό. Όχι πια με το σκοπό να πετύχω, μα να αποτύχω. Υπάρχει κάποια διαφορά. Σ' αυτό ήθελα να φτάσω, αφού πρώτα σηκωνόμουνα κι έβγαινα από την τρύπα μου, κι ύστερα υψωνόμουνα ψηλά στο πορφυρένιο φως για απρόσιτες τροφές, στην έκσταση του ιλίγγου, της χαλάρωσης, της κατάπτωσης, του καταποντισμού, της επιστροφής στο σκοτάδι, στο τίποτα, στη σοβαρότητα, στο σπίτι, σ' αυτό που πάντα με καρτερούσε, που είχε την ανάγκη μου κι εγώ τη δική του, που μ' έπαιρνε στην αγκαλιά του και μου έλεγε να μη φύγω πια, που μ' έβαζε να κάτσω στη θέση του κι αγρυπνούσε για μένα, που υπόφερνε κάθε φορά που τον άφηνα, που τον πότισα πολλές θλίψεις και λίγες χαρές και που δεν τον είδα ποτέ."
[...]
"Από δω ορμάει μια μέρα ξαφνικά, ενώ όλα χαμογελάνε και λάμπουν, η μεγάλη κι αλησμόνητη έφοδος από μαύρα και χαμηλά σύννεφα, που παρασέρνει για πάντα το γαλάζιο χρώμα. Η θεση μου είναι πραγματικά λεπτή. Πόσα ωραία πράγματα, πόσα σπουδαία πράγματα, θα τα χάσω από φόβο, από φόβο μήπως πέσω στο παλιό μου λάθος, από φόβο μήπως δεν τελειώσω στην ώρα, από φόβο να χαρώ για τελευταία φορά, μ' ένα τελευταίο κύμα θλίψης, ανημπόριας και μίσους."
[...]
"Η αδύνατη θέληση αυτή η ίδια δεν έχει τίποτε το ειδικά ατιμωτικό. Μα είναι λόγος γι' αυτό; Ελπίδες υπάρχουν. Θέλω μονάχα η τελευταία μου να μιλήσει ως το τέλος για τη ζωή, έπρεπε να αλλάξω γνώμη. Αυτό είναι όλο. Καταλαβαίνω τον εαυτό μου. Αν θα λείψει η ζωή, θα το νιώσω. Θέλω μονάχα να μάθω, από εκείνον που κάνει εδώ τόσο καλό ξεκίνημα, προτού τ' απαρατήσει, ότι μόνο ο θάνατός μου τον εμποδίζει να συνεχίσει, να νικήσει, να χάσει, να χαρεί, να υποφέρει, να σαπίσει και να πεθάνει, κι όταν εγώ είμαι ακόμα ζωντανός θα καρτερούσε, για να πεθάνει, να έχει το κορμί του ξεψυχήσει. Να τι θα πει να μετριάζει κανείς τις απαιτήσεις του."
[...]
"Έτσι ξέκανα τ' αγαπημένα μου πραγματα, που δεν μπορούσα πια να τα κρατήσω, γιατί έκανα το λάθος να πιάνω καινούριους έρωτες."
[...]
"Και το ροχαλητό, τι κάνουμε με αυτό; Να έχεις κλάψει σα μωρό παιδί, κι ύστερα να μην κουράζεσαι να ροχαλίζεις. Τι είναι η ζωή! Σε κάνει να χάνεις την όρεξη για διαμαρτυρίες."
[...]
"Μα ποιος είναι ο έρωτας που είναι απαλλαγμένος από αυτά τα άκακα δυναμωτικά γιατρικά; Πότε είναι ένα πράγμα, μια καλτσοδέτα, καθώς φαίνεται ή κάποιο πραγματάκι που μπαίνει παραμάσχαλα. Και πότε, μα την αλήθεια, είναι η απλή εικόνα ενός τρίτου."
[...]
"Και πήγαινε όλοένα πιο πολύ προς τη μεριά του τείχους, χωρίς ωστόσο να πολυζυγώνει γιατί φυλαγόταν, αναζητώντας μια διέξοδο από την κατάθλιψη να μην έχει κανένα και τίποτα, από τη γη με το λιγοστό ψωμί, με τα λιγοστα καταφύγια, από τους τρομοκρατημένους από τη μαύρη κι άραχνη χαρά να περνάει μονάχος κι άδειος, ανήμπορος για οτιδήποτε, μη θέλοντας τίποτα, πέρα από τη γνώση, την ομορφιά, τον έρωτα. Πράγμα που το εκδήλωνε λεγοντας, βαρέθηκα, γιατί ήταν απλό χωρίς ούτε στιγμή να σκύψει σ' αυτό που τον είχε κάνει να βαρεθεί, μήτε να το συγκρίνει με αυτό που είχε με το παραπάνω προτού το χάσει, και που θα το είχε με το παραπάνω πάλι, όταν θα το είχε ξανά, μήτε να αμφιβάλει πως αυτό που την κατάχρησή του τη νιώθουμε τόσο συχνά, και που έχει την τιμή να παίρνει χίλες ονομασίες και ονόματα, δεν είναι ίσως στην πραγματικότητα παρά ένα."
[...]
"...μήτε στο όνειρο
θέλω να πω ποτέ δε θ' αγγίξει ποτέ
μήτε με το μολύβι του μήτε με το μπαστούνι του
μήτε φώτα φώτα θέλω να πω
ποτέ να δε θ' αγγίξει ποτέ
δε θ' αγγίξει ποτέ
να ποτέ
να να
τίποτε πια."
Samuel Beckett
"Ο Μαλόν πεθαίνει"
Μετάφραση: Β. & Λιλικας Γεωργίου
Εκδόσεις "Δωρικός" (1970)