Σάββατο 27 Ιουλίου 2019


Στα δεκαοκτώ της ερωτεύθηκε έναν "ξένο". Είχε φτάσει στο νησί της για δουλειά. Όταν τελείωσαν οι δουλειές του έφυγε μαζί του για τη γενέτειρα πόλη του. Έκανε μαζί του τρία παιδιά.
Σε κάποιες διακοπές πίσω στο νησί της γνώρισε κάποιον άλλο. Κι αυτός "ξένος". Κι αυτός είχε φτάσει στα μέρη εκείνα για δουλειά.
Κι εκεί λίγο μετά τα σαράντα της, κι ενώ είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με τη βολή των επιμνημόσυνων ήχων της ως τότε ζωής της, ερωτεύθηκε ξανά.
Χώρισε κι ακολούθησε τον νέο της έρωτα σε ένα άλλο νησί, στη δική του πατρίδα.
Η ανέλπιστη χαρά της νέας ζωής που γεννιέται και θεριεύει ενάντια στο θάνατο της ως τώρα ζωής μας, όπως εμείς τη φτιάξαμε και τη θάψαμε, ήταν ικανή να τη θεραπεύσει όταν εκείνη αρρώστησε βαριά.
Ποιος όμως ζωοδότης έρωτας μπορεί να νικήσει τον φυσικό θάνατο;
Η ψυχή μπορεί να αναστηθεί όσες φορές αντέχουμε, το σώμα όχι.
Έμεινε χήρα πριν τα εξήντα της. Κι επέστρεψε στο νησί της. "Ξένη" πια κι η ίδια μετά από σαράντα χρόνια απουσίας, έπρεπε να συστήνεται σε όλους τους παλιούς γνωστούς της, που κανένας πια δεν τη θυμόταν.
Με το ίδιο λίκνισμα στο κορμί της, όπως όταν ήταν δεκαοκτώ, αλλά με τους ώμους λίγο πιο γειρτούς, χωρίς να έχει πια κανενός είδους νεκρανάσταση να περιμένει. 

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

"Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη, όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη, όσο είναι σήμερα." *


Κάποτε χτίζαμε σπίτια με μεγάλα παράθυρα και μικρά μπαλκόνια. Κάποτε "πολυκατοικία" ήταν μόνο οι τέσσερις όροφοι.
Οι πιο προνομιούχοι έμεναν στο ρετιρέ, δημόσια δήλωση κύρους. Στα ισόγεια "στριμώχνονταν" το πολύ δυο οικογένειες.

Τώρα χτίζουμε σπίτια με παράθυρα μικρά, χωμένα πίσω από μεγάλα μπαλκόνια.
Ο μόνος τρόπος να δημιουργήσουμε δυο μέτρα παραπάνω θέα, πριν πνιγεί το βλέμμα μας στην απλωμένη μπουγάδα των απέναντι.

Κάποτε η εξωτερική σιδερένια σκάλα υπηρεσίας ένωνε τις ζωές των ενοίκων.
Τώρα τα κολλημένα δίπλα δίπλα ευρύχωρα μπαλκόνια δεν αρκούν για να μας φέρουν πιο κοντά.

Μια ξεθωριασμένη ταμπέλα στο μικρό μπαλκονάκι ψάχνει αγοραστή δήμιο, για να χτιστεί στη θέση της παλιάς "πολυκατοικίας" μια σύγχρονη, ογκώδης και ψηλή τόσο ώστε να χωρέσει "άνετα" καμιά εξηνταριά αγνώστους, όλοι απόντες από την ίδια τους τη ζωή.

Μοντέρνα, πολύβουα ντουβάρια, άδεια από ζωή.
Κατεδαφιστέα, φιμωμένα παλάτια που σιγοψυθιρίζουν ακόμη τις χαρές μιας άλλης εποχής.


*Αντώνης Σαμαράκης, "Ζητείται ελπίς" (1954)

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019


"Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε."

(Οδυσσέας Ελύτης, "Μαρία Νεφέλη")

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Τελευταίος σταθμός (απόσπασμα)

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη….
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Γιώργος Σεφέρης 

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

"Κραυγάζω ήσυχα απαλά σχεδόν ψιθυριστά"

ΚΕΡΔΟΣ
Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.


ΑΠΟΡΙΕΣ
Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;
Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;
Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;
Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;
Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;
Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;
Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;
Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;
Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;
Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;
Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;
Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;
Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;
Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

Αργύρης Χιόνης, Η Φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966 – 2000. Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2006

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Ετοιμόρροποι δέσμιοι


Οι σκουριασμένες σκαλωσιές, που αποζητάμε ή δεν αρνούμαστε, για να αντέξουμε.
Το κρύο μέταλλο καρφωμένο στο κορμί μας.
Είμαστε όμορφα χαλάσματα, γιατί πασχίζουμε τόσο να αναστηλωθούμε;
Οι ξεπλυμένοι πετρότοιχοι, το καλωσόρισμα των ανοιχτών παραθύρων, οι γκρεμισμένες στέγες οι γεμάτες ουρανό, όλη μας η αλήθεια.
Είμαστε ερείπια παρα(ι)τημένα σε μια αέναη αναμονή ενός καταστροφικού σεισμού.
Η μόνη ελπίδα απελευθέρωσης από τα σιδερένια στηρίγματα: η ισοπέδωσή μας.

Αν μια ζωή πορεύεσαι με δεκανίκια, τότε μια ζωή θα κουτσαίνεις.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

Νερό και χώμα.
Είμαι φτιαγμένη από νερό και χώμα.
Η αρχαία μου γη, ο τάφος μου.
Το υγρό στοιχείο, η αθανασία μου.

Βυθίζω τα πόδια μου στη γη, ποτίζω το χώμα με τα δάκρυά μου.
Βαθειά στη μουσκεμένη γη τα πόδια μου, να βρω τις ρίζες μου, να βγάλω νέες.

Ώσπου το χώμα έγινε λάσπη.