Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, "ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ"

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ
                                Α'
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.
Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

                                Β'
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό
ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!
Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού...
Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.
Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

                                Γ'
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.
Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:
"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.
Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.
Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.
Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."
Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.
...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

                                Δ'
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.
Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.
Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...
Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.
Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

                                Ε'
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.


             Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30


----------
Γιώργος Σεφέρης 
Ποιήματα
Εκδ. Ίκαρος (2018)

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020


Ονόμασέ το Λόγο, όμως δε λέγεται.  Όπως και να τ' ονομάσεις δεν θα το αποδώσεις. Δεν έχει όνομα η αρχή της γης και τ' ουρανού κι είναι των μύριων πραγμάτων η μάνα.

Απερίσπαστος νιώθει κανείς το μυστικό. Όσο περισπάται βλέπει μονάχα τις εκδηλώσεις του. Αυτά τα δυο είναι το ίδιο πράγμα, ανώνυμο ή με διάφορα ονόματα που δείχνουν προς την πύλη της πηγής του κόσμου.

----------
Λάο Τσε Τάο Τε Κινγκ, "Το βιβλίο του Λόγου και της Φύσης".
Απόδοση: Γιώργος Αλεξάκης 
Εκδ. "Σμίλη" (1996)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος έβδομο


Είναι άνθρωποι που ο θάνατος φέγγει από μέσα τους, σαν απόκοσμη φλόγα. Νεκροζώντανοι, περιπλανώμενοι σε μια ζωή που οι ίδιοι άφησαν χέρσα.

Είχε να φανεί μήνες στο καφενείο και σχεδόν τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Ο κυρ-Βαγγέλης, φίλος παιδικός του κυρ-Αναστάση, άνοιξε διστακτικά την πόρτα και προχώρησε με αβεβαιότητα - σα να έμπαινε πρώτη φορά στο μαγαζί. Έκατσε μόνος στο διπλανό μου τραπέζι κι η σιωπή που απλώθηκε στο χώρο δε φάνηκε να διαταράσσει την αταραξία του. Είχαμε μείνει όλοι έκπληκτοι να τον κοιτάμε ρωτώντας ο ένας τον άλλον άηχα: "Αυτός δεν είναι ο...;"
Είχε γεράσει μέσα σε - πόσους; Έβαλα να λογαριάζω - τρείς, τέσσερις μήνες; Δεν ήταν νέος, βέβαια, μα τώρα δα ήταν πραγματικά γερασμένος. Τόσο, που ο συνομήλικός του κυρ-αναστάσης έμοιαζε να θέλει τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμα για να τον φτάσει στα χρόνια.

Έφερε το ποτήρι με το κονιάκ στα χείλη του και το χέρι του έτρεμε. Η γλυκιά μυρωδιά του σκούρου καφεκεχριμπαρένιου ποτού έφτασε ως τα ρουθούνια μου. Τα μάτια του σκοτεινά και γυάλινα, είχε αφήσει γένια, λευκά κι απεριποίητα, σαν τα μαλλιά του που πετούσαν τούφες-τούφες πίσω από τα αυτιά του και κρεμόντουσαν άχαρες ουρές στο σβέρκο του.

Τη γυναίκα του την είχε χάσει από χρόνια, μα ο χαμός της δεν τον λύγισε κι ας είχε περάσει μαζί της μια ζωή - που λέει ο λόγος. "Φοβήθηκα" ότι κάτι κακό είχε συμβεί στον γιο του - είχε κι έναν γιο, παντρεμένο σε άλλη πόλη - ή ότι κάτι κακό συνέβαινε στον ίδιο. Έδειχνε άρρωστος, μα δεν ήταν, θα είχε μαθευτεί στη γειτονιά.
Υπάρχουν ασθένειες "πιασάρικες", τροφές για τα κουτσομπολιά, σίγουρο κέρδος για τους γιατρούς κι ευτυχώς ιάσιμες ή θανατηφόρες. Κι υπάρχουν κι άλλες ασθένειες, που σκάβουν λαγούμι στην ψυχή και στο κορμί για να πετύχουν το τέλειο ριφιφί. Και τότε ανοίγει για τον κάθε άτυχο φιλάσθενο η πόρτα των γηρατειών και του ζώντος θανάτου.Υπάρχουν αρρώστιες ανάλγητες, που σε σκοτώνουν δίχως να σου παίρνουν την τελευταία σου πνοή.

Όλους τους μελετούσα και τους έπαιζα όπως ήθελα, με τη διακριτική και για αυστηρά ιδία χρήση κουτσομπολίστικη διάθεσή μου, χωρίς να ενοχλώ και χωρίς να ενοχλούμαι. Μα με τον κυρ-Βαγγέλη απόψε ένιωθα ότι δε με έπαιρνε για πολλά πολλά. Όλοι τους μου μιλούσαν χωρίς να έχουμε ανταλλάξει ποτέ ούτε μια κουβέντα. Η σκέψη που βασάνιζε τον κυρ-Βαγγέλη, όμως, ούρλιαζε να τον αφήσω ήσυχο, για καλό και δικό του και δικό μου. Κι όταν ένας άνθρωπος επιμένει, με όποιο τρόπο, ότι δε θέλει να μιλήσει για κάτι, σημαίνει ότι μόνο αυτό έχει στο μυαλό του. Φοβήθηκα και γλυκάθηκα.

Ήταν η σκέψη εκείνης που φώναζε ότι δεν ήθελε να αποκαλυφθεί, εκείνης της άλλης - όχι της γυναίκας του - εκείνης που πέθανε πριν τρεις μήνες. Τα ψιθύρισε όλα στον κυρ-Αναστάση που ήρθε και κάθισε μαζί του εν είδει μνημοσύνου, τελικά. Κάθε τόσο επαναλάμβανε με πέτρινη φωνή: "...και δεν έχω δικαίωμα να πάω να σταθώ για μια στιγμή πάνω από τον τάφο της..."
Έστησα αυτί χωρίς καμία διάθεση να χώσω τη μύτη μου, πιότερο ως νεωκόρος που τυχαίνει να βρίσκεται στο χώρο για να σβήσει τα περίσσια κεριά.

Με σεβασμό για το πένθος αυτού του ανθρώπου κι ανείπωτη κατανόηση, όχι τόσο για τον ανθρώπινο θάνατο εκείνης, αλλά για τον απάνθρωπο θάνατο που ζούσε ο κυρ-Βαγγέλης εξαιτίας της, και τον ζούσε για πολλά χρόνια. Δεν ήταν μια ανάμνηση ενός έρωτα κάποτε, ήταν μια χαύνωση, με πόνους διαπεραστικούς που σούβλιζαν από πάντα την ψυχή του. Ένα βάσανο.

Ο θάνατος άλλους τους κουρελιάζει κι άλλους όχι, άλλους πιο πολύ κι άλλους λιγότερο. Ο θάνατος της γυναίκας του τον πόνεσε, μα δεν τον σκότωσε. Ο θάνατος εκείνης τον είχε σκοτώσει. Στην κηδεία της γυναίκας του καθόταν δίπλα στον γιο και στη νύφη του θλιμμένος και σιωπηλός, μα φρεσκοξυρισμένος και φρεσκοκουρεμένος, φορώντας ένα καλοσιδερωμένο μαύρο πουκάμισο. απόψε φορούσε ένα τσαλακωμένο καρό πουκάμισο που ξεχείλιζε το μισό έξω από το λασπωμένο στα μπατζάκια παντελόνι του. Στην κηδεία της γυναίκας του, παρά τον πόνο του, είχε κανονίσει από πριν με τον κυρ-Αναστάση τα κεράσματα για τους συγγενείς και φίλους της συχωρεμένης. Απόψε έφερε άλαλος τρεις φορές το άδειο ποτήρι στο στόμα του - χωρίς να φαίνεται να καταλαβαίνει τι κάνει - μέχρι να του το ξαναγεμίσει ο Σαϊμίρ.

Δεν ήξερα ποια ήταν εκείνη η άλλη, ούτε αν ήταν όμορφη ή αν αυτός την είχε δημιουργήσει έτσι. Μια οπτασία που εμφανιζόταν κάθε βράδυ σαν έκλεινε τα μάτια του και ξάπλωνε δίπλα στη μάνα του παιδιού του. Μια γυναίκα ντυμένη την ακαταμάχητη αθωότητα και γοητεία του "αν" και του "θα μπορούσε να ήταν", ανέμιζε τα νυχτικά της πλησιάζοντάς τον κι απλώνοντας το λευκό της χέρι για να σβήσει το φως, για να μπορεί να τη βλέπει καθαρότερα και φωτεινότερα στα όνειρά του. Τόσα χρόνια απατούσε τη γυναίκα του, χαρίζοντάς της μιαν αγάπη όχι ψεύτικη, μα κάπως αλλοιωμένη, γενετικά τροποποιημένη στο χημικό εργαστήριο της έγγαμης συμβίωσης, της κατά τα δέοντα τεκνοποίησης και της εξυπηρέτησης οικονομικών υποχρεώσεων.

Οι άλλες αγάπες, οι ούτε αληθινές ούτε ψεύτικες, οι ούτε αλλοιωμένες ούτε ατόφιες, οι ακατάλυτες, ανήκουν στο ζόφο των αναμνήσεων και καταλήγουν πάντα ένας σωρός σκουπιδιών στα χέρια μας, που τα σκαλίζουμε, τα σκορπάμε και τα ξαναμαζεύουμε ψάχνοντας για εκείνο το πολύτιμο πετράδι που έλαμψε κάποτε μπροστά στα μάτια μας και μας τύφλωσε. και μας καταδίκασε μια ζωή να ζούμε στο σκοτάδι.

Τα μαζεψα κι έφυγα, ηττημένη κι ανήμπορη. Είχε απόψε ξυπνήσει κι η δική μου βασανιστική χαύνωση. Ανακλαδιζόταν και στριφογύριζε νωχελικά, έπιασε να ξανασκάβει το λαγούμι της, πιο μεγάλο, πιο φαρδύ, για να χωράει να σέρνεται εντός μου - για πόσο ακόμα;

Ίδια όρνιο πήρα το δρόμο για το σπίτι μου βιαστικά, να προλάβω να χορτάσω την πείνα μου ρουφώντας το κουφάρι της δικής μου γλυκιάς και ζοφερής οπτασίας.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Β'


Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.

Γιώργος Σεφέρης, «Μυθιστόρημα»

Από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης - Ποιήματα", εκδ. Ίκαρος (1989)

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος Έκτο




"Βρίσκουμε καταφύγιο στη μετριότητα, από απελπισία για το ωραίο που ονειρευτήκαμε." (Gustave Flaubert)

Προχωρημένο φθινόπωρο, μα ανοιξιάτικο, "γλυκό". Τα νεράντζια μου σάπιζαν πάνω στα κλαδιά ή χάμω στα παρτέρια της άδειας πια από τραπέζια πλατείας. Είχα ξαναπιάσει τη γωνίτσα μου στο εσωτερικό του καφενείου κι ετοιμαζόμουν, μαζί με το υπόλοιπο "κοπάδι", να ξεχειμωνιάσω σαν το μαύρο πρόβατο κάτω από το μεγάλο παράθυρο.

Το τραπεζάκι του Σαϊμίρ δίπλα στην είσοδο έστεκε μονάχο στο πεζοδρόμιο περιμένοντας τον σύντροφό του να σχολάσει. Ο φίλος μου επέμενε ως την τελευταία στιγμή να απολαμβάνει την μπύρα του εκεί έξω, εκμεταλλευόμενος τις αναβροχιές του Οκτώβρη με το ευχάριστα δροσερό του αεράκι. Ήταν η εποχή που απομακρυνόμασταν κάπως - "παίρναμε το χρόνο μας", καθώς αρέσκονται να λένε οι νέοι σήμερα. Ανόητη έκφραση. Ποιος χρόνος μας ανήκει πραγματικά; Όλα δανεικά είναι. Πάντα ακριβής και μονοκόμματη, ρεαλίστρια, αφού τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη, πιστή στο παρόν για να ξέρω τι μου γίνεται, κι αφού το ημερολόγιο μετρούσε μόνο λίγες μέρες μέχρι να καλωσορίσει το Νοέμβριο, δεν έβρισκα λόγο να πίνω το κρασί μου εκτός των τειχών του χειμερινού μιτάτου.

Για να με αναιρέσω αντιφάσκοντας, κι αποδεικνύοντας έτσι την πίστη μου στην αλήθεια και στην παραδοχή μιας ακόμα σκιάς του σκοτεινού εαυτού μου, πρέπει εδώ να σημειώσω ότι ήμουν πάντα απέλπιδα ερωτευμένη με το φθινόπωρο. Ένα ρομάντζο εφήμερο, αδιέξοδο κι αβάσταχτο, που τελείωνε πάντα νωρίς σαν έπιαναν τα πρώτα κρύα του χειμώνα, κουβαλώντας μαζί τους αυτό το μουντό γκρίζο που ξέπλενε αμετάκλητα τα αγαπημένα χρυσαφιά χρώματα του ηλιοβασιλέματος από τις φυλλωσιές, αφήνοντας τα δέντρα με την αδαμιαία περιβολή τους, σχεδόν έως το ημερολόγιο να δείξει την Κυριακή του "Αδαμιαίου θρήνου".
Τόσο "ερωτευμένη" ήμουν, λοιπόν, με το φθινόπωρο, που έχανα κάθε αίσθηση ρεαλισμού εθελοτυφλώντας και κάνοντας τα στραβά μάτια στα ξενοκοιτάγματά του προς τς βελουδένιες ζέστες της άνοιξης. Καθόμουν τυλιγμένη στο ζακετάκι μου μέσα στο μικρό καφενείο και χάζευα με λατρεία από μακριά τα τερτίπια ενός φθινοπώρου που δεν έλεγε να αποδεχθεί τη φύση του: σαν έφηβος που χάνει λίγο λίγο την αθωότητά του κι οδύρεται βασανισμένος από την αλλαγή που δεν επέλεξε.

Και ποιος, αλήθεια, δεν έχει υποπέσει στο παράπτωμα του ατελούς ρομάντζου; Ποιος δεν έχει σκηνοθετήσει μια παρουσία που απουσιάζει ή που τείνει προς εξαφάνιση; Κάπως έτσι, λοιπόν, τα σύκα δεν ήταν πια σύκα - κι ας επέμεναν να κρέμονται λαχταριστά, ευνοημένα από την αλλόκοτη οκτωβριανή ζέστη, στα κλαδιά της συκιάς του διπλανού σπιτιού - αλλά πρώιμα μανταρίνια.
Το κρασί μου το έπινα ήδη σε θερμοκρασία δωματίου, αναμένοντας την επιστροφή - ή τον ερχομό - του άσωτου αντικειμένου του πόθου μου. Μια - δυο ξαφνικές μπόρες τις προηγούμενες ημέρες με είχαν ανταμείψει για την καρτερική μου αφοσίωση. Μπόρες που δεν έφτασαν να ξεδιψάσουν το πετρωμένο από την ξηρασία χώμα, μα που έφτασαν να αγαλλιάσουν την πετρωμένη από μιαν άλλου είδους ξηρασία ψυχή μου.

Μια παρέα, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, στάθηκαν για λίγο στην είσοδο του καφενείου κοιτάζοντας κατά μέσα. Το κορίτσι κάτι είπε και πήγε και στάθηκε πάνω από το τραπεζάκι του Σαϊμίρ. Σε λίγο ο κυρ-Αναστάσης κουβαλούσε δυο καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο. Το φθινόπωρό μου την είχε συνεπάρει με την κίβδηλη ανοιξιάτική του διάθεση. Παρήγγειλαν ούζο με πάγο, στην καρδιά τους είχαν Αύγουστο. Γελούσαν με φρεσκάδα. Η εικόνα τους θάμπωνε από μιαν αδιόρατη νοσταλγία καλοκαιριού. Η εικόνα του μοναχικού τραπεζιού του φίλου μου πάνω στο πεζοδρόμιο θάμπωνε κι αυτή από χρώματα νεανικά και φωτεινά. Η εικόνα της μοναχικής παρέας μου με τον Σαϊμίρ τα καλοκαιρινά βράδια διαλυόταν από έναν από μηχανής θεό, από μια καινοτόμα σκηνοθεσία, από τη σκηνοθεσία της παρουσίας του απόντος καλοκαιριού.

Μου έκανε εντύπωση η ανεπιτήδευτη άνεση με την οποία το κορίτσι συναναστρεφόταν τα δύο αγόρια. Έδειχνε να νιώθει ασφαλής μαζί τους, και γι' αυτό ήταν αυθεντική. Απλοϊκά ντυμένη, χωρίς φορτία στολισμών, κι όμως αψεγάδιαστη. Θα έφταιγε ο χαμόγελό της. Ήταν από εκείνα τα χαμόγελα που συνοδεύονται από δυο λακκάκια στα μάγουλα. Το μελαγχολικό σχήμα των ματιών της, ζαλισμένο από την τόση χαρά, ακολουθούσε το ρυθμό του γέλιου της και μοχθούσε να αλλάξει σπάζοντας το καλούπι του. Μισόκλεινε τα μάτια, έτσι που έχαναν πράγματι το αρχικό μελαγχολικό τους σχήμα, ανάμεσα στα δυο λακκάκια τα μικροσκοπικά της χείλη τεντώνονταν αποκαλύπτοντας δυο σειρές λευκά, επίσης μικροσκοπικά, δοντάκια.
Ένα πρόσωπο γεμάτο καμπύλες και παγίδες.

Μα δεν ήταν η ομορφιά του γέλιου της που με είχε συνεπάρει. Ήταν η ομορφιά της ονειροπόλησης που κρυβόταν από κάτω. Κάθε μια μας στο πόστο της, έτσι όπως βολευόταν η ψυχή της: εκείνη με τη νοσταλγία του καλοκαιριού κι εγώ με τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Εκείνη βολεμένη στη φανταστική της αμμουδιά με την παρέα της και το ουζάκι της - θα στοιχημάτιζα ότι πριν τρεις μήνες λιαζόταν σε κάποια παραλία των Κυκλάδων, γυμνή, με αυτούς τους δύο δίπλα της, το χέρι του ενός στο δεξί στήθος της, το χέρι του άλλου στον αριστερό μηρό της, τα χείλη και των δύο χαμένα στα μαλλιά της.
Εγώ βολεμένη στην όχθη του ποταμού, κάτω από καφεκίτρινα ετοιμοθάνατα πλατανόφυλλα, μόνη μου, με το κρασάκι μου.

Θυμήθηκα ένα - ας πούμε - στοχαστικό μυθιστόρημα: η μοναξιά κρύβει ανάληψη ευθύνης, χωρίς καμιά ελπίδα ανταμοιβής. Ίσως εκεί να κρύβεται πραγματικά το μεγαλείο του καθενός μας, ή η μετριότητά του. Είναι γλυκιά η συντροφιά και παυσίπονη η κατανόηση των ανθρώπων, αλλά όταν έρχεται η ώρα της επιλογής χρειάζεται θάρρος για να επωμιστείς το μεγαλείο της μοναξιάς. Κι αν το μεγαλείο κρύβει μοναξιά, τότε κι η μοναξιά είναι ο προσανατολισμός με το μεγαλύτερο μεγαλείο.

Άφησα τα γυμνά πόδια μου να δροσιστούν στα γάργαρα νερά του ποταμιού μου και βολεύτηκα στο βραχάκι μου.

Ο Σαϊμίρ, πάντα περισσότερο κι ειλικρινέστερα ρεαλιστής από εμένα, ήρθε κι έκατσε δίπλα μου για να μου υπενθυμίσει τη μετριότητά του. Ο στοργικός βοσκός κυρ-Αναστάσης, μαντεύοντας την απογοήτευση των δύο αγαπημένων του αμνών - του ενός εξαιτίας της απώλειας του αγαπημένου του βοσκότοπου και της άλλης εξαιτίας της απώλειας του μεγαλείου της - έφερε κι ακούμπησε μπροστά μας ένα διπλό μεζέ. Ο Σαϊμίρ τσούγκρισε το ξέχειλο ποτήρι του στο δικό μου το ακουμπισμένο στο τραπέζι, έτσι που δυο γερές σταγόνες μπύρα ανακατεύτηκαν αφρίζοντας μέσα στο κρασί μου. Με κοίταξε με ύφος ανακουφισμένα οικείο και άδολα περιπαικτικό.

"Έτσι που τραβάν οι ζέστες, θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος." Είπε, κι άδειασε το ποτήρι του μονορούφι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Λαϊκή Αγορά

Ήρθε ξανά εκείνη η πρόωρη Τετάρτη
Χαμόγελα σε χαρτί
κρεμασμένα στους υαλοκαθαριστήρες,
περνάνε τις χαραμάδες,
σκουπίζουν τους δρόμους...
όλοι είναι με τα καλά τους
από νωρίς
άγουν στα πλαίσια του όχλου.
Λίγο οι διάτρητες συμμαχίες και
οι βεβαρημένες ανεξαρτησίες,
λίγο οι
δεξιοτεχνικές άκρες και αξίες,
ουρές να δεις
στο ζύγι του "απατατάσθε"...
ό,τι βγει λίγο παραπάνω
το αφήνουμε.
Την επομένη,
ώρα 12 μεσημβρινή
και ακόμα
κάποιος να μας βοηθήσει
με τις τσάντες.

Θάνος Λιακόπουλος, ενότητα "Από μια γωνιά ενός δρόμου".
"Ρωγμές στο φως" (συλλογικό έργο), εκδ. Λογείον (2019)

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος πέμπτο



Ήταν η ώρα που ο "Σίμος" έβγαινε από το κουζινάκι με μια παγωμένη μπύρα στο χέρι για να καθίσει, περίπου, μαζί μας. Έχοντας βγάλει από πριν τη λαδωμένη του ποδιά κι έχοντας ρίξει νερό στο πρόσωπό του - πάντα πρόσεχε να εμφανίζεται ευπρεπής στους πελάτες - έκατσε στο τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του καφενείου. Στα μαλλιά του και στα γένια του γυάλιζαν μικρές σταγονίτσες, το μέτωπό του αυλακωμένο από δυο ρυτίδες, κι ας ήταν μόνο τριάντα χρονών.

Δούλευε ήδη επτά χρόνια στο καφενείο. Το άνοιγε το πρωί νωρίς για να κάνει τις απαραίτητες καθαριότητες και να ψήσει καφεδάκια για τους πρωινούς  πελάτες. Όταν, κατά το μεσημέρι, ερχόταν ο κυρ-Αναστάσης με τα ψώνια της ημέρας, εξαφανιζόταν στο κουζινάκι για να βγάλει την υπόλοιπη βάρδια του πάνω από τηγάνια και νεροχύτες. Τον έξω κόσμο τον ξαναέβλεπε μετά τις έντεκα το βράδυ, όταν είχαν σερβιριστεί όλοι οι ζεστοί μεζέδες κι είχαν πλυθεί όλα τα πιατικά.
Το χειμώνα έπινε την μπύρα του πίσω από τον ψηλό πάγκο, δίπλα στο γκαζάκι και στο δίδυμο κουτί με τον ελληνικό καφέ και τη ζάχαρη. Το καλοκαίρι, σ' αυτό το τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του μαγαζιού.

Άφησα το μετερίζι μου κάτω από τις νεραντζιές και πήγα να κάτσω δίπλα του. Το συνήθιζα μερικές φορές, ήμουν η ειδικών συνθηκών φίλη του κι ήταν ο αυστηρά οριοθετημένος φίλος μου. Λόγω συγκυριών, ατυχών επιλογών κι άρα εμπειριών, είχα καταλήξει να μην πιστεύω στην ύπαρξη φιλίας μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου. Τον "Σίμο" όμως, για το καλό του ίδιου, φρόντισα να τον κρατήσω από την αρχή σε απόσταση, χτίζοντας έτσι μαζί του μια σχέση καλής γειτονίας, εγκάρδιας μα χωρίς πολλά πολλά. Μια χαμογελαστή "καλημέρα" το πρωί στο ασανσέρ - σα να λέμε - και μια συγκαταβατική "καληνύχτα", άντε κι ένα "καλή ξεκούραση", το βράδυ στο γκαράζ. Με τον καιρό, μου απέδειξε ότι δε με είχε ανάγκη. Έτσι γλιτώσαμε κι οι δυο μας από ένα σωρό μπλεξίματα.

Ήμουν, ίσως, η μόνη αλλοεθνής που επέμενα να τον φωνάζω Σαϊμίρ, χωρίς να του καταλογίζω περισσότερη διαφορετικότητα από όση κουβαλούσε ήδη. Εκείνος το χαιρόταν, έλεγε ότι βλέπω αυτό που είναι, ενώ οι υπόλοιποι έβλεπαν αυτό που περίμεναν - ή απαιτούσαν - να δουν, δηλαδή έναν "Σίμο", ένα παρατσούκλι, απόδειξη της ειρηνικής και νομοταγούς ένταξής του στην αλλοδαπή - για εκείνον - ελληνική κοινωνία. Μπορεί και να είχε δίκιο. Τον φώναζα "Σαϊμίρ", μπροστά σε όλους τους πελάτες, από αντίδραση στο "ξεβάφτισμα" που του είχε επιβληθεί.

Το "Σίμος" κατάλαβα με τον καιρό ότι ήταν η κρυψώνα του, ένας τρόπος να περνάει απαρατήρητος και να έχει έτσι το κεφάλι του ήσυχο. Πριν επτά χρόνια, όταν τον πρωτογνώρισα, προσπάθησα να τον πείσω να υιοθετήσει εκ νέου το όνομα που αναγραφόταν στο διαβατήριό του. Μάταιος κόπος, δεν ήθελε να βγει από το λαγούμι του. Τα παράτησα. Η χειρότερη συνήθεια του ανθρώπου είναι να δίνει συμβουλές.

Έκανε να σηκωθεί για να μου φέρει κι άλλο κρασί. Τον πρόλαβα και πήγα να το πάρω μόνη μου. Του έφερα κι εκείνου μια μπύρα ακόμη. Ζήτησε να του στρίψω τσιγάρο, γιατί επέμενε ότι ξέρω και τα στρίβω καλύτερα. Ανοησίες. Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν άσσος στα στριφτά. Ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο και ρουφούσε τον καπνό, έδειχνε ότι πρόκειται για έμπειρο καπνιστή. Ήταν ένας ακόμη θεατρινισμός του, να παρασταίνει τον αδαή, μια ακόμη κρυψώνα του. Έπρεπε να υποδύεται τον ανήξερο, το παιδάκι με το χαριτωμένο ουρανοκατέβατο υποκοριστικό που μαθαίνει να κάθεται φρόνιμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ανταποδώσει τις σφαλιάρες που θα φάει.

Δεν ήταν αδύναμος, ούτε βέβαια αγνός. Δε με ενδιέφερε να τον ρωτήσω για τις αλητείες που είχε κάνει πριν τον γνωρίσω ή πριν έρθει στην Ελλάδα, και που φυσικά τις υποψιαζόμουν όλες. Τον εμπιστευόμουν έτσι όπως ήταν, ετσι όπως ήμασταν οι δυο μας καθισμένοι, χαζεύοντας την πλατεία που άδειαζε. Η σιωπή χτίζει εμπιστοσύνη κι αποκαλύπτει μυστικά ευκολότερα από κάθε εκ βαθέων εξομολόγηση. Αλλά θέλει να κλείνεις τα αυτιά και να ανοίγεις τα μάτια. Ήξερα ότι αν ποτέ τον ρωτούσα θα μου τα αποκάλυπτε όλα, κι αυτό μου αρκούσε. Είχε πάνω του μια δυνητικότητα αγνότητας, στο πρόσωπό του, στις δυο ρυτίδες του, σα σκεύος παλαιϊκό που περιμένει να γανωθεί.

Τον ρώτησα αν είχε στο πρόγραμμα να πάει στην πατρίδα του. Απάντησε ίσως, για λίγες μέρες, να δει τη μάνα του και τις αδερφές του. Για καμιά εβδομάδα το πολύ, παραπάνω δεν άντεχε, ούτε τον άντεχαν. Είχε ξεμάθει τους τρόπους τους, σχεδόν και τη γλώσσα τους. Για τους Αλβανούς ήταν Έλληνας και για τους Έλληνες, Αλβανός. Κλισέ, θα μου πείτε. Μα είναι πραγματικότητα. Κι η πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα συντριπτικό κλισέ.

Ο κυρ-Αναστάσης έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα, μέτρησε το μερόνυχτα-κάματο του "Σίμου" και του το έδωσε. Με καληνύχτισε κι άφησε τον φίλο μου πίσω να "σηκώσει" τα υπόλοιπα τραπέζια.

Τον ρώτησα αν είχε μαζέψει τίποτα λεφτά στην άκρη. Γέλασε. "Μα δε γίνεται κι αλλιώς", είπε. "Δεν πάω πουθενά για να ξοδέψω."

Όταν ήρθε στην Ελλάδα, είχε σκοπό να δουλέψει οπουδήποτε και πολύ για να ανοίξει με έναν φίλο του τη δική τους καφετέρια. Στου κυρ-Αναστάση ήρθε για να μάθει τη δουλειά, για κάνα δυο χρόνια. Τα δυο χρόνια έγιναν τρία και τελικά ήδη επτά. Τώρα πια δεν ονειρευόταν δικές του επιχειρήσεις. Του άρεσε να είναι υπάλληλος. Λιγότερες σκοτούρες, είπε. Κι έπειτα, ένας καλός κι έμπιστος υπάλληλος κατέχει μια θέση εξουσίας και συνάμα αγάπης. Το καφενείο δε θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτόν κλεισμένο στο κουζινάκι να περιποιείται με τόσο μεράκι τις τηγανιτές συκωταριές και τις συμμετρικά κομμένες ντομάτες. Ο κυρ-Αναστάσης είχε την οικονομική διαχείριση κι ο "Σίμος" είχε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Και δε δυσανασχετούσε καθόλου. Είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του εγκαταλείποντας τις χίμαιρες των ονείρων του κι έχοντας επιτύχει την απόλυτη εξασφάλιση της εργασιομανούς νωθρότητας.

Καληνύχτισα κι εγώ τον Σαϊμίρ κι έφυγα. Το πρωί έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς. Θα ερχόμουν να πιω τον καφέ μου στο καφενείο, την ώρα που εκείνος θα άνοιγε για να σκουπίσει και να σφουγγαρίσει.

Έτσι, για αλλαγή, για συμπαράσταση. Για την ειδικών συνθηκών παρέα του.
Και για να πάρω λίγο μάτι, από την κλειδαρότρυπα της κρυψώνας του, τη λιτή και συνετή φιλοσοφία του αδικημένου κι αδικαιολόγητα φρόνιμα παραιτημένου κι ευτυχισμένου φίλου μου. 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Εμπόδια


Εκεί που πας να με βρεις ρίχνω ένα καινούργιο φράγμα.
Δεν είναι που δεν θέλω να με βρεις
δεν είναι που θέλω να σε διώξω.
Μόνο που πια πρέπει να δούμε καθαρά
πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε
για να βρεθούμε.
Πρέπει να ελέγξουμε ως πού τραβάει η δύναμή μας.
Κι έπειτα, μην ξεχνάς ποτέ το ενδεχόμενο
τα φράγματα να μην τα φτιάχνω μόνος μου
μα να υπάρχουν πάνω μου και μέσα μου σα μελανές ουλές
αλλάζοντας το σήμα και το χρώμα μου.
Αυτό το εμπόδιο που είναι ο εαυτός μου
για τον εαυτό μου.

Τίτος Πατρίκιος, "Μαθητεία" (1952-1962), εκδ.Πρίσμα (1963)