Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Από τον Εσπερινό της Συγγνώμης ως τον Εσπερινό της Αγάπης

Έμιλυ Ντίκινσον - {324}

«Κάποιοι τηρούν την Κυριακή στην Εκκλησιά-
Την τηρώ κι εγώ, μένοντας στο Σπίτι-
Έχω για Ψάλτη τον Κορυδαλλό
κι έναν Δεντρόκηπο για Τρούλλο-
Κάποιοι τηρούν την Κυριακή με Άμφια Λευκά-
Εγώ απλώς φοράω τα Φτερά μου-
Κι αντί η Καμπάνα να χτυπά της Εκκλησιάς
Ο μικρός μας Νεωκόρος τραγουδά.
Ο Θεός κηρύσσει-διάσημος Κληρικός-
Και το κήρυγμα ποτέ δεν είναι βαρετό-
Έτσι αντί να πάω στον Παράδεισο εντέλει
Το δρόμο μου πάντα ακολουθώ.»

Θωμάς Γκόρπας - "Δόξα της Κυριακής"
«Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.»



Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Τυχερά είναι αυτά...



Εμείς τα κορίτσια γεννηθήκαμε στην Πατρα. Εκεί γύρω στα πέντε μας, τα πουλήσαμε όλα - ποια όλα δηλαδή; Ένα σπιτάκι που είχαμε όλο κι όλο - και φύγαμε για την Αθήνα.
Στην Αθήνα νοικιάσαμε ένα σπίτι στα Πετράλωνα, οδός Κερκύρας αρ. 15. Μικρό ήταν, δυο δωμάτια όλα κι όλα, ένα κουζινάκι και το λουτρό στην πίσω αυλή, ξέχωρα από το σπίτι.
Ένα χρόνο μετά γεννήθηκε ο αδελφός μας ο Ηλίας. Στο ένα δωμάτιο κοιμόντουσαν ο πατέρας με τη μάνα, στο άλλο εμείς.
Με τα λεφτά που πιάσαμε από την πώληση του σπιτιού στην Πάτρα ο πατέρας άνοιξε δικό του μαγαζί με παπούτσια. Πίστευε πολύ ότι τα παπούτσια κρεπ θα τίναζαν στον αέρα τα παπούτσια με τις πέτσινες σόλες, αλλά πέρασε η μόδα και το μαγαζί δεν πήγαινε καλά. Το κράταγε όμως με νύχια και με δόντια, είχε και πέντε στόματα να ταΐσει. Κι έπειτα τι να κάναμε; Να γυρίσουμε στην Πάτρα ούτε λόγος. Τι θα έλεγε ο κόσμος; Άσε που δεν υπήρχαν πια δουλειές στην επαρχία, όλοι έφευγαν κι ερχόντουσαν στην Αθήνα, κι εμείς θα γυρνούσαμε στην Πάτρα; Άμα μπλέξεις με το εμπόριο πρέπει να είσαι και λίγο τυχερός.
Με τις δυσκολίες στη δουλειά του πατέρα αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το γυμνάσιο. Εμείς τα κορίτσια δηλαδή, ο Ηλίας το τελείωσε και σπούδασε δάσκαλος. Διορίστηκε σε ένα χωριό στις Σέρρες. Εκεί γνώρισε τη γυναίκα του, τη νύφη μας. Ξινή γυναίκα και ψηλομύτα.
Η αδελφή μου κι εγώ πήγαμε σε μια ράφτρα στην Κυψέλη να μάθουμε την τέχνη. Δεκαπέντε χρονών ήμασταν τότε, μας είχε για τα ξηλώματα και για να ράβουμε τα κουμπιά. Σε λίγο καιρό μάθαμε και το στρίφωμα. Μας έδινε καλό μεροκάματο, είχαμε και τα τυχερά μας από τις πελάτισσες άμα τύχαινε να τους πάμε το φόρεμα στο σπίτι. Τα βράδια που τελειώναμε τη δουλειά μάς περίμενε στην αρχή ο πατέρας κι αργότερα ο Ηλίας για να μας γυρίσουν στο σπίτι. Δεν ήταν σωστό, έλεγαν, να τριγυρνάνε δυο κορίτσια μόνα μέσα στη νύχτα. Η αδελφή μου δυσανασχετούσε, εγώ δε νοιαζόμουν.
Είναι αλλιώς εκείνη. Για να καταλάβεις, τα βράδια έβαζε στο ράδιο κι άκουγε Μόσχα, αλλά σιγά σιγά μην ακουστεί. Μεγάλος κίνδυνος ήταν τότε. Εγώ δε νοιαζόμουν για τέτοια, τη δουλειά μου κοιτούσα μόνο κι είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
Ό,τι βγάζαμε το δίναμε στη μάνα κι αυτή το μάζευε για την προίκα μας. Δε βαριέσαι, τα πιο πολλά τελικά τα δώσαμε για να σπουδάσει ο Ηλίας. Κι αργότερα που παντρεύτηκε έπρεπε κάπως να του επιπλώσουμε το σπίτι. Σώγαμπρος πήγε, τι θα έλεγε το σόι της νύφης; Στο τέλος δεν είχαν μείνει πολλά από το κομπόδεμά μας, για να μπορεί τώρα η Σερραία σύζυγος δασκάλου να έχει τηλεόραση και να μας κοιτάζει αφ' υψηλού εμάς τις μοδίστρες.
Ας είναι, αφού αυτό ήταν το τυχερό του αδελφού μας, τι να λέμε τώρα;
Όταν σχωρέθηκαν οι γονείς, ο Ηλίας είχε ήδη φύγει για τις Σέρρες. Το αφήσαμε κι εμείς το σπίτι στην οδό Κερκύρας και νοικιάσαμε αυτό το διαμέρισμα στο Παγκράτι. Όπως και να το κάνεις, είναι αλλιώς να υποδέχεσαι την πελάτισσα για την πρόβα της στο διαμέρισμα κι αλλιώς στο χαμόσπιτο.
Καμιά μας δεν παντρεύτηκε. Η αδελφή μου αγαπούσε ένα παληκάρι, Άγγελο τον έλεγαν, οδηγός σε φορτηγό ήταν. Είχαν δεσμό για χρόνια, αλλά εκείνος από καθυστέρηση σε καθυστέρηση το πήγαινε. Μία για να μαζέψει παραπάνω λεφτά, μία για να παντρέψει πρώτα την αδελφή του...έλειπε σε αγώγια για μέρες. Τελικά χώρισαν, την παράτησε δηλαδή, αλλά η αδελφή μου είχε κιόλας πεισμώσει. Έλεγε "ή αυτόν ή κανέναν".
Μετά άρχισε κι ο κόσμος να λέει ότι την κορόιδεψε και πώς την πάτησε τόσο καλό κορίτσι από το φορτηγατζή και τέτοια. Η αδελφή μου δεν έλεγε τίποτα. Κι αν καμιά φορά τα βράδια εκεί που ράβαμε ερχόταν η κουβέντα στα κουτσομπολιά, εκείνη μουρμούριζε χωρίς θυμό "καλύτερα μόνη μου μέσα στο σπίτι μου, παρά μόνη μου μέσα στο γάμο μου".
Τι να πεις; Τυχερά είναι αυτά. Εγώ δεν ήμουν τόσο άτυχη, πίστευα ότι άμα είναι να γίνει κάτι, θα γίνει. Κι έτσι δεν κυνήγησα ποτέ τίποτα κι ούτε έχω να θυμάμαι.
Η αδελφή μου θέλει να θυμάται, γι' αυτό περνάει συχνά από το σπιτάκι στην οδό Κερκύρας. Δεν την καταλαβαίνω...εκεί στέκει ένα σκέτο ρημάδι. Δε δόθηκε για αντιπαροχή όταν έπρεπε, τώρα δεν το παίρνει κανείς. Άχρηστο κι αχρείαστο.
Μοιάζει γεροντοκόρη που απέμεινε στο ράφι, κι οι σάπιοι τοίχοι του γκρινιάζουν μέρα νύχτα ανάμεσα στις πολυώροφες πολυκατοικίες.
Ήταν όμορφο σπίτι κάποτε. Ποιος του δίνει σημασία πια;
Η αδελφή μου μόνο το καμαρώνει ακόμα. Είναι, λέει, η ζωντανή ανάμνηση μιας ολόκληρης εποχής που στέκει περήφανα και σθεναρά απέναντι στη λήθη και στην εξαπάτηση της τσιμεντούπολης.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019


Όχι , όχι,  μη φοβάσαι,  δε θα πέσεις. Σε έχω δέσει σφιχτά στα σκουριασμένα κάγκελα της ζωής μου.
Πώς γίνεται να νιώθεις μόνος; Αφού είμαι εγώ στο πλάι σου και σε φροντίζω. Δε χρειάζεται να νιώθεις.
Τι εννοείς δεν μπορείς να κουνηθείς; Δε χρειάζεται να κουνηθείς, γι' αυτό δεν μπορείς.
Νιώσε τις σταγόνες της βροχής στο πρόσωπό σου. Πάλι αντιρρήσεις; Φυσικά και είναι η βροχή, πώς σου ήρθε ότι είναι βρωμόνερα συντριβανιού; Και τέλος πάντων τι σημασία έχει; Νερό είναι και σε δροσίζει.
Μα πού κοιτάς πάλι; Καλά, κοίτα, εξάλλου η όραση είναι υπερτιμημένη αίσθηση.
Μισό λεπτό να σου σφίξω λίγο τον τρίτο κόμπο στο σχοινί, έχει χαλαρώσει.
Να, δεν είναι καλύτερα τώρα; Ευτυχώς, σε πρόλαβα, θα έπεφτες μέσα στην απύθμενη λίμνη του παραμυθιού.
Ο καιρός φαίνεται να φτιάχνει. Μόλις αισθανθώ λίγο καλύτερα ίσως σου λύσω το δεύτερο κόμπο να ξεμουδιάσουν τα ποδαράκια σου. Μην επιμένεις, δεν είσαι ακόμα σε θέση να κουνήσεις τα πόδια σου, έχε μου εμπιστοσύνη, τόσα χρόνια σε φροντίζω.
Πώς είπες; Με τον τρίτο κόμπο τι θα κάνουμε; Δεν είναι ακόμα ώρα, έχε υπομονή.
Σηκώθηκε αέρας, δυναμώνει. Θεέ μου! Τι αέρας είναι αυτός; Τα σχοινιά! Τα σχοινιά χαλάρωσαν επικίνδυνα! Κρατήσου πάνω μου να τα ξαναδέσω! Κρατήσου! Θα πέσεις! Δεν είσαι ακόμα σε θέση να περπατήσεις.
Ουφ! Εντάξει! Όλοι μου οι κόμποι στη θέση τους, διπλοί και τριπλοί, όπως πρέπει.
Σταμάτα πια να γκρινιάζεις, τι εννοείς τώρα δεν μπορείς να αναπνεύσεις; Δε χρειάζεται να αναπνέεις, γι' αυτό δεν μπορείς.
Ησύχασε, το ξέρω, μ' αγαπάς, "με την αγάπη της συνήθειας, με την αγάπη της ανάγκης, με τη συμπάθεια της καθημερινότητας, που είναι μια εξασφάλιση."
Μα κι εγώ, αγάπη μου, έτσι σ' αγαπώ.
Μην προσπαθείς να κουνηθείς, μην προσπαθείς να μιλήσεις, μην προσπαθείς να αναπνεύσεις, σε τι θα σε ωφελήσει;
Κλείσε τα μάτια σου κι ησύχασε, όλα τελείωσαν.

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Προς κατεδάφιση


Κάποιους ανθρώπους τους θυμόμαστε πάντα γερασμένους. Ίσως επειδή ήταν ήδη μεγαλύτεροί μας όταν τους γνωρίσαμε, ίσως πάλι επειδή η ζωή τούς γέρασε πριν την ώρα τους.
Έτσι θυμάμαι την κυρά Γιωργία, πάντα της γριούλα χαμογελαστή. Ήμουν δέκα χρονών όταν τη γνώρισα. Καθαρίστρια ήταν στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς μου. Μ' ένα χαμόγελο κουρασμένο και καλοσυνάτο μας υποδεχόταν τα πρωινά, μ' ένα ίδιο χαμόγελο μας αποχαιρετούσε τα μεσημέρια.
Δε θα ήταν ούτε εξήντα χρονών τότε, κι όμως στα παιδικά μου μάτια έδειχνε μεγαλύτερη. Γερασμένη ήδη και καταπονημένη, όχι από την κούραση της δουλειάς. Όλη μέρα καθάριζε τις τουαλέτες, το προαύλιο κι έψηνε καφέδες στους δασκάλους αβάρετα, με μια όψη καλοκάγαθης υπομονής.
Γερασμένη ήδη από την απώλεια κι από τον ασήκωτο μπόγο της μοίρας της που κουβαλούσε χρόνια.
Χήρεψε νωρίς, έμεινε μόνη με τα δυο παιδιά της. Μα αυτός ο ασήκωτος μπόγος χωρούσε κι άλλο πόνο. Λίγα χρόνια μετά έχασε τον πρωτότοκο γιο της σε αυτοκινητιστικό.
Της έμεινε ο δεύτερος γιος, μεγαλωμένος όμως στις σκιές των δύο θανάτων.
Πώς να σκουπίσει μόνος του τα δάκρυα της μάνας που μούσκευαν χρόνια την ψυχή του; Πώς από τρίτος στη σειρά να γίνει ξαφνικά ο άντρας του σπιτιού; Καημό τον είχε το γιο αυτό η κυρά Γιωργία, κι ας έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος. Δεν παντρεύτηκε, δεν κάταφερε να βρει μια δουλειά "της προκοπής", ζούσαν από τη σύνταξή της κι από τις φιλανθρωπίες της ενορίας.
Τη θυμάμαι τα καλοκαιρινά απογεύματα να κάθεται στην αυλή του ετοιμόρροπου σπιτιού, σε μια πλαστική καρέκλα, δίπλα της ένα τραπεζάκι κόντρα πλακέ με ένα φλυτζάνι καφέ. Φορούσε πάντα ένα λευκό νυχτικό. Τα μαλλιά της λυτά στους ώμους, πιο λευκά από το νυχτικό της. Η όψη της πάντα καλοκάγαθα υπομονετική και το χαμόγελό της εκεί όπως όταν ήμουν δέκα χρονών, μα ακόμα πιο κουρασμένο. Όπως την ίδια τη θυμάμαι από πάντα γερασμένη, έτσι και το σπιτάκι της το θυμάμαι όπως τώρα, από πάντα ετοιμόρροπο.
Πέρασαν τα χρόνια, πήγε η κυρά Γιωργία να συναντήσει τον άντρα της και το αδικοχαμένο παιδί της.
Έφυγε κι ο άλλος γιος από το μικρό σπιτάκι. Ίσως βρήκε δουλειά τελικά σε άλλη γειτονιά, ίσως έπρεπε να φύγει για να πάψει πια να είναι ο δευτερότοκος κι ο τρίτος στη σειρά.
Ερήμωσε και ρήμαξε το έρημο και ρημαγμένο σπιτάκι. Στην αυλή απέμειναν οι δυο τριανταφυλλιές δίπλα στη μουριά, η άδεια καρέκλα της και το τραπεζάκι που σαπίζει σε μια γωνιά.
Στο παράθυρο το λευκό δαντελένιο κουρτινάκι μού θυμίζει το λευκό της νυχτικό, τα λευκά της μαλλιά, κι ότι εκεί έμενε μια γυναίκα γεννημένη γερασμένη, που ξεχείλιζε απ' την ψυχή της μια φροντίδα για όλους και για όλα.
Κάποτε θα το γκρεμίσουν το μικρό της σπιτάκι, όπως κάνουν με όλα τα ετοιμόρροπα στολίδια της γειτονιάς. Θα λυπηθώ.
Όχι για την κυρά Γιωργία, όχι για το γιο της, όχι για τα ντουβάρια, όχι για την πικρή ζωή της, μα για την ανάμνηση που δε θα μπορώ να την κάνω κι αυτή ένα σωρό από μπάζα.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019


"...Κι ο αγέρας γεμίζει λαλήματα - αλίμονο - γεμίζει απριλιάτικο λάλημα, που τρυπάει σαν καρφί το μυαλό μου, διαπερνά τους αρμούς μου το λάλημα των πουλιών που καρτέραα ν' ακούσουμε στο ίδιο προσκέφαλο. [...] Και με σφάζει το φως και μου σκίζουν τα στήθια οι ευωδιές..."

Άγγελος Σικελιανός, "Γράμματα στην Άννα" (1980)

Φέρ' τε μπροστά μου την άνοιξη μ' όλα της τα λουλούδια να γελάσω με τα φτιασιδώματά της.
Μοιάζει γριά ρυτιδιασμένη, με ψηλά τακούνια, βαμμένα ξανθά μαλλιά κι υστερικό μακιγιάζ στη γερασμένη μούρη της.
Έτσι είναι η ζωή μου κάθε που μπαίνει η άνοιξη: μια γελοία προσπάθεια (α)συνειδητής γελοιοποίησής μου, με ψεύτικα στολίδια, μπογιατίσματα όπως όπως για να κρύψω τις ρωγμές και κοθόρνους δεμένους στα γυμνά μου πέλματα για να δείχνω ψηλότερη, επιβλητικότερη, αυτάρκης.
Μια καθώς πρέπει πρωταγωνίστρια αρχαίας τραγωδίας.
Γιατί εμένα, η ασθματική ψυχή μου ανασαίνει μόνο μέσα στην αποπνικτική ομίχλη του φθινοπώρου.
Με κάθε ξαφνική ανοιξιάτικη μπόρα, θα ξυπνάμε στο ίδιο προσκέφαλο.
Θα θάβω τη μασκαρεμένη γριά και θα γεννιέμαι κορίτσι νέο με πόδια γυμνά και ξέπλεκα μαλλιά.
Και θ' αναπνέω τη βροχή κι όλα τα γκρίζα του ουρανού και της θάλασσας και θα έχω  "μια γεύση τρικυμίας στα χείλη".

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

30/3 Ελευσίνα ΙΙΙ (ή 17/6/1940 Ελευσίνα)

"Ήρθε ο καιρός να ετοιμαστούμε για το γάμο μας. Τέλειωσαν οι διατυπώσεις, τα χαρτιά, οι αποφάσεις. Ο Άγγελος θέλει να γίνουν όλα με τη μεγαλύτερη επιμέλεια κι επισημότητα για το μυστήριο που περιμέναμε τόσον καιρό. Παράγγειλε ο ίδιος τα στεφάνια μας, τις λαμπάδες μας μεγάλες σαν το μπόι του, τα γάντια μας, τα μαντίλια μας, τις άσπρες μας νυχτικές, (τα δαχτυλίδια μας τα φορούσαμε από καιρό) κι όταν τελειώσαμε τις ετοιμασίες αποτραβηχτήκαμε για λίγες μέρες περισυλλογης στο νησί μας. Γυρίσαμε το Σάββατο στην Αθήνα με καθαρά μάτια και καθάρια ακοή από σιωπή και συγκέντρωση. Την Κυριακή μεταλάβαμε στο εκκλησάκι της Πλάκας που 'χε την εικόνα της Αγίας Άννας, παλιά γνωριμία του Άγγελου, και τη Δευτέρα τ' απόγευμα 17 Ιουνίου 1940, ημέρα του Αγίου Πνεύματος, φορέσαμε τα νυφικά μας και πήραμε το δρόμο που 'χει "σημάδι του ιερό την Ελευσίνα". Μπήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο λίγο πριν πέσει η νύχτα, κι όχι δεν ήταν όνειρο "η θεία ετούτη μέρα".
Διαβήκαμε το δρομάκι, ανάμεσα "σ' ορατά κι αόρατα", και φτάσαμε στο εκκλησάκι της Παναγίτσας που βρίσκεται πάνω στο λόφο. Ο παπάς έδειξε έναν μικρό βωμό ακριβώς έξω από το εκκλησάκι κι είπε στον Άγγελο πως αυτή ήταν η "Αγέλαστη Πέτρα", όπου κάθισε η Δήμητρα να συλλογιστεί την κόρη της. Άλλο δεν ήθελε ν' ακούσει ο Άγγελος, να γεφυρώσει τη ζωή μας με τ' αόρατα, κι ο γάμος μας δεν έγινε στο εκκλησάκι μέσα παρά στο βωμό της Δήμητρας. Είχε νυχτώσει πια και μόνο το φεγγάρι μεσούρανα κι οι λαμπάδες που τις κρατούσαμε μόνοι μας, με τρεμάμενη τη φλόγα τους και την καρδιά μας, φωτίζανε το Μυστήριο. Και μπροστά στο θάνατο μπορώ να το πω: Δεν έγινε ποτέ ωραιότερος γάμος!"

Άγγελου Σικελιανού, "Γράμματα στην Άννα" (1980)

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

30/3 Ελευσίνα Ι


Κι η ανάσα έγινε αναφιλητό, χωρίς όμως δάκρυα.
Κοφτές αναπνοές, έκθαμβες και γεμάτες πικρή νοσταλγία για έναν τόπο που δεν είχες επισκεφθεί ποτέ πριν. Μα πώς γίνεται, λοιπόν, να έχεις αναμνήσεις αφού δεν έζησες ποτέ εκεί;
Και τότε, ποιο ήταν αυτό το κορίτσι που καθόταν κρυμμένο πίσω από τις σπασμένες μαρμάρινες πλάκες μέσα στα μεσημέρια;

Το ηλιοβασίλεμα πάντα μελαγχολικό συνηγορούσε στα αναφιλητά σου. Και το σούρουπο κι αυτό με τη σειρά του σκόρπιζε τη δικιά του νοσταλγία για τη μέρα που έφευγε.
Και παντού τριγύρω στους σκαμμένους λόφους, το παράπονο για τα χρόνια που απουσίαζες, το παράπονο για την κάθε μέρα που ήσουν εκεί και που άργησες τόσο να το καταλάβεις.

Σε μια προηγούμενη ζωή, θα πουν οι ονειροπόλοι.
Σε αυτή τη ζωή, κρυμμένη πίσω από τις σπασμένες μαρμάρινες πλάκες της απουσίας του, πνιγμένη στα πνιγμένα αναφιλητά της πικρής νοσταλγίας για το όνειρο που δικαιούσασταν και δεν πραγματοποιήσατε, περικυκλωμένη από τις δικές του αναμνήσεις που ρίζωσαν μέσα σου.

Βγάζεις βιαστικά δυο φωτογραφίες, ανάβεις τσιγάρο και φεύγεις γρήγορα.
Είναι κι αυτή η φωνή που ακούγεται πίσω από τα φουγάρα: "Ως εδώ έφτασες λοιπόν; Φτου σου!"

Ούτε σε μια προηγούμενη ζωή, ούτε στην τωρινή, θα πεις, διότι δεν ονειροπολείς.

"Ίσως σε μια επόμενη...", φτάνει στα αυτιά σου ο ψίθυρος του σπασμένου κίονα καθώς απομακρύνεσαι.
Κι έπειτα πιο ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, "...θα σε περιμένω κάτω από τη χαρουπιά..."