Εμείς τα κορίτσια γεννηθήκαμε στην Πατρα. Εκεί γύρω στα πέντε μας, τα πουλήσαμε όλα - ποια όλα δηλαδή; Ένα σπιτάκι που είχαμε όλο κι όλο - και φύγαμε για την Αθήνα.
Στην Αθήνα νοικιάσαμε ένα σπίτι στα Πετράλωνα, οδός Κερκύρας αρ. 15. Μικρό ήταν, δυο δωμάτια όλα κι όλα, ένα κουζινάκι και το λουτρό στην πίσω αυλή, ξέχωρα από το σπίτι.
Ένα χρόνο μετά γεννήθηκε ο αδελφός μας ο Ηλίας. Στο ένα δωμάτιο κοιμόντουσαν ο πατέρας με τη μάνα, στο άλλο εμείς.
Με τα λεφτά που πιάσαμε από την πώληση του σπιτιού στην Πάτρα ο πατέρας άνοιξε δικό του μαγαζί με παπούτσια. Πίστευε πολύ ότι τα παπούτσια κρεπ θα τίναζαν στον αέρα τα παπούτσια με τις πέτσινες σόλες, αλλά πέρασε η μόδα και το μαγαζί δεν πήγαινε καλά. Το κράταγε όμως με νύχια και με δόντια, είχε και πέντε στόματα να ταΐσει. Κι έπειτα τι να κάναμε; Να γυρίσουμε στην Πάτρα ούτε λόγος. Τι θα έλεγε ο κόσμος; Άσε που δεν υπήρχαν πια δουλειές στην επαρχία, όλοι έφευγαν κι ερχόντουσαν στην Αθήνα, κι εμείς θα γυρνούσαμε στην Πάτρα; Άμα μπλέξεις με το εμπόριο πρέπει να είσαι και λίγο τυχερός.
Με τις δυσκολίες στη δουλειά του πατέρα αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το γυμνάσιο. Εμείς τα κορίτσια δηλαδή, ο Ηλίας το τελείωσε και σπούδασε δάσκαλος. Διορίστηκε σε ένα χωριό στις Σέρρες. Εκεί γνώρισε τη γυναίκα του, τη νύφη μας. Ξινή γυναίκα και ψηλομύτα.
Η αδελφή μου κι εγώ πήγαμε σε μια ράφτρα στην Κυψέλη να μάθουμε την τέχνη. Δεκαπέντε χρονών ήμασταν τότε, μας είχε για τα ξηλώματα και για να ράβουμε τα κουμπιά. Σε λίγο καιρό μάθαμε και το στρίφωμα. Μας έδινε καλό μεροκάματο, είχαμε και τα τυχερά μας από τις πελάτισσες άμα τύχαινε να τους πάμε το φόρεμα στο σπίτι. Τα βράδια που τελειώναμε τη δουλειά μάς περίμενε στην αρχή ο πατέρας κι αργότερα ο Ηλίας για να μας γυρίσουν στο σπίτι. Δεν ήταν σωστό, έλεγαν, να τριγυρνάνε δυο κορίτσια μόνα μέσα στη νύχτα. Η αδελφή μου δυσανασχετούσε, εγώ δε νοιαζόμουν.
Είναι αλλιώς εκείνη. Για να καταλάβεις, τα βράδια έβαζε στο ράδιο κι άκουγε Μόσχα, αλλά σιγά σιγά μην ακουστεί. Μεγάλος κίνδυνος ήταν τότε. Εγώ δε νοιαζόμουν για τέτοια, τη δουλειά μου κοιτούσα μόνο κι είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
Ό,τι βγάζαμε το δίναμε στη μάνα κι αυτή το μάζευε για την προίκα μας. Δε βαριέσαι, τα πιο πολλά τελικά τα δώσαμε για να σπουδάσει ο Ηλίας. Κι αργότερα που παντρεύτηκε έπρεπε κάπως να του επιπλώσουμε το σπίτι. Σώγαμπρος πήγε, τι θα έλεγε το σόι της νύφης; Στο τέλος δεν είχαν μείνει πολλά από το κομπόδεμά μας, για να μπορεί τώρα η Σερραία σύζυγος δασκάλου να έχει τηλεόραση και να μας κοιτάζει αφ' υψηλού εμάς τις μοδίστρες.
Ας είναι, αφού αυτό ήταν το τυχερό του αδελφού μας, τι να λέμε τώρα;
Όταν σχωρέθηκαν οι γονείς, ο Ηλίας είχε ήδη φύγει για τις Σέρρες. Το αφήσαμε κι εμείς το σπίτι στην οδό Κερκύρας και νοικιάσαμε αυτό το διαμέρισμα στο Παγκράτι. Όπως και να το κάνεις, είναι αλλιώς να υποδέχεσαι την πελάτισσα για την πρόβα της στο διαμέρισμα κι αλλιώς στο χαμόσπιτο.
Καμιά μας δεν παντρεύτηκε. Η αδελφή μου αγαπούσε ένα παληκάρι, Άγγελο τον έλεγαν, οδηγός σε φορτηγό ήταν. Είχαν δεσμό για χρόνια, αλλά εκείνος από καθυστέρηση σε καθυστέρηση το πήγαινε. Μία για να μαζέψει παραπάνω λεφτά, μία για να παντρέψει πρώτα την αδελφή του...έλειπε σε αγώγια για μέρες. Τελικά χώρισαν, την παράτησε δηλαδή, αλλά η αδελφή μου είχε κιόλας πεισμώσει. Έλεγε "ή αυτόν ή κανέναν".
Μετά άρχισε κι ο κόσμος να λέει ότι την κορόιδεψε και πώς την πάτησε τόσο καλό κορίτσι από το φορτηγατζή και τέτοια. Η αδελφή μου δεν έλεγε τίποτα. Κι αν καμιά φορά τα βράδια εκεί που ράβαμε ερχόταν η κουβέντα στα κουτσομπολιά, εκείνη μουρμούριζε χωρίς θυμό "καλύτερα μόνη μου μέσα στο σπίτι μου, παρά μόνη μου μέσα στο γάμο μου".
Τι να πεις; Τυχερά είναι αυτά. Εγώ δεν ήμουν τόσο άτυχη, πίστευα ότι άμα είναι να γίνει κάτι, θα γίνει. Κι έτσι δεν κυνήγησα ποτέ τίποτα κι ούτε έχω να θυμάμαι.
Η αδελφή μου θέλει να θυμάται, γι' αυτό περνάει συχνά από το σπιτάκι στην οδό Κερκύρας. Δεν την καταλαβαίνω...εκεί στέκει ένα σκέτο ρημάδι. Δε δόθηκε για αντιπαροχή όταν έπρεπε, τώρα δεν το παίρνει κανείς. Άχρηστο κι αχρείαστο.
Μοιάζει γεροντοκόρη που απέμεινε στο ράφι, κι οι σάπιοι τοίχοι του γκρινιάζουν μέρα νύχτα ανάμεσα στις πολυώροφες πολυκατοικίες.
Ήταν όμορφο σπίτι κάποτε. Ποιος του δίνει σημασία πια;
Η αδελφή μου μόνο το καμαρώνει ακόμα. Είναι, λέει, η ζωντανή ανάμνηση μιας ολόκληρης εποχής που στέκει περήφανα και σθεναρά απέναντι στη λήθη και στην εξαπάτηση της τσιμεντούπολης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου