Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019



Μπορεί ο Θεός να φτιάξει μια πέτρα τόσο βαριά που να μην μπορεί να τη σηκώσει; Μπορεί ο Θεός να φτιάξει ένα ζιζάνιο τόσο ανθεκτικό που να μην μπορεί να το εξολοθρεύσει; Το είχε ήδη κάνει δημιουργώντας τον άνθρωπο,  αλλά αργία μήτηρ πάσης κακίας, και η κακία ενός απείρου όντος είναι - τουλάχιστον - επικίνδυνη.
Στο τέλος του Μεσαίωνα οι άνθρωποι ήταν τόσο θρησκόληπτοι και αμαθείς που ο Θεός δε χρειαζόταν να σκαρφίζεται θαύματα και τιμωρίες για να τους θυμίζει το μεγαλείο του και τη μηδαμινότητά τους. Βρήκε λίγο χρόνο για να ασχοληθεί με τον εαυτό του κι αποφάσισε να ξεσκονίσει τις βοτανολογικές του γνώσεις, που δεν είχε αξιοποιήσει από τον καιρό της Δημιουργίας.
Έτσι, για να παίξει, δημιούργησε το Solanum elaeagnifolium που στην Ελλάδα έγινε γνωστό ως Γερμανός, ενώ στη Λατινική Αμερική το ονόμασαν δικαίως planta del Diablo, αφού τη σατανική του αντοχή μόνο στον διάβολο μπορούσαν να την αποδώσουν.
Ο Θεός έσπειρε την τελευταία του δημιουργία στους πρόποδες των Νοτιοαμερικάνικων Άνδεων και της έδωσε έναν αιώνα καιρό για να εξαπλωθεί. Σαν πέρασε αυτό το διάστημα βάλθηκε να εξολοθρεύσει το σολάνο. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει τον εαυτό του.
Έστειλε στρατιές από έντομα και ζώα για να το φάνε, αλλά όλα πέθαιναν πριν προλάβουν να χωνέψουν τα πρώτα φύλλα. Το παρέβαλλε με ανταγωνιστικά φυτά, που μαράθηκαν χωρίς να προβάλλουν ουσιαστική αντίσταση. Έκανε ηφαίστεια να εκραγούν, πλημμύρες να σαρώσουν τη γη, αλλά το σολάνο ξεπήδαγε απτόητο μέσα από τις στάχτες και τη λάσπη.
Σε μια στιγμή απόγνωσης, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το ευφυέστερο και πιο κακεντρεχές από τα δημιουργήματά του, τον άνθρωπο. Ανάγκασε τους Νάρρας να μεταναστεύσουν στο κέντρο της περιοχής που καταλάμβανε το σολάνο. Πενήντα χρόνια μετά ο πολιτισμός των Νάρρας εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του μόνο κυκλώπεια τείχη κι ακατάληπτες γραφές για το μοβ ενθεογόνο λουλούδι, το λουλούδι που σε ενώνει με τον Θεό μια για πάντα.
Ήταν έτοιμος να καταποντίσει ολοσχερώς την Αμερικανική Ήπειρο - όπως είχε κάνει και με το άλλο ατυχές πείραμα, στην Ατλαντίδα - όταν του προέκυψε ένα καινούριο και μείζονος σημασίας πρόβλημα: η Αναγέννηση. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει πάλι να σκέφτονται κι αυτό μόνο μπελάδες μπορούσε να σημαίνει για το θεοκρατικό σύστημα. Ο Θεός ξέχασε τελείως το Solanum elaeagnifolium.
Όμως το σολάνο δεν τον ξέχασε. Κρυμμένο στις τσέπες ενός από τους ιεραποστόλους που έδωσαν τη ζωή τους για να εκχριστιανίσουν τους άγριους του Αμαζονίου, βρέθηκε στον Κήπο του Παραδείσου. Ο Παράδεισος ήταν κυριολεκτικά παράδεισος μέχρι που φύτρωσε το πρώτο σολάνο. Εκμεταλλευόμενο την αγαθότητα και την απειρία των παραδείσιων φυτών, το σολάνο επικράτησε εύκολα και ταχύτατα.
Ενώ ο Θεός ήταν απασχολημένος με τον Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση, τον Δαρβίνο,  τον Μαρξ και τον Νίτσε, το σολάνο κατακτούσε την κοιτίδα του ανθρώπινου είδους. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες συν ένας μακάριοι κατοικούσαν τότε στον Παράδεισο. Όλοι - πλην του ενός - ήταν εκείνοι που εν ζωή είχαν αφοσιωθεί ολόψυχα στον Θεό και στη Γραφή του, περιφρονώντας κάθε ηδονή και κάθε τους ανάγκη. Σαν πέθαναν συνέχισαν την αμόλυντη ζωή, δοξάζοντας ολημερίς τον Κύριο και αδιαφορώντας αν κοιμούνται κάτω από φραουλιές και δέντρα μάνγκο ή δηλητηριώδεις σολάνους.
Ο άλλος ένας ήταν ο Μπετόβεν, που είχε στήσει το θρυλικό του πιάνο, το Erard του 1803, στις πηγές του ποταμού Φισών και απολάμβανε την ακοή του και τη μεγαλοφυΐα του, χωρίς να ξέρει καλά καλά πού βρίσκεται.
Κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να βοηθήσει τον Θεό.
Όταν εκείνος κατάφερε, με τη βοήθεια του Τζον Λότζι Μπερντ και της εφεύρεσής του, της τηλεόρασης, να ηρεμήσει λιγάκι, αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί στον Παράδεισο κι ένιωσε αδύναμος σαν άνθρωπος μπροστά στο θάνατο.
Αν καταπόντιζε τον Παράδεισο - όπως συνήθιζε να κάνει όταν βρισκόταν σε δύσκολη θέση - θα καταστρεφόταν κι η γη, αφού αυτά τα δύο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα, όπως η σκέψη με τη γλώσσα. Όμως δεν μπορούσε να εξολοθρεύσει το σολάνο. Είχε δημιουργήσει το απέθαντο ζιζάνιο και δεν αισθανόταν καθόλου περήφανος γι' αυτό.
Έτσι, λίγο πριν την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα,  ο Θεός αποφάσισε - βαριά τη καρδία - να καταστρέψει τον μοναδικό πλανήτη που είχε ζωή και να επαναλάβει το πείραμα σε κάποιον άλλο, ίσως την Αφροδίτη. Και σίγουρα αυτό θα έκανε, αν δεν υπήρχε ο Μωυσής Μπακάνας. Ο παρολίγον μαθηματικός βρήκε τη λύση για το πρόβλημα του Θεού κι Εκείνος, ως παντογνώστης, το έμαθε. Σκότωσε αμέσως τον Μπακάνα, τον έστειλε στον Παράδεισο και τον άφησε να κάνει ό,τι έκανε και στη ζωή του.
Ο Μπακάνας είχε αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εξοντώσει τον Γερμανό πολεμώντας τον. Οπότε άρχισε να τον φροντίζει σαν να ήταν ευαίσθητο καλλωπιστικό φυτό. Τον βοτάνιζε, τον πότιζε, τον λίπαινε, τον κλάδευε και μάζευε ένα ένα τα έντομα που προσπαθούσαν να τραφούν απ' αυτόν. Όργωνε το έδαφος γύρω από τις ρίζες του κι έκοβε τα δέντρα που του έκρυβαν τον ήλιο. Το σολάνο φούντωνε και αναπτυσσόταν, μεγάλωνε και θέριευε, ώσπου κάποια στιγμή φούσκωσε από την πολλή ευμάρεια κι έσκασε σαν μπαλόνι, αφήνοντας στείρους σπόρους στο χώμα, σαν καπιταλιστική οικονομία που αυτοκαταστρέφεται στο ζενίθ της αποδοτικότητάς της. Η υπερπλήρωση έφερε την κατάρρευση.
Ο Κήπος του Παραδείσου άρχισε να γίνεται ξανά παραδεισένιος κι ο Θεός ξεπλήρωσε τον Μπακάνα δίνοντάς του το δικαίωμα να ζει ανάμεσα στους εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες κι έναν μακάριους, διορίζοντάς τον Αιώνιο Θεϊκό Κηπουρό. Την εμπιστοσύνη του Θεού καταχράστηκε ο Μπακάνας δίνοντας στο ανθρώπινο είδος το ξύλο από το Δέντρο της Ζωής, που έκανε τους οφθαλμούς τους ν' ανοίξουν και να γίνουν αθάνατοι και όμοιοι του Πατέρα τους.

Γελωτοποιός, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη 

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

38


Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction 
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.
                     But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
                Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses 
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.

T. S. ELIOT, "Four Quarters", 
Burnt Norton I

----------

"Ο μόνος αληθινός χρόνος 
είναι ο σταματημένος χρόνος", 
κι ας αφήσουμε τα χρόνια να περνούν. 
Μήπως έτσι αντέξουμε
 λίγη πραγματικότητα. 
Χρόνια σου πολλά, 
σταματημένε χρόνε.
Γιατί, "εδώ είναι ωραία, μίστερ, 
εδώ είναι ωραία."


Πηγή έμπνευσης:
https://sanejoker.info/2019/01/christmas-is-coming.html

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019


Το 1995, όταν ο Μωυσής ήταν εξήντα χρονών, ένα από τα εγγόνια του πήγε στο χωριό για να μπορέσει να μελετήσει απερίσπαστα. Ο Μωυσής ο νεότερος ήταν  - όλως τυχαίως - φοιτητής του μαθηματικού τμήματος της Παντείου και προσπαθούσε να ολοκληρώσει το πιο διάσημο θεώρημα των μαθηματικών.
Το 1993 ο Άντριου Γουάιλς ανακοίνωσε στο ινστιτούτο για την επιστήμη των μαθηματικών "Ισαάκ Νεύτωνας", τη δική του απόδειξη για το περίφημο θεώρημα του Φερμά. Είχε χρησιμοποιήσει πλήθος ιδεών και σχεδιασμών, αλλά η απόδειξη περιείχε ένα κενό σε κάποιο κρίσιμο τμήμα της. Σύσσωμος ο μαθηματικός κόσμος -και ο Γουάιλς - πάλευε για να καλύψει το κενό. Μετά από δύο χρόνια κανείς δεν το είχε καταφέρει. Ο εγγονός του Μωυσή, με τις εκατόν πενήντα σελίδες της απόδειξης του Γουάιλς παραμάσχαλα, διάλεξε την απομόνωση του εγκαταλειμμένου χωριού για να μπορέσει να συγκεντρωθεί και να βρει την περιζήτητη λύση.
Ο παππούς κι η γιαγιά του τον υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά, αφού σπάνια έβλεπαν άνθρωπο - συγγενή και μη - στα μέρη τους. Για δέκα μέρες ο Μωυσής ο νεότερος πάλευε με το θεώρημα του Γάλλου, ενώ οι πρόγονοί του έβλεπαν τα αγαπημένα τους τηλεπαιχνίδια με κλειστό τον ήχο της τηλεόρασης για να μην τον ενοχλούν.

Το ενδέκατο πρωινό ο Μωυσής ο πρεσβύτερος σηκώθηκε την ώρα που συνήθιζε, γύρω στις πέντε το πρωί, για να πάει να ξεριζώσει Γερμανούς. Δεν χρειαζόταν να δουλεύει πια - δεν είχε ούτε ένα κατσίκι - αφού τον συντηρούσαν οι Αθηναίοι γιοι του, αλλά το έκανε από συνήθεια. Άλλωστε τα τηλεπαιχνίδια άρχιζαν το απόγευμα. Έπρεπε να κάνει κάτι μέχρι τότε.
Περνώντας έξω απ' το δωμάτιο του εγγονού του είδε το φως ανοικτό. Μπήκε και τον βρήκε να έχει αποκοιμηθεί πάνω στις εκατόν πενήντα σελίδες του Γουάιλς. Τον ξύπνησε και τον βοήθησε να ξαπλώσει. Πριν κλείσει το φως, έριξε μια φευγαλέα ματιά στην απόδειξη. Κοντοστάθηκε κι ύστερα κάθισε στην καρέκλα.
Όταν ξύπνησε ο εγγονός  - μετά από έξι ώρες - είδε τον παππού του να γελάει πάνω από το κεφάλι του.
"Δεν το 'χει φτιάξει καλά" του είπε δείχνοντας την απόδειξη.
"Τι εννοείς;" ρώτησε ο εγγονός κι ανακάθισε.
"Θέλει δυο-τρεις κουτσουκέλες ακόμα για να φτιάξει" είπε ο παππούς και γύρισε την απόδειξη στη σελίδα όπου υπήρχε η έλλειψη.
"Τι κουτσουκέλες;" ρώτησε ο εγγονός κι έπιασε το στυλό του.

Είχε ακούσει από τον πατέρα του τις ιστορίες για τον άτυχο παππού του, που ενώ ήταν πανέξυπνος δεν τον είχαν αφήσει να τελειώσει το σχολείο. Ήξερε ότι τον είχε σώσει από τα νύχια της Χούντας με τη βοήθεια των μαθηματικών. Όμως πίστευε ότι όλα αυτά ήταν υπερβολές, ένας μύθος που είχε χτιστεί με τα λιθάρια της απόστασης.
Αν του έλεγε τα παραπάνω λόγια κάποια άλλη στιγμή, τότε θα τον έστελνε στον Γερμανό του. Όμως, αγουροξυπνημένος καθώς ήταν, συμπεριφέρθηκε λες κι έβλεπε όνειρο.
Ο Μωυσής ο πρεσβύτερος του έδειχνε με τα χοντρά του δάχτυλα σύμβολα που δεν είχε ξαναδεί, ούτε ήξερε πώς λέγονται, και τα συνδύαζε με άλλα εξίσου άγνωστα σύμβολα, γράμματα και αριθμούς. Ο εγγονός έγραψε τρεις γραμμές χωρίς να σκέφτεται τι κάνει. Ο παππούς τις κοίταξε και είπε: "Ετελεύτησε". Και πήγε να ψήσει ένα καφεδάκι.
Ο σαστισμένος εγγονός διάβασε πολλές φορές την παρέμβαση του παππού του μέχρι να καταλάβει ότι κοιτούσε το συμπλήρωμα που χρειαζόταν η απόδειξη του Γουάιλς. Βγήκε έξω ουρλιάζοντας, γελώντας και κλαίγοντας. Έτρεξε με τα εσώρουχα ως το χωράφι όπου ο παππούς παρατηρούσε την παραβολική τροχιά του άλματος μιας ακρίδας.
"Είσαι μεγαλοφυΐα" του είπε και τον αγκάλιασε.
"Και συ 'σαι ντιπ για ντιπ τούβλο. Τράβα φόρα κάνα παντελόνι και θα πουντιάσεις με τα σώβρακα" του απάντησε ο παππούς του.

Ο Μωυσής γύρισε σπίτι, φόρεσε το παντελόνι του κι έφυγε ολοταχώς για την Αθήνα. Σαν έφτασε στο πανεπιστήμιο έμαθε ότι ο Γουάιλς είχε δημοσιεύσει την προηγούμενη στο "Annals of Mathematics" το κομμάτι που έλειπε από την απόδειξή του. Διάβασε το συμπλήρωμα και ήταν ίδιο με εκείνο που του είχε δώσει ο παππούς του, με τη διαφορά ότι ο Γουάιλς είχε χρειαστεί άλλες πέντε σελίδες και τα μαθηματικά του δεν ήταν τόσο κομψά - δηλαδή λιτά κι απέριττα - όσο του Μωυσή του πρεσβύτερου.
Θέλησε να δημοσιεύσει και τη δική του απάντηση, όμως οι καθηγητές του τον απέτρεψαν. Ο Γουάιλς είχε ήδη εξασφαλίσει το βραβείο Βόλφσκελ, καθώς και μια θέση στο πάνθεον των μαθηματικών. Άλλωστε η απόδειξη του φοιτητή, παρότι φαινόταν σωστή, ήταν παράδοξη.

Γύρισε σπίτι απογοητευμένος. Εκεί τον περίμενε ένα ακόμα άσχημο νέο. Ο παππούς του είχε πεθάνει.
"Από καρδιά" του είπε ο πατέρας του στο τηλέφωνο. "Και του έλεγα να μην κουράζεται, στην ηλικία που είναι, αλλά αυτός εκεί, με τους Γερμανούς του."

Ο Μωυσής - ο πρεσβύτερος - είχε γυρίσει τρέχοντας από το χωράφι.
"Μου 'ρθε!" είπε στη γυναίκα του. "Μου 'ρθε πώς θα τους ξεκάνω!" Έκατσε στην καρέκλα, ζήτησε ένα ποτήρι νερό και μετά σωριάστηκε.

Κανείς δεν το έμαθε τότε, αλλά ο θάνατός του έσωσε τη Γη -και τον Παράδεισο - από την καταστροφή.


Γελωτοποιός, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη 

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019


Η ζωή του Μωυσή Μπακάνα, καθώς κι η ιστορία των μαθηματικών, θα ήταν πολύ διαφορετικές αν ο Μωυσής είχε γεννηθεί κάπου αλλού. Όμως η μοίρα θέλησε το παιδί του Στέλιου και της Πόπης Μπακάνα, να δει για πρώτη φορά το φως του ήλιου στη γη της Ευρυτανίας, λίγα χιλιόμετρα απ' το Βελισδόνι, και συγκεκριμένα κάτω από ένα κυπαρίσσι.
Οι Μπακαναίοι είχαν εφτά κορίτσια κι ένα παιδί, τον Μωυσή.  Όταν η Πόπη κυοφορούσε για πρώτη φορά, άγγελος εμφανίστηκε στον ύπνο του Στέλιου και τον πληροφόρησε ότι ήταν θέλημα Θεού τα παιδιά του να 'χουν ονόματα βιβλικά. Ο Στέλιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με την εκκλησία, όμως δε θα τολμούσε να αψηφήσει τη θεία θέληση. Έτσι τις κόρες του τις βάφτισε: Εύα, Ρουθ, Ρεβέκκα, Δεββώρα, Σάρα και Ιεζάβελ. Τον μοναχογιό του τον ονόμασε Μωυσή.
Είχαν πενήντα τρία κατσίκια και δέκα στρέμματα γης, όπου δε φύτρωνε τίποτα άλλο από πέτρες και Γερμανούς.

Ο Γερμανός είναι ζιζάνιο των ανοιξιάτικων φυτών. Αλλιώς λέγεται σολάνο και η επιστημονική του ονομασία είναι Solanum elaeagnifolium. Ανήκει στο ίδιο γένος με την πατάτα και κάνει μωβ άνθη. Όμως είναι τοξικό. Οι καρποί του περιέχουν μικρές ποσότητες από αλκαλοειδή ατροπίνη και σκοπολαμίνη, όπως και τα περισσότερα μέλη της οικογένειας των solanaceae. Είναι ενθεογόνο, αλλά όχι τόσο γνωστό όσο οι διάσημοι συγγενείς του, ο μανδραγόρας, ο υοσκύαμος και η ντατούρα. Τα φύλλα κι οι ρίζες του είναι δηλητηριώδη. Όποιο ζώο τα φάει, ψοφάει πριν προλάβει να χωνέψει.
Ο Γερμανός  "εμφανίζει πλαστικότητα ως προς τις στρατηγικές αύξησης και χωροδιάταξης, ανάλογα με την ένταση της περιβαλλοντικής πίεσης που δέχεται, η οποία φαίνεται να του προσδίδει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων φυτών".
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του Γερμανού είναι ότι δεν πεθαίνει. Όσο και να το ραντίζεις, όσο κσι να το ξεριζώνεις, ένα κομμάτι της ρίζας παραμένει στο χώμα κι από αυτό το ελάχιστο κομμάτι αναγεννιέται -ως άλλος Φοίνικας ή σαν τη Λερναία Ύδρα - ολόκληρο το φυτό.
Οι Έλληνες το παρατήρησαν για πρώτη φορά τον Απρίλη του '41, όταν οι Γερμανοί κατέκτησαν τη χώρα σε ρυθμό εκδρομής. Πίστεψαν ότι το 'φεραν οι κατακτητές, γι' αυτό και το βάφτισαν Γερμανό.
Στην πραγματικότητα το Solanum elaeagnifolium είναι γηγενές φυτό της Νότιας Αμερικής και ήρθε στην Ευρώπη παρέα με τις πατάτες του Παρμεντιέ, πολύ πριν οι Γερμανοί αποφασίσουν να διεκδικήσουν όσα τους στερούσε η συνθήκη των Βερσαλλιών.

Στην Ευρυτανία του '41 δεν ήξεραν τίποτα για τη Λατινική Αμερική. Το σολάνο ήταν Γερμανός με πιστοποιητικό φρονημάτων κι ο Μωυσής Μπακάνας ήταν έξι χρόνων. Ο ΕΛΑΣ του Βελουχιώτη ξεκίνησε να δρα στα βουνά κι ο Μωυσής πήγε στο σχολείο, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Πρωταρχικό μέλημα του Στέλιου Μπακάνα εκείνη την εποχή ήταν να εξοντώσει τον Γερμανό, πριν του αφανίσει το κοπάδι. Από το ξημέρωμα ως τη δύση πάλευε στα χωράφια με το αθάνατο σολάνο και ήλπιζε στη βοήθεια του μοναχογιού του για να τα καταφέρει. Όμως ο Μωυσής ήταν αδύναμος στο σώμα και στο μυαλό, αφού ήταν αδύνατος σαν ξερόκλαδο και παροιμιωδώς αφηρημένος. Το μόνο πράγμα που ήταν καλός ήταν τα μαθηματικά. Όχι απλά καλός, αλλά ιδιοφυής.
Αυτό το συμπέρασμα έβγαλε ο δάσκαλός του μια μέρα που βαριόταν να κάνει μάθημα. Για να απασχολήσει τα παιδιά και να μπορέσει να διαβάσει με την ησυχία του τα ανώνυμα χρονογραφήματα του Βάρναλη στην "Πρωία", τους είπε να προσθέσουν όλους τους αριθμούς από το ένα ως και το εκατό. Τα παιδιά ξεκίνησαν να προσθέτουν: "Ένα συν δύο, τρία. Τρία συν τρία, έξι. Έξι συν τέσσερα, δέκα..."
Ο δάσκαλος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του κι άνοιξε την εφημερίδα. Πριν προλάβει να διαβάσει την πρώτη γραμμή, είδε τον Μωυσή να σηκώνει το χέρι. Τον ρώτησε τι ήθελε κι εκείνος απάντησε πως είχε τελειώσει. Ο δάσκαλος θύμωσε, έπιασε τη βέργα του και του είπε να συνεχίσει την πρόσθεση.
"Μα την έκανα" είπε ο Μωυσής.
"Και πόσο κάνει;" ρώτησε ο δάσκαλος, έτοιμος να σηκωθεί και να τον τιμωρήσει παραδειγματικά.
"Πέντε χιλιάδες πενήντα" είπε ο Μωυσής κι η βέργα του δασκάλου έπεσε κάτω.
"Αποκλείεται" σκέφτηκε και σηκώθηκε να δει αν ο μικρός είχε κάνει τις πράξεις, που εκείνου του είχαν πάρει μισή ώρα. Ο Μωυσής δεν είχε γράψει τίποτα στο θρανίο του - το οποίο χρησίμευε και ως μαυροπίνακας. Η κιμωλία ήταν ολόκληρη κι ανέγγιχτη.
"Με κοροϊδεύεις, Μπακάνα;" ούρλιαξε ο δάσκαλος.
"Όχι, κύριε" είπε ο Μωυσής τόσο σιγά που τα παιδιά στα διπλανά θρανία δεν τον άκουσαν.
"Και πώς το βρήκες τότε;"
"Είναι απλό" είπε ο Μωυσής, λίγο πιο δυνατά. "Ένα και εκατό κάνει εκατόν ένα. Δύο κι ενενήντα εννιά κάνει εκατόν ένα. Τρία κι ενενήντα οκτώ κάνει εκατόν ένα..." Έκανε μια παύση. "Είναι πενήντα ζευγαράκια που κάνουν εκατόν ένα. Πενήντα φορές το εκατόν ένα κάνει πέντε χιλιάδες πενήντα...Είναι τόσο απλό" ολοκλήρωσε ο Μωυσής.
Ο δάσκαλος έμεινε για λίγο ακίνητος κι άναυδος, μέχρι να καταλάβει τι εννοούσε ο οκτάχρονος.
Όταν επιτέλους κατάλαβε διέλυσε την τάξη, τον πήρε απ' το χέρι και ξεκίνησαν για το χωράφι του πατέρα του. Σε όλη τη διαδρομή ο Μωυσής, μετανιωμένος που είχε μιλήσει, σκεφτόταν ότι θα τις φάει - και δεν έπεφτε έξω.
Σαν έφτασαν στο χωράφι όπου ο πατέρας πολεμούσε με τους Γερμανούς, ο δάσκαλος πήρε βαθιά ανάσα κι είπε μονοκοπανιά στον Μπακάνα ότι ο γιος του ήταν γεννημένος μαθηματικός κι ότι έπρεπε να σπουδάσει, μέχρι και πανεπιστήμιο να πάει.
Ο πατέρας έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι στον Μωυσή και τον έσυρε ως το σπίτι, χτυπώντας τον όποτε σταματούσε να κλαίει. Είπε στη γυναίκα του να τον αφήσει νηστικό όλη μέρα για να βάλει μυαλό κι επέστρεψε στο χωράφι. Ο δάσκαλος προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά ο Στέλιος του έδειξε τα χέρια του, το άγονο χώμα, τα κορίτσια. Χρειαζόταν το αγόρι μαζί του.

Ο Μωυσής δεν ξαναπήγε στο σχολείο. Έκατσε στο σπίτι να βοηθάει τον πατέρα του στον μάταιο αγώνα ενάντια στους Γερμανούς.
Τα χρόνια περάσανε κι ο Μωυσής έμεινε με τα κολλυβογράμματα που πρόλαβε να μάθει στις πρώτες τάξεις. Παντρεύτηκε μια ξαδέλφη του κι έκανε έξι παιδιά, όλα αγόρια, απ' τα οποία τα δύο γεννήθηκαν με ραιβοποδία. Όλα του τα παιδιά έγιναν εσωτερικοί μετανάστες και τον άφησαν μόνο στον ανέλπιδο αγώνα ενάντια στον Γερμανό.

Γελωτοποιος, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη.


Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Η νεράιδα που ακτινοβολεί απελπισία

Βρωμόμυγα, σκατόμυγα, απ' αυτές τις πράσινες τις γυαλιστερές.
Ζουζουνίζω ακούραστα μήπως και με ακούσεις.
Αν με προσέξεις, ίσως και να φανώ τυχερή και να με σκοτώσεις.
Μα εσύ απλά κουνάς νευρικά τα χέρια γύρω από το κεφάλι σου και με ζαλίζεις, ενώ θα έπρεπε να σε ζαλίζω εγώ.
Κι έτσι δε μαθαίνω ποτέ αν προσπαθείς να διώξεις εμένα ή το παραμύθι που σε στοιχειώνει.
Σέρνω στα μικροσκοπικά μου πόδια όλα τα σκατά της γης.
Και τ' αμολάω στα μούτρα σου, γιατί έτσι σου ταιριάζει.
Κουβαλάω στα φτερά μου τις αλήθειες που αρνήθηκες και τις ανεμίζω μπρος στα μάτια σου για να με μισήσεις.
Χτύπα με, λιώσε με, να ξεχυθούν από μέσα μου δεκάδες σκουλήκια.
Για τέτοια είμαι.
Κι αν δε με λιώσεις, θα πεθάνω έτσι κι αλλιώς αύριο ή μεθαύριο.
Για τόσο είμαι.
Μη με λυπάσαι.
Είμαι ένα άχρηστο ενοχλητικό ζωύφιο φορτωμένο τη θλίψη που αρνείσαι.

Σου έχω νέα, μίστερ.
Η Τίνκερμπελ πέθανε.
Την έχεσα κι αυτή και πνίγηκε στα σκατά.


Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Gnossienne

"Άπειρες πόρτες άνοιξα και μ' ένα στρόβιλο άστρων έχω φύγει για παντού"

Γιάννης Υφαντής 

----------

Ο πρώτος της ήταν ο νεαρός φοιτητής του ισογείου. Δεν είχαν ποτέ πολλά πολλά. Με κανέναν δεν είχε ποτέ πολλά πολλά.
Μια καλημέρα, δηλαδή, αν τύχαινε να τον πετύχει στην είσοδο. Όμορφο παιδί, καλοβαλμένο, πάντα εκνευριστικά χαμογελαστός.

Ένα μεσημέρι την πέτυχε φορτωμένη σακούλες με ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να τα κουβαλήσει.
Έπνιξε μια βρισιά μέσα της και του έδωσε δυο τσάντες. Ωραία, τις κουβάλησε μέχρι το ασανσέρ, τον ευχαρίστησε αφού έτσι έπρεπε και πάτησε το κουμπί για τον τέταρτο.
Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης βοήθειας που δε χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα χαράς για τον νεαρό φοιτητή που ούτε εκείνος χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης αλληλοπαρέμβασης του ενός στη ζωή του άλλου.

Τις επόμενες μέρες, έχοντας πια αποκτήσει κάθε δικαίωμα, εκτός από καλημέρα τη ρωτούσε και τι κάνει.
Ένα πρωινό που συναντήθηκαν στην είσοδο, αφηρημένη φαίνεται καθώς ήταν, κοίταξε για περισσότερη ώρα από όση επέτρεπαν οι κανόνες το βιβλίο που κρατούσε εκείνος στα χέρια του.
Και φυσικά, ο εκνευριστικά ευγενικός νεαρός που παρατήρησε το ενδιαφέρον της, προσφέρθηκε να της το δανείσει.

Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το αναπόφευκτο. Δεν έπρεπε να βιαστεί, τα λάθη σ' αυτές τις περιπτώσεις δε συγχωρούνται.
Αφορμή να του χτυπήσει το κουδούνι είχε, την επιστροφή του βιβλίου.
Μπήκε χαμογελαστή στη μικρή γκαρσονιέρα κι ακούμπησε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Πρόσεξε πολύ να μην ακουμπήσει τίποτε άλλο.
Τα δευτερόλεπτα που εκείνος της γύρισε την πλάτη ήταν αρκετά για να γίνει η δουλειά γρήγορα και καθαρά.
Ξέχασα να αναφερθώ στη χορδή κιθάρας που είχε κρύψει στην τσέπη της.

Ο δεύτερος ήταν ο ευγενικός υπάλληλος της καφετέριας από όπου έπαιρνε κάθε πρωί τον καπουτσίνο της στην καινούρια της γειτονιά. Γιατί, φυσικά, μετά τον πρώτο βίαιο χωρισμό της από τον νεαρό φοιτητή, της ήταν αδύνατον να συνεχίσει να μένει στην ίδια πολυκατοικία με τις τόσες αναμνήσεις.

Η ενόχλησή της ξεκίνησε όταν εκείνος άρχισε να της βάζει περισσότερη κανέλα στον καφέ, έχοντας καταλάβει ότι της άρεσε. Στη συνέχεια, τη φόρτωνε κάθε πρωί με δυο μπισκοτάκια κερασμένα, "για να γλυκάνει η μέρα της".

Αυτό το διστακτικό χαμογελάκι του κάθε πρωί κι αυτή η λάμψη στα μάτια του όταν την έβλεπε ήταν η καταδίκη του.
Θα μπορούσε απλά να έχει αλλάξει στέκι, αλλά ήταν πια αποφασισμένη να ξεβρωμίσει τον τόπο από όλα αυτά τα κακομοίρα παιδάκια που ενηλικιώθηκαν χωρίς να καταλάβουν ότι η πολλή καλοσύνη είναι αδυναμία.
Με πρόσχημα την ευγένεια και συγκεκαλυμμένη την ερωτική επιθυμία, λες και επρόκειτο για κάτι μεμπτό, εισέβαλαν στη ζωή της διαταράσσοντας την τέλεια ισορροπία της μοναξιάς της. Χωρίς να έχουν τίποτα να προσφέρουν, χωρίς να έχουν τίποτα να πάρουν. Είχε, λοιπόν, αποφασίσει να τους σώσει όλους από την τόση σπατάλη χρόνου και ζωής.

Η δουλειά και με αυτόν έγινε γρήγορα, όχι στο σπίτι του αυτή τη φορά, αλλά σε μια παραλία που ήξερε με βεβαιότητα ότι χειμώνα καιρό δεν πατάει ψυχή.
Δεν ήθελε να ακολουθήσει το ίδιο μοτίβο ξεκαθαρίσματος σε κάθε της σχέση. Αφενός μεν για να μην κινήσει υποψίες, αφετέρου διότι καθόλου δεν της ταίριαζε η οποιαδήποτε επανάληψη μοτίβων.

Στα χρόνια που ήρθαν βρέθηκαν κι άλλοι καλοσυνάτοι νεαροί που είχαν την τύχη να διασωθούν από την ατυχία τους χάρη σε εκείνη.

Ώσπου την πήραν χαμπάρι. Όχι οι δυνάμεις επιβολής της έννομης τάξης, αλλά ένας ελεύθερος σκοπευτής. Ανυποψίαστη καθώς ήταν από την αυτοπεποίθηση που της είχαν χαρίσει οι συνεχείς επιτυχίες της, δεν είχε προσέξει ότι αυτός την παρακολουθούσε μήνες.

Τέλεια κρυμμένος πίσω από συμβάσεις. Τέλεια κρυμμένος πίσω από αβίαστο κυνισμό. Τέλεια κρυμμένος πίσω από θρασύτατη προστυχιά. Σωστός επαγγελματίας.

Ήταν μεσημέρι, Ιούλιος μήνας, μια σφαίρα ήταν αρκετή για να την αποτελειώσει. 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Στο θεμελίωμα των ερειπίων


Τα παραμύθια που σου χάρισα
μην τα διαβάζεις πριν να κοιμηθείς.
Μπορεί από μέσα τους να βγουν
δράκοι και μάγισσες
στις εντολές μου να υπακούν
ως το ταβάνι να πηδούν
ως τ’ όνειρό σου να βυθίζονται
και στα σεντόνια να χωθούν
δίπλα και μέσα σου
όσο εσύ θα ονειρεύεσαι
τον πρίγκιπα να σε φιλά-
και θα ξυπνάς, αλίμονο,
μ’ ένα σφαγμένο πετεινό
ανάμεσα στα πόδια σου.
Στο γκρέμισμα του έρωτα
θέλω γερά να είναι τα θεμέλια.
Iωάννης Ν. Κυριαζής

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

"Είμαστε κάτι..."

Άπλωσε το χέρι κι έπιασε το κινητό του, χωρίς να σταματήσει δευτερόλεπτο να την πηδάει. Άγρια και ξεδιάντροπα, ελεύθερα, όπως ήξερε ότι της αρέσει.

"Θα πάρω τηλέφωνο τον Κωστή", της είπε,  κι εκείνη ίσα που πρόλαβε να ακούσει το όνομα "Κωστής" μέσα από τις κοφτές ανάσες του. Έκλεισε τα μάτια για να του δείξει ότι συμφωνεί, ενώ κόντευε να τελειώσει.
"Θέλω να σε ακούσει να χύνεις", συνέχισε εκείνος πλησιάζοντας το τηλέφωνο στο πρόσωπό της.
Κι ο Κωστής την άκουσε να χύνει, και της άρεσε.

Δεν είχε τέτοιες ντροπές η Κατερίνα. Εξάλλου, οι διπλανοί, κι οι από κάτω, κι οι από πάνω, και πιθανότατα ολόκληρη η πολυκατοικία, την είχαν ακούσει ήδη να χύνει τα βράδια που επισκεπτόταν τον Στράτο.

Ο Κωστής ήταν μαθητής του Στράτου. Δεκαοκτώ χρόνων ο πρώτος, σαράντα πέντε ο δεύτερος, είκοσι η Κατερίνα.
Κάθε Σαββατοκύριακο έπαιρνε το ΚΤΕΛ από την Αθήνα και πήγαινε να βρει το Στράτο. Πριν δυο χρόνια ήταν κι εκείνη μαθήτριά του στην ίδια πόλη. Κοντά του έμαθε στα δεκαοκτώ της πώς να λύνει ασκήσεις γεωμετρίας και στα είκοσί της πώς να διαβάζει Ελύτη, χωρίς να χάνει στίχο, ενώ εκείνος έχωνε τη γλώσσα του ανάμεσα στα πόδια της.

Τον Κωστή τον θαύμαζε πολύ ο Στράτος. Ήταν έξυπνο παιδί, ο καλύτερος μαθητής του, και νόστιμος.
Λίγο τον γνώριζε η Κατερίνα τον Κωστή, πήγαιναν στο ίδιο Λύκειο, συμμαθητής του μικρότερου αδερφού της.

"Αύριο το απόγευμα έχω ένα ιδιαίτερο. Θα λείψω για κάνα δίωρο", της είπε παίζοντας αδιάφορα με τη ρώγα της.
"Για να μην κάθεσαι μόνη, θα πω στον Κωστή να έρθει να σου κάνει παρέα. Όταν επιστρέψω, θέλω να μου πεις αν του άρεσε ο τρόπος που χύνεις."

Δεν ταράχτηκε καθόλου η Κατερίνα. Όμορφο παιδί ήταν ο Κωστής, κι αφού της το ζητούσε ο Στράτος θα το έκανε. Δεν ήταν και καμιά παρθένα. Ή μπορεί και να ήταν, μέχρι το βράδυ που έχυσε στο στόμα του Στράτου.

Ο Κωστής ήρθε στην ώρα του, του σέρβιρε καφέ. Κάθισαν στην κρεβατοκάμαρα, εκείνη στην άκρη του κρεβατιού κι εκείνος στην πολυθρόνα απέναντι. Από το βλέμμα του κατάλαβε ότι ήταν κι αυτός μιλημένος για το τι έπρεπε να κάνει. Από το αχνό χαμόγελό του κατάλαβε ότι τη γούσταρε.

Η Κατερίνα μαζεύτηκε, σηκώθηκε και τον έδιωξε ευγενικά. Όταν επέστρεψε ο Στράτος του είπε απλά, ντόμπρα και ντροπαλά:
"Δεν έγινε τίποτα. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου."

Μετά από δυο εβδομάδες χώρισαν.

Έκανε μήνες να συνέλθει, αλλά ήξερε πια με βεβαιότητα ότι εκείνη ήταν ατόφια.
Οι υπόλοιποι όλοι σκόρπιοι, δωρητές οργάνων, δίχως ελπίδα να συγκεντρωθούνε.



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Αχαρνών και Ηπείρου

Μια διασταύρωση στην πόλη που χωράει όλων των λαών τις κουλτούρες.
Σάββατο απόγευμα.

Τύχες φτιαγμένες από το μηδέν, όνειρα πραγματοποιημένα από το τίποτα.
Παρέες των τριών ή τεσσάρων σε κάθε γωνία μιλάνε σε μια γλώσσα ακατανόητη, όλοι όμως με την ίδια κουρασμένη ανακούφιση ευγνωμοσύνης στα πρόσωπά τους.

Ένας νεαρός ως είκοσι πέντε χρόνων στο απέναντι κουρείο φοράει αμάνικο μπλουζάκι τέλη Οκτώβρη και καμαρώνει στον καθρέφτη μαζί με το νέο του κούρεμα και τη μυϊκή του μάζα.

Κι οι κοπέλες με τις μαντήλες, πιο όμορφες από όλες εμάς με τα ακριβά φτιασιδώματα. Όλο τους το κορμί κρυμμένο από επιλογή κι όλη τους η ψυχή να ξεχειλίζει στο ολόγυμνό τους βλέμμα.

Μπαρμπέρικα, κρεοπωλεία, σουβλατζίδικα, παντοπωλεία, κι η καφετέρια "Ali Bara" δυο τετράγωνα πιο κάτω.
Στην τζαμαρία της πρόσοψης ευκρινές αυτοκόλλητο: "Εδώ βλέπετε την τάδε πλατφόρμα ιδιωτικής τηλεόρασης".
Μέσα, μια γουστόζικη τοιχογραφία της Πέτρας κι η ξινή μυρωδιά του καφενείου.
Η ίδια μυρωδιά που θυμάμαι από παιδί στο καφενείο του θείου μου στο χωριό. Ακαθόριστη.
Τελικά όλα τα καφενεία σε όλη τη γη θα πρέπει να μυρίζουν έτσι.

"Καθώς πρέπει" χώρος. Ο ιδιοκτήτης κομψός, με πουκάμισο ατσαλάκωτο. Βλέμμα αυστηρό, σκοτεινό κι ευγενικό. Φρύδια έντονα, ανυψωμένα, με γωνία στα μισά. Με σερβίρει άνοστο φτηνό καφέ σε πλαστικό.

Ό,τι ακριβώς επιθυμούσα.
Σε μια πόλη που χωράει όλους τους λαούς της γης, αλλά που εμένα, τώρα πια, με κάνει να μοιάζω παρείσακτη.