Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ, ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

 Μέρος δεύτερο


Το πρακτικό πνεύμα, η επανάληψη των καθημερινών πρακτικών, χαρακτηρίζει και σπρώχνει τη ζωή να κυλάει σε όλα τα μικρά χωριά - και παντού αναλόγως - τότε και τώρα ακόμα. Πράγματα συνηθισμένα, απλά, απαραίτητα και συνήθειες πολύχρονες. Η βοσκή των ζώων, η καλλιέργεια της γης, το μάζεμα των καρπών και το πήξιμο του τυριού. Εργασίες κι ενασχολήσεις κοπιαστικές, απαιτητικές μα επαναλαμβανόμενες πάση θυσία, αφού σε αυτές βασίζεται η ίδια η επιβίωση των κατοίκων της υπαίθρου. Πρακτικές αυτονόητες σε εκείνους, μα πολύτιμες ψηφίδες στο ψηφιδωτό της μνήμης ημών των επισκεπτών εκ καταγωγής του τόπου. Το Σαββατιάτικο ζύμωμα του ψωμιού, εργασία παραδοσιακή ετών, είχε γίνει για τις γυναίκες συνήθεια όπως το καθημερινό νίψιμο του προσώπου. Για εμένα σήμαινε την επίσκεψη της θείας Μπούλας με το ζεματιστό καρβέλι τυλιγμένο σε βαμβακερή πετσέτα στα χέρια. Το άρμεγμα το ακολουθούσε η ακροβατικών δεξιοτήτων επιστροφή στο σπίτι από τα μαντριά, με την καρδάρα στο κεφάλι - τοποθετημένη με αρχιτεκτονική σιγουριά πάνω στην “πεδελόγα”* - και το ανάλογο λίκνισμα των γοφών για επίτευξη ισορροπίας. Για εμένα σήμαινε φωνές και κλάματα κι άρνηση πεισματική να φάω εκείνη την αποκρουστική, μα κατά τα λεγόμενα ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή μου, πετσούλα, που ζάρωνε και βρωμούσε μέσα στην κούπα με το γάλα. 

Κι ήταν αυτές οι πρακτικές, από τη μία - οι συνήθειες της κατ’ ανάγκην ζωής - που έσωσαν κάποιους από τους τετρακόσιους σαράντα επιζήσαντες εκείνου του πρωινού του Αυγούστου. Οι υπόλοιποι σώθηκαν επειδή από τύχη οι κατακτητές δεν ανακάλυψαν τις κρυψώνες τους. Κι ήταν στ’ αλήθεια θαύμα πώς τα κατάφεραν μέσα στην ισιάδα του κάμπου να μείνουν κρυμμένοι και ζωντανοί. Τριακόσιοι δέκα επτά έμειναν σφαγμένοι ή καμένοι στα σημεία που τους βρήκαν τα παράφορα χέρια των δίποδων κτηνών. 

Σκοπός του αφηγήματος αυτού δεν είναι η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, που είναι γνωστά και χιλιογραμμένα, και με πίκρα και με μίσος, σε σελίδες ποτισμένες με δάκρυα και με τα φαρμάκια της αδικίας και της εκδίκησης. Ήταν, εξάλλου, τα χρόνια τέτοια. Ήταν και τα βουνά που έστεκαν πέρα μακριά, στο βάθος, πάνω από τον κάμπο τόσο ψηλά και πρόσφορα για το Αντάρτικο, που ό,τι κι αν γράψουμε εμείς οι επόμενοι θα είναι λίγο. Οι σπηλιές των βουνών αυτών, λοιπόν, ήταν τότε γεμάτες Ελασίτες και Εδεσίτες. Οι πόλεις του κάμπου, από την άλλη, γεμάτες Γερμανούς και Ιταλούς. Ο κάμπος δεν ήταν πρόσφορο σημείο συνάντησης, ούτε φυσικά εχθροπραξιών. Ίσιωμα παντού. Η πιο πυκνή βλάστηση στον τόπο μου αυτόν είναι οι καλαμιές κατά τη μεριά του ποταμιού. Κι από την άλλη πλευρά μια θάλασσα ακύμαντη και πηγμένη. Καμιά διέξοδος διαφυγής από πουθενά. Τα πλωτά μέσα που χρησιμοποιούσαν για τα ψαρέματά τους έμοιαζαν πιότερο με χάρτινα καραβάκια, μαθημένα μόνο να πλέουν μαλακά και μαλακωμένα στα ατάραχα νερά του Αμβρακικού κόλπου και στα ανακατεμένα με άμμο και χώμα νερά των εκβολών του Άραχθου ποταμού. 

Κι όμως, εκείνοι οι τετρακόσιοι σαράντα κατάφεραν και σώθηκαν, με τα ψέματα. Είτε επειδή δεν πέρασε ούτε στιγμή από το πρακτικό μυαλό τους να παρατήσουν τις πρωινές δουλειές τους, είτε επειδή αυτό το ίδιο το πρακτικό μυαλό τους ανακάλυψε την ύστατη στιγμή χαρακώματα - παιδιάστικες κρυψώνες - αθέατα στην από παντού ορατή και θεόρατη πεδιάδα. 

Ο Μάνθος, τότε, είχε άλλη γυναίκα κι έμενε σε άλλο σπίτι, στο πατρικό, με τον αδερφό του και την οικογένεια του τελευταίου. Παιδιά ο Μάνθος δεν είχε με την άλλη γυναίκα. Είχε ξημερώσει η τέταρτη μέρα από όταν οι Γερμανοί είδαν καμιά δεκαριά αντάρτες στην πλατεία του χωριού να παζαρεύουν με τους ντόπιους την αγορά τροφίμων και εφοδίων για τον Αγώνα τους. Ο φόβος των αντιποίνων είχε αρχίσει λίγο λίγο να υποχωρεί. Ο Μάνθος, άνθρωπος εγγράμματος - σπάνιο την εποχή εκείνη για τον τόπο εκείνο - λογικός, ακριβής και πρακτικός, είχε όπως κάθε μέρα επιμερίσει τις εργασίες της επόμενης αποβραδίς. Ο αδερφός του θα πήγαινε με τα κοπάδια κατά το γιαλό να βοσκήσουν αρμυρίκια κι εκείνος θα πήγαινε στα χωράφια. Έτσι σώθηκε ο αδερφός του και κάποιοι άλλοι που πρόλαβαν κι έφυγαν αξημέρωτα από το χωριό για χάρη των ζώων τους. Επειδή από αυτά ζούσαν. Και τελικά έμελλε τη μέρα εκείνη τα ζωντανά τους να τους χαρίσουν όχι μόνο την προς διαβίωση βρώση, μα την ίδια τη ζωή. 

Ο Μάνθος δεν πρόλαβε να φύγει για τα χωράφια, πρόλαβε όμως να κρυφτεί σε ένα χαντάκι, ανάμεσα στις καλαμιές και να σωθεί μαζί με κάτι άλλους, όχι όμως και μαζί με εκείνη την άλλη, την πρώτη του γυναίκα. Εκείνη την έσφαξαν εκεί που τη βρήκαν. 

Η Κακομάνθαινα - που τότε ακόμα διατηρούσε το βαφτιστικό της όνομα - έμενε κι αυτή αλλού, με έναν άλλο άντρα και τα τρία της άλλα παιδιά. Εκείνο το πρωί είχε πάει από νωρίς - όπως πάντα - με το μπαργάτσι** στο χέρι να φέρει νερό από το ποτάμι, πέρα, στου Γκατζιώτη***. Και γλίτωσε. Δε γλίτωσαν όμως ούτε εκείνος ο άλλος, ο πρώτος της άντρας, ούτε εκείνα τα άλλα, τα τρία της πρώτα παιδιά. Τον πιο μικρό γιο της, μωρό μηνών, τον βρήκαν μετά από ώρες πνιγμένο μέσα στη σαρμανίτσα**** του. 

Οι ευφάνταστες μέθοδοι που χρησιμοποίησαν για να αφανίσουν κάθε τι ζωντανό από το χωριό, κι από όποιο χωριό στόχευαν, είναι οδυνηρά φρικιαστικές, και δεν είναι μέλημά μου να αναπαραχθούν εδώ. Άλλοι μιλούν για εξάωρη κι άλλοι για εννιάωρη σφαγή. Όπως και να ‘χει, ακόμα κι όταν σώπασαν τα πολυβόλα κι έγινε παντού στον κάμπο ησυχία - μια ησυχία πνιγερή, σαν την αυγουστιάτικη ζέστη στα μέρη εκείνα - κανείς από όσους ανέπνεαν ακόμα δεν τολμούσε να κινήσει για πίσω. Ποιος άλλωστε λαχταράει να δει στο φως της μέρας τους εφιάλτες του σκοταδιού; Κι άραγε ποιες κραυγές να ήταν φοβερότερες; Οι κραυγές των ζωντανών που επέστρεψαν στα ρημαγμένα τους σπίτια και στις ρημαγμένες τους ζωές για να αντικρίσουν την ανείπωτη φρίκη, ή οι κραυγές όσων κάηκαν και ξεκοιλιάστηκαν ζωντανοί; 

Όσα πτώματα μπορούσαν να μεταφερθούν, θάφτηκαν στο νεκροταφείο. Όσα ήταν σωροί καμένες ή διαμελισμένες σάρκες κι αίματα, θάφτηκαν στις αυλές των σπιτιών τους, εκεί που τους βρήκε ο θάνατος. Κι όσοι δικοί τους επέζησαν, έζησαν για άλλα τρία χρόνια με τους δικούς τους νεκρούς ανθρώπους μέσα στο ίδιο σπίτι κι έπειτα τους μετέφεραν στο νεκροταφείο. 

Ο Μάνθος φόρεσε το πένθος στο μανίκι για εκείνη την πρώτη του γυναίκα και βάλθηκε να αναστηλώσει το πατρικό, αφού η γυναίκα και τα παιδιά του αδερφού του είχαν όλοι σωθεί κι η ζωή - αυτή που είναι φτερό στον άνεμο - πρέπει να συνεχίζεται. Και τη συνέχισε τη ζωή του ο Μάνθος, ξαναπαντρεύτηκε, έκανε τέσσερα παιδιά, αυγάτισε όπως έπρεπε την περιουσία του, τα μοίρασε όλα με ακρίβεια και δικαιοσύνη στους γιους και στην κόρη του, όταν χρειάστηκε πούλησε με αποφασιστικότητα την καλύτερή του γελάδα κι αγόρασε ρολόι και γραβάτα στον μικρό του γιο, πρωτοδιόριστο στο δημόσιο,  και παρέμεινε έτσι ακριβής και πρακτικός μέχρι που γέρασε και πέθανε.  Λίγο τον θυμάμαι - ήμουν μικρή - ένας παππούς λιγομίλητος που έπινε καφέ κάθε απόγευμα στο καφενείο του μεγάλου του γιου με την γκλίτσα ακουμπισμένη πλάι του, τα χείλη σφιγμένα και το μάτι κοφτερό κι αυστηρό. Πέντε εγγονούς είδε και μια εγγονή. Κι είναι στ’ αλήθεια άγνωστο, έτσι τσιγκούνης που ήταν στα λόγια και στις αισθηματικές εκδηλώσεις, αν της είχε αυτής της μιας εγγονής περισσότερη αδυναμία. Μετά από χρόνια, όμως, πέρασε στα χέρια της το δώρο που της έκανε όταν γεννήθηκε. Ένα αντικείμενο αξίας, διπλωμένο σε ένα χαρτάκι κιτρινισμένο και γραμμένο από το χέρι του: “Αυτό είναι για την εγγόνα μου και να μην το πειράξει ποτέ κανείς.” Σε όλα του συνεπής, σαφής, τακτικός, δίκαιος και απόλυτος. 

Η Κακομάνθαινα επέστρεψε και τους βρήκε και τους τέσσερις, άντρα και παιδιά, σκοτωμένους. Για δυο στιγμές ακούμπησε στην πεζούλα της αυλής κι είχε απλωμένη στο πρόσωπο την εξωφρενική γαλήνη που έχουν όσοι σφιχταγκαλιάζουν την απελπισία. Κι αυτό το τσαμπί το σταφύλι πώς βρέθηκε στο χέρι της; Ήταν καλή χρονιά για τη Ζαμπέλλα! Θα έβγαζε ο άντρας της πρώτης τάξης τσίπουρο! Να μην το φάει μόνη της, είναι γλυκό και νόστιμο, να το πάει να το μοιράσει στην Ελένη και στην Άννα της. Για τον Γιωργάκη της θα είχε ήδη ζεστάνει γάλα μια από τις αδερφές του. Μα θα σκέφτηκε καμιά να του κάνει παπάρα καμιά χαψιά ψωμί; Για δυο στιγμές αλάφιασε, έκανε να τους φωνάξει να φάνε. Για δυο στιγμές μιας τελευταίας φρικτής ελπίδας. 

 Έπειτα, ντύθηκε τα μαύρα και δεν τα έβγαλε από πάνω της ποτέ, μόνο τη μαντήλα της αποχωρίστηκε πέντε φορές για τους γάμους των τεσσάρων επόμενων παιδιών της, που ευτύχησε να αποκτήσει, και για το δεύτερο δικό της γάμο. Έτσι τη θυμάμαι κι εγώ, από πάντα, από όταν άρχισα να θυμάμαι και τον εαυτό μου, μια μαυροφορεμένη γιαγιά που έτρωγε τα φωνήεντα και τις καταλήξεις όταν μιλούσε, τόσο που δεν την καταλάβαινα κι όλο απορούσα κι αυτή όλο γελούσε κι έβγαζε από τις μαύρες τσέπες της τσαλακωμένα κατοστάρικα - δραχμές ακόμα τότε - και μου τα έβαζε κρυφά στην παλάμη. Ακούγονταν ιστορίες για την ομορφιά της στα νιάτα της, για το πόσο πολύ της έμοιαζε η μία και μοναδική της εγγονή - “Τ’ Μήτσ’ είσ’ ισύ; Τς Κακουμάνθινας η αγγόνα; Άι! Τίπ’τα διν άφ’κες τς γιαγιάς σ’ !” - για τα μακριά σγουρά μαλλιά της, που όμως δεν τα είδα ποτέ. Τα είχε πάντα τυλιγμένα και κρυμμένα στη μαύρη μαντήλα. 

Και παντρεύτηκαν με τον Μάνθο κάτι μήνες μετά, αφού δε γινόταν αλλιώς, ήταν οι ανάγκες τέτοιες, μόνος αυτός, μόνη αυτή, δυο χαροκαμένοι μαγκούφηδες. Πρακτικά πράγματα, δηλαδή, και γι’ αυτό αιώνια. Όλα τα υπόλοιπα, αυτά που σμίγουν τους ανθρώπους, είναι άστοχα όνειρα και χίμαιρες και σκόνη κι ατμός. 

Εκείνους του δύο άλλους, τους πρώτους τους συζύγους, τους ανέστησαν στις δύο πρώτες γέννες της Κακομάνθαινας. Πρώτη (ξανα)γεννήθηκε η Λαμπρινή και δεύτερος (ξανα)γεννήθηκε ο Στάθης. Τα τρία αγγελούδια υπάρχουν κι αυτά ως ονόματα σε μνημεία και τάφους - γραμμένες δίπλα στα ονόματά τους οι σπαρακτικές μονοψήφιες ηλικίες τους - παρέα με τους υπόλοιπους τριακόσιους δέκα τέσσερις. 

---------- 

*Κομμάτι πανί, τυλιγμένο σε σπείρα που έπαιρνε έτσι το σχήμα της κουλούρας. Το τοποθετούσαν επάνω στο κεφάλι και εκεί στερέωναν το δοχείο με το γάλα για να το μεταφέρουν.

**Κουβάς

***Παραποτάμιο τοπωνύμιο

****Βρεφικό κρεβατάκι

 

 Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον φιλαναγνώστη:

 1. Γιάννης Δάλλας, “Η σφαγή του Κομμένου”, εκδ. Πέτρα (2008)

2. Δημήτρης Χρ. Βλαχοπάνος, “Κομμένο ποτάμι”, εκδ. Πέτρα (2005)

3. Δημήτρης Χρ. Βλαχοπάνος, “Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης”, έκδοση δήμου Νικολάου Σκουφά (2018)

4. Hermann-Frank Meyer, “Η φρίκη του Κομμένου”, εκδ. Καλέντης (1998)

Κυριακή 16 Μαΐου 2021

ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ, ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

 Μέρος πρώτο


Ανέβαινα τη μεγάλη λεωφόρο της γειτονιάς επιστρέφοντας στο σπίτι μου, Σάββατο σχεδόν μεσημέρι, όταν άκουσα να καταφθάνουν οχήματα κορνάροντας σα να συνοδεύουν κάποιον μελλόνυμφο. Γύρισα και είδα μια πομπή σπαρακτική. Δεκάδες μηχανές, με νέα παιδιά ανηφόριζαν προς το νεκροταφείο της περιοχής. Ένα από τα μεγαλύτερα του λεκανοπεδίου, από αυτά που σου «νοικιάζουν» μια πιθαμή γη για τρία χρόνια κι έπειτα με δυο φτυαριές και μέσα σε τρία λεπτά σε ξεβολεύουν - φυσικά με το αζημίωτο - , τινάζουν από πάνω σου τα χώματα και κομμάτι κομμάτι σε πετάνε σε μια μαύρη σακούλα για να σε στριμώξουν σε ένα οστεοφυλάκιο. Κι αυτή η διαδικασία, της εκταφής, πάει καλά αν ολοκληρωθεί με την πρώτη. Αν το κουφάρι σου αποδειχθεί αντιστασιακό, σε μετακομίζουν λίγο παραπέρα σε ένα άλλο κομμάτι γης, περιφραγμένο με σκουριασμένο συρματόπλεγμα, σε ένα καινούριο σπιτικό, χωρίς σταυρό κι εικονοστάσι, και σου δίνουν διορία ένα χρόνο ακόμα να σαπίσεις επιτέλους. Όλα αυτά, βέβαια, δε θα συμβούν ποτέ σε όσους έχουν καμπόσα χιλιάρικα να διαθέσουν για να αγοράσουν έναν τάφο “φιλέτο” σε ένα από τα πιο περιζήτητα νεκροταφεία της πρωτεύουσας. Μια ζωή φέσι για να βάλεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, και μόλις ξεχρεώσεις, περί τα δέκα χρόνια αποταμίευσης για να βάλεις μια για πάντα ένα κομμάτι καλοστολισμένο κι αξιοζήλευτο μάρμαρο πάνω από το πτώμα σου. Σκέψεις...σκέψεις άσκοπες. Καλά κάνουν κι οι μεν κι οι δε. Αλί σ’ αυτούς που μένουν πίσω και (τα) σκέφτονται.

Ανηφόριζε, λοιπόν, η πομπή τη μεγάλη λεωφόρο κορνάροντας σα σε γάμο. Πρώτα, καμιά δεκαριά μηχανάκια, μετά η νεκροφόρα κι από πίσω δυο τρία αυτοκίνητα κι άλλες τόσες μηχανές. Όλοι με τα αλάρμ αναμμένα και τα χέρια κολλημένα στα κλάξον. Το λευκό, ανθοστολισμένο φέρετρο μέσα στο μαύρο αυτοκίνητο μου αφαίρεσε δυο ανάσες και μου έφερε δυο δάκρυα στα μάτια. Σε γάμο πήγαιναν τα παιδιά.

Οι μνήμες ζωντανεύουν με το τίποτα, από το τίποτα, από το πιο τυχαίο συγκλονιστικό, από το πιο περαστικό εφήμερο. Κι οι κατοπινοί συνειρμοί καταφθάνουν εκθαμβωτικοί. Θυμήθηκα μιαν αφήγηση του Σιάτρα. Κάποιος του είχε τηλεφωνήσει μια νύχτα αργά, μεσάνυχτα, και του ζήτησε να πάει το επόμενο πρωί να πει ένα τραγουδάκι για τον γάμο της κόρης του*. Κι έτσι, από τη μεγάλη αστική λεωφόρο, ταξίδεψα στη μία πατρίδα μου - κι ευτυχώς έχω πολλές πατρίδες -, στα «τραγουδάκια» της, στους δικούς μου ανθρώπους, στους δικούς μου νεκρούς. Και θυμήθηκα ιστορίες, όχι του βουνού, ούτε του λόγγου, μα χαμηλότερα, του κάμπου.

«Σύρ’ φέρε μ’ τη μαντήλα μ’, μωρ’ Κούλα, να σκιπάσ’ του κιφάλι μ’, μέρα που ‘ν’.»

«Τι μέρ’ είν’ βρε μάνα;», ρώτησε η Κούλα την από χρόνια κατάκοιτη και μισοχαζεμένη, άνω των ενενήντα, πεθερά της.

«Φέρε μ’ τη μαντήλα μ’ σ’ λιέου, αφούνα διν ουγάου να σύρ’ να πω ιένα τραγουδάκ’ τ’ πιδιού μ’».

Η Κούλα έκανε όπως την πρόσταξε η Κακομάνθαινα, της φόρεσε τη μαύρη μαντήλα στο χιονάτο κεφάλι της – μαντήλα που από τα τριάντα της, περίπου, δεν την είχε αποχωριστεί η γριά, μέχρι που έπεσε στην ανάγκη των άλλων και δεν όριζε ούτε το κορμί της ούτε το μυαλό της, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι έκλαψε η Κούλα επιτέλους μπροστά της, χωρίς φόβο κι αγωνία μην τυχόν και καταλάβει τίποτα η μάνα. Τόσοι μήνες σιωπής και πνιγμένου πόνου, μπες-βγες στην κάμαρα της γριάς. Να μην καταλάβει η μάνα, η μέρα-νύχτα αμίλητη, η σκοτισμένη στα σκοτάδια του γηραιού μυαλού της. Να μην καταλάβει πως θα έθαβε και τέταρτο παιδί πριν τη θάψουν και την ίδια.

Τόσοι μήνες, τόσοι λίγοι, ευτυχώς – που έλεγαν οι περισσότεροι. Ευτυχώς που δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ ο άνθρωπος. Επειδή το εν ζωή σάπισμα της σαρκός είναι φαίνεται φρικιαστικότερο από το θάνατο. Λες κι ο άνθρωπος γεννιέται για άλλο λόγο, πέρα από το θάνατο. Λες και το σαρκίο του δεν είναι προορισμένο για να σαπίσει. Λες κι η ζωή η ίδια δεν είναι ολάκερη μια προετοιμασία για το θάνατο. Όλα είναι πλάνη κι αντίλαλος, η ζωή είναι μια γέφυρα, πέρασέ την, αλλά μη χτίσεις εκεί το σπίτι σου.”** Ή αλλιώς, από το χώμα ερχόμαστε, στο χώμα επιστρέφουμε. Στο μεταξύ διάστημα, παριστάνουμε τους κηπουρούς.***

Ας είναι. Ευτυχώς, λοιπόν, που ο Στάθης, ο γιος της Κακομάνθαινας κι ο άντρας της Κούλας, δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ. Κι αφού η Κούλα χτένισε κι έβαλε τη μαντήλα στην πεθερά της, την ξάπλωσε στο κρεβάτι, φώναξε τη γειτόνισσα να την παραστέκει, έβαλε κι αυτή τη μαύρη μαντήλα της στα ακόμα καστανά μαλλιά της κι άλλαξε για δεύτερη φορά στη ζωή της όνομα. Από Βασιλική σε Κούλα πρώτα, κι από Κούλα σε Κακοστάθαινα τώρα. Κι έσυρε να πάει αυτή να πει ένα τραγουδάκι στον άντρα της, μαζί με το υπόλοιπο χωριό.

Τον μικρό της γιο, παλικάρι από τα λίγα του χωριού, τον κρατούσαν δυο μπαρμπάδες του, να μπορεί να περπατήσει – ή καλύτερα, τον έσερναν ολόρθο – ως το νεκροταφείο στην παλιά εκκλησία του χωριού. Κι εκείνος, σε όλο το δρόμο, χτυπούσε σε κάθε βήμα τα πόδια του στη γη να τα σπάσει, να σακατευτεί κι αυτός, ή να σπάσει κι η γη κάτω από τα πόδια του, να σακατέψει τα έγκατά της της άσπλαχνης, που ετοιμαζόταν τόσο βουβά κι αδιάφορα να δεχτεί στα σπλάχνα της το κορμί του πατέρα του. Και πήδαγε με ολοφυρμό και τάνιζε μπρος πίσω το κορμί του και φώναζε κι αναρωτιόταν γιατί;” και κάκιζε τον νεκρό που τον άφησε μόνο, ενώ εκείνος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Και κρεμόταν στα μπράτσα των μπαρμπάδων του, που ίδρωναν κι ούτε να κλάψουν δεν μπορούσαν τον νεκρό αδερφό τους. Θες επειδή είχαν το νου τους στον ανιψιό τους, που σπάραζε κοτζάμ παλικάρι να ακούσει τον οδυρμό του όλος ο κάμπος, θες επειδή στην πατρίδα μου αυτή δεν επιτρέπεται στους άντρες να κλαίνε;

Ποιος μπορεί να πει κάτι ώρες σαν κι εκείνη; Και ποιος μπορεί να κρίνει τον τρόπο που πονάει ο καθένας; Άλλοι κλαίνε για μέρες, άλλοι για χρόνια, άλλοι αδειάζουν το βλέμμα τους λες κι ο νεκρός πήρε μαζί του και τη δικιά τους την ψυχή, και σε κοιτάνε σαν κι αυτοί από τον άλλο κόσμο. Άλλοι σκληραίνουν ξαφνικά και μισούν όλους τους ζωντανούς, μισούν και τον εαυτό τους. Άλλοι γεμίζουν το σπίτι φωτογραφίες του συχωρεμένου αγαπημένου, άλλοι βουρκώνουν κάθε φορά που προφέρουν το όνομά του, κι άλλοι δε χύνουν ούτε μισό δάκρυ και συνεχίζουν τη ζωή τους, επειδή αυτό θα ήθελε κι ο συχωρεμένος. Ο καθένας έχει τον τρόπο του. Και δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για όλα αυτά, μα μόνο για τον κάμπο, μόνο για αυτό μου το χωριό.

Στην πατρίδα μου αυτή, τον αποχαιρετισμό των νεκρών τον επωμίζονται αποκλειστικά οι γυναίκες. Και τη μετέπειτα φροντίδα τους και τη μνήμη τους, στα εννιάμερα, στα σαράντα και στους χρόνους που ακολουθούν. Με τα τραγουδάκια τους. Έτσι τα λένε τα μοιρολόγια στον τόπο ετούτο. Τραγουδούν όσο να τον θάψουν τον δικό τους άνθρωπο, τον ξενυχτούν με τραγούδια το βράδυ πριν την ταφή - όπως τραγουδούν γύρω από τα προικιά τη νύχτα πριν το γάμο - τραγουδούν πάνω από τον τάφο, τραγουδούν σε κάθε μνημόσυνο από εκείνη τη μέρα και για πάντα. Τα κόλλυβα τα λένε “σταράκ’”, κι είναι κάθε φορά ο δίσκος που τα περιέχει ένα κέντημα. Κάθε απόγευμα οι χήρες πάνε στο μνήμα του νεκρού τους. Οι αδιανόητες, απερίγραπτες, μαυροντυμένες μάνες επίσης. Για να ποτίσουν τα λουλούδια που έχουν οι ίδιες φυτεμένα στον τάφο και φυσικά για να ανάψουν το καντήλι. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή πρωί, οι μαυροντυμένοι ανθρώπινοι όγκοι πάνε κι έρχονται πάνω από τους τάφους των αγαπημένων, να ασβεστώσουν τα τσιμέντα, να σαπουνίσουν τα μάρμαρα, να γυαλίσουν τα καντήλια, να έχει να ζηλέψει ο Θεάνθρωπος στον μυρωδάτο του Επιτάφιο πάστρα και λάμψη. Η γυναίκα που ενώνει την οικογένεια εν ζωή, την ενώνει και εν θανάτω. Η γυναίκα που φροντίζει τον άνθρωπό της εν ζωή, τον φροντίζει και εν θανάτω.  Στον τόπο ετούτο ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή των ζωντανών”****. Με όλο θάρρος της καταγωγής, θα προσέθετα μία ακόμα λέξη στη φράση του Κινγκ: “...στη ζωή των ζωντανών γυναικών”.

Οι άντρες στον τόπο αυτό, μηρυκάζουν και καταπίνουν τον θάνατο των αγαπημένων τους με διαφορετικό τρόπο, αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Η Κούλα, λοιπόν, μαζί με την αδερφή του Στάθη, έσκυψαν, δυο μαύροι μπόγοι από πανιά, πάνω από τον τάφο και τραγούδησαν. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κι ορισμένοι στίχοι για τα μοιρολόγια τους. Μόνο ασυγκέντρωτα και προορισμένα λόγια. Κάθε μοιρολόι “φτιάχνεται” εκείνη τη στιγμή κι εξαρτάται από τον νεκρό στον οποίον απευθύνεται κι από τον πενθούντα που του το απευθύνει. Είναι η συναισθηματική υστερική κατάσταση της μοιρολογίστρας, είναι το ράγισμα της φωνής, το μέγεθος της απελπισίας, ο φυσικός ήχος της απώλειας, το σεκόντο των υπολοίπων συγγενών, που μετατρέπουν την ώρα της ταφής σε λυτρωτικό πανηγύρι της ψυχής, σε ένα τελετουργικό καθαρμού, σε μια υπόσχεση της μετά θάνατον ζωής και σε μια επιβεβαίωση της τωρινής ζωής.

Η Κούλα κι η αδερφή του Στάθη τραγούδησαν εκείνη την ημέρα και για λογαριασμό της Κακομάνθαινας, που τίποτα δεν έπρεπε να καταλάβει, που τίποτα δεν καταλάβαινε και που όλα τα ήξερε από την αρχή. Τραγούδησαν για να παρηγορήσουν την ψυχή του φευγάτου, τις ψυχές των παριστάμενων συμπαραστατών, και τις δικές τους ψυχές.

Η μία και μοναδική ανιψιά του Στάθη, αυτή που ήταν η μόνη υπενθύμιση του βαφτιστικού ονόματος της μάνας του, της Κακομάνθαινας, ξενιτεμένη σε ένα μακρινό νησί - στο “νησί των λωτοφάγων” -  δεν προλάβαινε να πάει. Πήγε στα σαράντα, μα δεν μοιρολόισε, επειδή ήταν πολύ νέα και άρα πολύ αλαζονική τότε ακόμα και δε “χαμπάριαζε” από τέτοια.

Ο μεγάλος γιος του, επίσης δεν μπόρεσε να πάει, επειδή ήταν στην Αθήνα και περίμενε από ώρα σε ώρα τη γυναίκα του να γεννήσει το δεύτερο παιδί τους. (Ο Στάθης πρόλαβε "να χαρεί" ένα εγγόνι από τον μεγάλο του γιο, τον Μάνθο, τον μικρό Σταθάκη. Με το που μαθεύτηκε το νέο της δεύτερης εγκυμοσύνης της νύφης του, μαθεύτηκε και το νέο για την αρρώστια του.) Έτσι έρχονται οι χαρές στη ζωή, μαζί με τον πόνο. Για να θυμούνται οι άνθρωποι την αναξιότητα και τη μικρότητά τους. Για να θυμούνται πως άδολη χαρά δεν υπάρχει, πως οι Αρχάγγελοι των Ευαγγελισμών και οι Αρχάγγελοι του Θανάτου είναι όλοι πιστοί υπηρέτες του ίδιου Αφέντη. Αυτού που όλα τα διαφεντεύει με την ανεξιχνίαστη βουλή Του, την οποία αφού δεν κατανοούμε ονομάζουμε “σοφία”.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, τα ετήσια πανηγύρια για τις γιορτές των Αγίων στον τόπο αυτό ξεκινούν πάντα με ένα μοιρολόι, κι έπειτα ακολουθούν τα τσάμικα και οι συρτοί. Επειδή οι άνθρωποι εδώ - χαροκαμένοι από πάντα εξαιτίας της σοφίας του Θεού ή της ανοησίας των ανθρώπων - ξέρουν ότι του χρόνου μπορεί κάποιοι να λείπουν. Τα γλέντια τους είναι η χαρά που έσμιξαν κι η προεξόφληση ότι με την ίδια σύσταση, με τις ίδιες παρέες, δε θα ξανασμίξουν.

Στην πατρίδα μου αυτή, στις γιορτές τραγουδούν για να ξορκίσουν την εφήμερη ζωή, και στις κηδείες για να ξορκίσουν τον αιώνιο θάνατο.

 

----------

 *Σάββας Σιάτρας, Ηπειρώτης τραγουδιστής δημοτικών παραδοσιακών τραγουδιών. Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε περιγράψει ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα κάποιου φίλου, που ουσιαστικά τον καλούσε να πει ένα μοιρολόι στην κηδεία της κόρης του.

** Ζυράννα Ζατέλη, “Και με το φως του λύκου επανέρχονται”, εκδ. Καστανιώτη (1993)

 ***Αργύρης Χιόνης, “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει”, εκδ. Γαβριηλίδης (2010)

 ****Κρίστοφερ Κινγκ, “Ηπειρώτικο μοιρολόι”, εκδ. Δώμα (2018)

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

 "Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και

την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,

κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.

Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει

γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν

παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν

ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-

με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα

στο εσωτερικό μας πάθος,

αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα

της μητρότητάς μας…"

----------

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες (Καντάτα 1960 – απόσπασμα), Ποίηση, τ. 1, εκδ.Μετρονόμος (2015)

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο έβδομο




Είχε αφήσει το κορμί της να χυθεί στην καρέκλα, μόλις δυο μέτρα απέναντί μου. Κι έτσι καθισμένη, έγερνε το κεφάλι της ελαφρά πίσω, κοιτάζοντας τις κορφές των δέντρων της πλατείας. Τα μέλη της σαν παραλυμένα, αφημένα από ‘δω κι από ‘κει. Το ένα χέρι στο τραπέζι δίπλα της, το άλλο ακουμπισμένο στα γόνατα, το ένα πόδι τεντωμένο μπροστά, το άλλο λυγισμένο και γυρτό προς τα έξω. Το φουστάνι της απλωνόταν κι αυτό στην καρέκλα δώθε κείθε, πέφτοντας ανέμελα και κατά τύχη θαρρείς ανάμεσα στους μηρούς, έτσι όπως απέμεναν ελαφρώς ανοιγμένοι. Κάπου, κάποτε, έδεναν τα άκαμπτα χέρια των νεκρών σταυρωτά πάνω στην ξυλιασμένη κοιλιά τους με λευκό πανί, για να τους θάψουν καθώς πρέπει. Εδώ, τώρα, το ριγμένο φουστάνι ανάμεσα στα πόδια της έμοιαζε να κάνει την ίδια δουλειά. Κι ήταν γλυκιά πολύ μέσα σε αυτό το λευκό ρούχο, με τις φαρδιές τιράντες – η μια ξαμολυμένη χαμηλά στο μπράτσο, η άλλη έστεκε ακόμα πάνω στον εύθραυστο ώμο της. Κομψή σα δεσποινίδα, αθώα σαν κοριτσάκι, παραδομένη σαν ερωτευμένη γυναίκα.

Άκρα λεπτεπίλεπτα, γόνατα τορνευτά, γαμπούλες σάμπως παιδικές κι αστράγαλοι μικρούτσικοι σαν μίσχος παπαρούνας. Το μικροσκοπικό κορμί της είχε μια χάρη αόρατη, μια ομορφιά βαθειά, έμοιαζε πλακωμένο από κάποιο βάρος. Το δέρμα της ωχρό, φέγγει στο μισοσκόταδο. Μα πιο πολύ φέγγουν τα μάτια της, τα λυπημένα, τα χωρίς βλέμμα. Λες και τα μάτια της είχανε ρουφήξει όλη τη ζωή από το κορμάκι αυτό, το τρεμάμενο μέσα στην ακινησία του, κι έμεναν στηλωμένα στον άφαντο ορίζοντα, τον πάνω από τα δεντρα της πλατείας και πίσω από τις πολυκατοικίες, αναμένοντας κάποια Θεία Χείρα να κάνει τον κόμπο της ζωής δάκρυα στις κόγχες τους, ή να την αποτελειώσει.

Καθόταν εκεί, με το λαιμό τεντωμένο κι ανυπεράσπιστο, με τα κερένια της δάχτυλα, φιτιλάκια τσουρουφλισμένα, να ψάχνουν, χωρίς να σαλεύουν μια στάλα, ν’ ακραγγίξουν τι; Καθόταν ήσυχη, με την ωραία μορφή της πνιγμένη στην εγκαρτέρηση χωρίς βασανισμό. Σαν τη γυναίκα που μόλις έθαψε άντρα, γιους και κόρες κι απελευθερωμένη από κάθε αγωνία περιμένει επιτέλους και τη δική της λύτρωση από το υφάδι της Μοίρας. Οι θόρυβοι της γειτονιάς, το βουητό των δρόμων, οι φωνές στην πλατεία και μια μουσική να παίζει από το απέναντι μπαλκόνι ένα τραγούδι γνωστό, μα μία και μοναδική φορά παιγμένο έτσι – ένα πιάνο, κι η αγαπημένη φωνή με το σφαγμένο γρέζι σε κάθε «α»: “I was riding, I was riding…” – όλοι, όλοι οι ήχοι μαζεύονταν μπουλούκια οχλαγοής και στριμώχνονταν γύρω της και θρυμματίζονταν πέφτοντας ολόγυρά της, αφήνοντάς την ανέγγιχτη παρθένα μετά από τον πιο άγριο κι αποτρόπαιο βιασμό.

Και φούσκωνε το στήθος της από τα βουβά αναφιλητά, και χόρευε το στήθος της από τη λαιμαργία της να ανασάνει, να ανασάνει τη ζωή. Κι ακούνητη γυρνούσε προς τα μέσα της το τρέμουλο από το ντροπιαστικό λαχάνιασμα της κόπωσης. Μια ψυχή ψόφια μέσα σε μια σάρκα κραυγάζουσα. Και τρανταζόταν το μικρό μεταλλικό τραπεζάκι από την αδράνεια του ισχνού χεριού της. Κι έτρεμαν επάνω του τα γυάλινα ποτήρια κι η καράφα, και τσούγκριζαν όλα μεταξύ τους στην υγειά της, και χυνόταν παντού το κρασί και το νερό, μουσκεύοντας τις λαδωμένες χαρτοπετσέτες. Το πιρούνι χοροπηδούσε πλάι στο πιάτο με το μεζέ, σαν από παραμύθι βγαλμένα, μαγεμένα φασαριόζικα αντικείμενα έσκουζαν “Φάε με! Πιες με!”  Κι όλα ξεφώνιζαν από την τόση της ησυχία και πλάνταζαν βουβά κι αυτά μαζί της.

Έπαιζε το πιάνο, έπαιζε από το απέναντι μπαλκόνι, κι έλεγε η φωνή η γνώριμη “I got a feeling that just wont go away…”

Πώς γίνεται ένα τόσο δα κορμάκι να μοιάζει τόσο βαρύ στα μάτια μου; Ασάλευτο έμενε, σα φοβισμένο, σαν ετοιμοθάνατο, που μόνο η σαν ανεμικό αναπόδραστη κίνηση του φουστανιού πάνω στα στήθη της μαρτυρούσε ότι το κορμάκι αυτό είχε ακόμα ζωή μέσα του.

Θα πρέπει να είχε αγαπηθεί πολύ, και να είχε αγαπήσει άλλο τόσο. Με ταπεινότητα κι υποταγή, με χαμόγελο ματωμένο από τον καημό, με μάτι τρελαμένο από τον πόθο, με καρδιά βγαλμένη κι αφημένη στα χέρια εκείνου, σπαρταριστή και τρεμάμενη κι υπόκωφα δονούμενη. Σα νεοσσός, που μόλις βγήκε από το αυγό, εξαρτημένος κι ανύπαρκτος, με μια ζωή χάρισμά του στις φρικιαστικές, άχρηστες, από διάφανο πετσί φτερουγίτσες του, να μην έχει τι να την κάνει μόνος του. Με το κεφάλι υψωμένο στον ουρανό, το στόμα να χάσκει αναμένοντας το τάισμα της μάνας, τη Θεία Χείρα της συμπόνιας, ή το ανελέητο πεινασμένο γεράκι να τον κατασπαράξει με τα νύχια του.

Με τον λαιμό της τραβηγμένο πίσω, αφημένο το κεφαλάκι της πάνω στα στρωσίδια, να αναμένει να την κατασπαράξει εκείνος με τα λαίμαργα χέρια του, με το γλυκόπιοτο φαρμάκι των χειλιών του. Θα πρέπει σίγουρα να αγαπήθηκαν πολύ, με μια ευτυχία άγρια και ζωώδη, γεννημένη από το σμίξιμο των κορμιών τους. Θα πρέπει σίγουρα ν’ αγάπησε πολύ και ν’ αγαπήθηκε άλλο τόσο, δίχως να ξέρει η καημένη πόσο μάταιο είναι ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν. Το γλυκολάλητο τραγούδι του έρωτα, θα πρέπει σίγουρα να το σιγοψιθύρισε, με σώμα παλλόμενο και μάτια κλειστά, με ανάσα σβησμένη από τα φιλιά και με ψυχή αμαρτάνουσα και ελεήμονα.

Μόνο όποιος έχει ακούσει να του ζητούν συγχώρεση τα μουγκά φιλιά του εραστή, μόνο όποιος έχει εκλιπαρήσει για έλεος πεσμένος κι απελπισμένος σε μια αγκαλιά, μόνο αυτός θα καταλάβει.

Άραγε την άκουγε τη μουσική; And if you think you got everything you came for. If you got everything and you don’t want no more…”

Όχι, δεν την άκουγε, αλλιώς θα σάλευαν έστω τα χείλη της, θα ψιθύριζε κι εκείνη τους στίχους.

Σπασμένα κλαδιά τα χεράκια της έμεναν εκεί, παρατημένα. Τα μάτια της, τα χωρίς βλέμμα, καρφωμένα πάνω από τις ταράτσες, στο μαβί του ουρανού, στο ξεψυχισμένο χρυσοκόκκινο του ηλιοβασιλέματος, στον σβησμένο ήλιο, πέρα σε κάποιον ορίζοντα, πιο πέρα ακόμα, στο μολυβί γαλάζιο κάποιου Αιγαίου. Όλα νυχτώνουν γύρω. Το σκοτάδι βαραίνει αργά αργά από τη μεριά της ανατολής και τα θαμπωμένα φώτα της πλατείας κάνουν τώρα το δέρμα της να μοιάζει ακόμα πιο χλωμό.

Ένα δειλό αεράκι έφερε με ξεδιάντροπη ορμή μια τούφα από τα μαλλιά της πάνω στο ωραίο της πρόσωπο. Μισόκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, εκείνος όρθιος μπροστά της έβαζε τα ρέστα που του είχε επιστρέψει ο Σαϊμίρ στην τσέπη του.

«Πάμε;» της είπε.

Το ένα της πόδι, το τεντωμένο, μαζεύτηκε, το ένα της χέρι, το ξεχασμένο στο τραπέζι, συμμάζεψε την πεσμένη τιράντα, έπειτα συμμάζεψε και την τούφα, να μην υπάρχει τίποτα να σκιάζει τα άδεια μάτια, τα φορτωμένα λύπη και κάματο μιας αγάπης που κατέληξε όπως έπρεπε να καταλήξει.

«Φεύγουμε;» επανέλαβε εκείνος.

Γύρισε αργά να ξεκρεμάσει την τσάντα της από την πλάτη της καρέκλας, οι μηροί της ακόμα μισάνοιχτοι, καρφωμένο το κορμί της, ασήκωτο, τον ρωτούσε «Να πάμε πού;» Κι έπειτα απαντούσε, μόνο του πάντα, ήσυχα, αθόρυβα και σιωπηλά, έτσι όπως σηκώθηκε νωθρά κι ακολούθησε τον συνοδό του, «Να πάμε. Να πάμε στο σπίτι μας. Όπως πρέπει.»

Και μόνο το λευκό της φουστάνι έμεινε να ανεμίζει από το δειλό αεράκι όπως απομακρύνονταν και να ωρύεται « Όχι! Εκεί είναι όλα ξεχερσεμένα, σκληρά κι αδυσώπητα! Εδώ άσε με να μείνω, εδώ να μη σαλεύω!»

Και σε κάθε της βήμα ξεχύνονταν από τον λευκό της ποδόγυρο τσαλαπατημένα κρίνα.

Για να διαγραφεί τόσο ανήξερη μια κοιλίτσα τόση δα, φουσκωμένη λιγουλάκι.

Ο έρωτας κι ο θάνατος, αυτά μόνα κινούν τον κόσμο μας και τίποτε άλλο.

Ο ουρανός βάραινε πίσω τους όλο και περισσότερο, κι η φωνή του τραγουδιστή από το απέναντι μπαλκόνι έσβηνε ανάμεσα στις φωνές της χορωδίας, με τις τελευταίες φρενιασμένες νότες μιας ολόκληρης ορχήστρας, πλέον. Τα βιολιά μοιρολογούσαν για τα κρίνα, τα κρουστά φοβέριζαν για αυτό που ερχόταν και που τους περίμενε. Μια γυναικεία δεύτερη φωνή σιγοντάρισε για λίγο τις υπόλοιπες, τέλεια συντονισμένη, τέλεια συνεσταλμένη, ανάκουστη κι αδιόρατη, με τη σιγουριά της Μοίρας και της Νέμεσης. Βούιζε η μελωδία μέσα σε χειροκροτήματα κι ενθουσιώδεις απειλητικές ιαχές. 

Το πιάνο πνίγηκε κι αυτό στα βουίσματα.

Ο ουρανός τούς πλάκωσε και χάθηκαν στα σκοτάδια του δρόμου.

----------

Πηγή έμπνευσης:  https://www.youtube.com/watch?v=TJZDyIz-0lk




Σάββατο 1 Μαΐου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο έκτο


Η γλυκιά άνοιξη προχωρούσε νωχελικά προσπερνώντας μια μια τις ημερολογιακές μέρες της, πετώντας από πάνω της τα απολειφάδια του χειμώνα, που μάταια προσπαθούσε με κάτι νυχτερινές ψύχρες και κάτι άλλα σκόρπια ψιχαλίσματα να της στερήσει την αντικειμενική κι ελπιδοφόρα ομορφιά της. Προχωρούσε η άνοιξη αργά, κι ομόρφαινε ο χρόνος μας κι  ο χώρος μας στη γειτονιά. Όπως ομορφαίνει τη σκοτεινή κάμαρα η γυναίκα, βγάζοντας χωρίς βιάση ένα ένα τα ρούχα της για να ξαπλώσει πλάι στον εραστή της.  

Η προσμονή κι η υπόσχεση έχουν γοητεία μαγευτικότερη από την ολοκλήρωση.

Κάπως έτσι μπαίναμε στο Μάιο, με την υπόσχεση του καλοκαιριού μπροστά μας και τη νοσταλγία του χειμώνα πίσω μας. Διανύαμε τη γλυκιά εποχή της εφηβείας του έτους, που όλα ανθίζουν, όλα γίνονται πολύχρωμα, φωτεινά, χυμώδη και μυρωδάτα.

Και τίποτα από όλα αυτά δε θα ήταν άξιο λόγου, αν δε χρειαζόταν να κάνω λόγο για την αλλαγή του Σαϊμίρ. Ήταν κάμποσες μέρες που μου φαινόταν σα να είχε αλλάξει το σώμα του, σα να κουβαλούσε το σώμα κάποιου άλλου, σα να μεγάλωσε ξαφνικά κι από τσαχπίνικο ανέμελο κι όλο νεύρο παιδί, να είχε μπει πρόωρα  στη μέση ηλικία. Δεν ήταν ότι του έλειπε ποτέ η σοβαρότητα, ήταν πάντα του μετρημένος, μα χαριτωμένα ευχάριστος διασκεδαστής όλης της παρέας του καφενείου. Ευπροσήγορος κι ετοιμόλογος, πρόσχαρος, απαντούσε και σχολίαζε έξυπνα, με χιούμορ και μαγκιά. Οι κινήσεις του την ώρα που σέρβιρε ήταν σχεδόν χορευτικές, ξέγνοιαστες και σίγουρες, γεγονός που επιβεβαίωνε  η αγαπημένη του φιγούρα για το φινάλε: γρήγορα στροβιλίσματα του άδειου δίσκου πάνω στον δείκτη του δεξιού του χεριού, καθώς απομακρυνόταν από τα τραπέζια των πελατών.

Προσπαθούσα να υπολογίσω πόσες μέρες είχαν περάσει από όταν γίνηκε η αλλαγή. Τον κοιτούσα να στέκει ακίνητος και να παίρνει παραγγελία, κι έψαχνα να διακρίνω το ελαφρύ λίκνισμα των γοφών του καθώς σημείωνε στο μπλοκάκι του τα ούζα, τις μπύρες και τους μεζέδες. Έπειτα, να κάνει μεταβολή για να διασχίσει  το δρόμο και να χαθεί πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού.

Πάνω στην ώρα περνούσε ο Γιαννάκης – κυριολεκτικά έφηβος αυτός – καβαλημένος στο παπάκι του, μαρσάροντας και κορνάροντας. Συνηθισμένο δρώμενο της εποχής που τα πίναμε στην πλατεία κι  ο Σαϊμίρ πηγαινοερχόταν μέσα έξω με βήμα σβέλτο και χέρι σταθερό, με μάτι λαμπερό και στόμα γελαστό. Και κάθε φορά ο Γιαννάκης τού έβαζε τις φωνές, με ψεύτικο τσαμπουκά, ότι θα τον σκοτώσει κάνα βράδυ έτσι όπως πετάγεται στο δρόμο, και να σέβεται τα κυβικά της μηχανής του – ένα πενηντάρι παπάκι με «πειραγμένη» εξάτμιση, μη φανταστείτε… - κι άλλα τέτοια. Ήταν μικρός ο Γιαννάκης, και γι’ αυτό αξιαγάπητα ξεδιάντροπος. Κανείς δεν τον ξεσυνεριζόταν, ούτε φυσικά κι ο Σαϊμίρ, που στεκόταν δυο λεπτά για να του αντιμιλήσει και να καλαμπουρίσει λίγο με τον πιτσιρικά, ρίχνοντάς του πάντα στο τέλος μια φάπα στο σβέρκο για καληνύχτα. Τότε ο μικρός τον απειλούσε γελώντας, ότι θα ξεσπάσει τη γενετήσια ορμή του επάνω του – χρησιμοποιώντας το αγαπημένο ρήμα του νεοέλληνα για την ερωτική πράξη – κι εξαφανιζόταν στη γωνία του δρόμου μαρσάροντας φυσικά αδιαλείπτως.

Εκείνο το βράδυ, ο Σαϊμίρ ίσα που χαμογέλασε του Γιαννάκη και συνέχισε την πορεία του προς το καφενείο με βήμα βαρύ και κεφάλι σκυμμένο. Ο πιτσιρικάς μονολόγησε «Πάει, καψουρεύτηκε κι αυτός ο…» - χρησιμοποίησε την επίσης αγαπημένη, άλλοτε χαϊδευτική κι άλλοτε υποτιμητική, προσφώνηση του νεοέλληνα – και συνέχισε τη δική του πορεία.

Η διάγνωσή του για την «ασθένεια» του Σαϊμίρ έλυσε ανέλπιστα το Γόρδιο δεσμό των προβληματισμών μου. Ο μικρός μαθητευόμενος Βάκχος είχε, άθελά του και εν τη ρύμη του εφηβικού του σεξουαλικού ενστίκτου, κηρύξει αποστομωτικά τη λήξη των ιατρικών συνεδρίων που λάμβαναν χώρα στο μυαλό μου μέρες τώρα.

Αισθάνθηκα αδαής πλοηγός, που ταξιδεύει χωρίς πυξίδα και χωρίς προορισμό σε πορεία άγνωστη. Και δεν μπορούσα να συγχωρήσω στον εαυτό μου την άγνοια των στοιχειωδών κι αρχέγονων κανόνων της ναυσιπλοΐας. Ακόμα και χωρίς πυξίδα, και χωρίς αστρολάβο. Έπρεπε να έχω διαβάσει τον ουρανό, να έχω παρατηρήσει τη θέση των άστρων, να έχω δει τους οιωνούς.

Κι ο οιωνός ήταν η ανώνυμη, η καινούρια γειτόνισσα. Μια κοπέλα γύρω στα είκοσι πέντε, με κορμί θελκτικό, εβένινα μαλλιά, σταρένιο δέρμα και δυο αναμμένα κάρβουνα για μάτια. Κανείς δεν είχε μάθει ακόμα το όνομά της, μα τη βλέπαμε να περιφέρεται στους δρόμους της γειτονιάς, ωραία κι άπιαστη σαν αερικό. Μια κοπέλα που η όψη της μαρτυρούσε πως έφτανε στο τέλος της πρώτης περιόδου ωριμότητας, αυτήν της επίγνωσης της θηλυκότητάς της. Μια κοπέλα που η περπατησιά της και το σίγουρο, αδιάφορο βλέμμα της μαρτυρούσαν πως έμπαινε με αυτοπεποίθηση και γνωσιακή εμπειρία στη δεύτερη περίοδο ωριμότητας, αυτήν της σαγήνης. Έβλεπε το καθρέφτισμα της ομορφιάς της στα γεμάτα θαυμασμό μάτια των ανδρών από όπου κι αν περνούσε. Ήταν μια κοπέλα που γινόταν γυναίκα, και το ήξερε, το έβλεπε, το χαιρόταν, το λοιδορούσε παίζοντας με όλους χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Κι επειδή μια αρετή – ή μια φυσική ψυχική παρόρμηση – δεν ψάχνει να καθρεφτιστεί παρά μόνο στο ετερώνυμό της, κι από αυτό τελικά έλκεται, ο Σαϊμίρ κόντευε να αρρωστήσει.

 Έμαθα εύκολα το όνομά της, από τον κυρ-Σταμάτη, τον διαχειριστή της πολυκατοικίας που έμενε η νιόφερτη Ναϊάδα. Όλοι «ξανοίγονται» και μιλάνε ευκολότερα σε αυτόν που δεν κάνει πολλές ερωτήσεις. Η εν γένει φαινομενική απραξία μου και η τήρηση των αποστάσεων από όλους στις κοινωνικές συναναστροφές μου, μου είχαν προσδώσει μια επίφαση σοβαρότητας κι έχαιρα του καχύποπτου σεβασμού όλων. Προφανώς, κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, κι όλοι, κάθε φορά που αποτολμούσα μια ελάχιστη κίνηση φιλικής προσέγγισης, έσπευδαν να με κάνουν να νιώσω «σα στο σπίτι μου», ή να μου δείξουν ότι υπήρχαν πολλά πρόθυμα χέρια να πιαστώ, αν ποτέ χρειαζόμουν. Έτσι κι ο κυρ-Σταμάτης με χαρά μου αποκάλυψε – ανακουφισμένος κι ίσως κολακευμένος που η απολωλή καταδέχτηκε να του πιάσει κουβέντα – πως την κοπέλα την έλεγαν, απλώς, Μαρία κι ήταν χορεύτρια ή θεατρίνα ή τραγουδίστρια ή μπαλαρίνα ή όλα μαζί. Στα γερασμένα μυαλά, τέτοιων ειδών επαγγέλματα είναι ένα και το αυτό.

Το ίδιο κιόλας βράδυ έπιασα στασίδι στο τραπεζάκι του Σαϊμίρ δίπλα από  την πόρτα του καφενείου, και όχι στο δικό μου απέναντι, στην πλατεία. Ο φίλος μου με κοίταξε με εκείνο το θαμπό  και άδειο βλέμμα, το των τελευταίων δυο εβδομάδων βλέμμα. Είχα πλέον καταφέρει να προσδιορίσω χρονικά τη στιγμή της μετάδοσης του μικροβίου. Τη στιγμή της παράδοσης του Σαϊμίρ στα αόρατα κι αδιόρατα τερτίπια της Μαρίας. Ήταν πριν δυο εβδομάδες, τέτοια ώρα κατά το σούρουπο, που διάβηκε το δρόμο μπροστά από το καφενείο, σαν άλλη Σειρήνα, με τραγούδι βουβό μα ακαταμάχητα μελωδικό. Ο φίλος μου την είχε προσέξει. Το είχα δει τότε, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Όλοι την είχαμε προσέξει. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που το βλέμμα του Σαϊμίρ χαριζόταν για μερικά δευτερόλεπτα σε μια όμορφη περαστική κοπέλα. Δεν πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό μου, εκείνη τη νύχτα, ότι δεν ήταν ο Σαϊμίρ που κοιτούσε τη Μαρία, μα ο τσακισμένος από τη μοναξιά και την κούραση Οδυσσέας, που χωρίς αυτιά βουλωμένα παρασύρθηκε, μαγεύτηκε και ξέχασε πως ήταν δεμένος πισθάγκωνα στο κατάρτι.

Ο άνθρωπος που έστεκε τώρα μπροστά μου, που ήθελε να με ρωτήσει το απλό “γιατί κάθισες στο τραπεζάκι μου απόψε;”, μα που δεν έβγαζε άχνα, ήταν ο τρελαμένος Οδυσσέας, που δυο εβδομάδες τώρα χτυπιέται και ματώνει προσπαθώντας να λυθεί από το κατάρτι για να σμίξει με τη Σειρήνα του. Τον κοιτούσα κι έβλεπα έναν άνθρωπο που ανέμενε άσκοπα το αδύνατο, μα που το ανέμενε τόσο πεισματικά και με τόση επιμονή, ώστε του φαινόταν πιθανό. Του ζήτησα με επιτακτική τρυφερότητα να ξεμπερδεύει με τα σερβιρίσματα και να καθίσει μαζί μου. Έτσι κι έγινε.

Στο τέλος της ανακοίνωσης  της ιατρικής μου γνωμάτευσης, ο φίλος μου είχε απομείνει να με κοιτάζει με μια γλύκα χυμένη στα χείλη του και τα μάτια του είχαν ξαναβρεί λίγη από τη χαμένη παιχνιδιάρικη λάμψη τους.

Του μίλησα για πράγματα απλά, για την ψεύτρα ομορφιά που είναι ολόκληρη ένα ψέμα. Για τον κίνδυνο του ερωτεύεσθαι την απουσία, το ανύπαρκτο. Γιατί η Μαρία δεν υπήρχε, ήταν πλάσμα μυθικό, ζαλισμένο από τη ματαιοδοξία της σάρκας της. Η Μαρία ήθελε να γνωρίσει τα πάντα, και τίποτα περισσότερο, κι αυτό την έχρηζε καταστροφική. Του μίλησα για τον κίνδυνο του “ερωτεύειν το ερωτεύεσθαι”. Γιατί ο Σαϊμιρ είχε στην πραγματικότητα ερωτευθεί την ίδια του την επιθυμία. Κι η επιθυμία είναι η ίδια η ανεπάρκεια, είναι η έλλειψη. Όδευε προς την καταστροφή, επειδή δεν είχε προνοήσει να εντοπίσει εγκαίρως την κρίσιμη εκείνη στιγμή που το πνεύμα σιγοριγά κι η σκέψη φιμώνεται στη θέα του ωραίου, του επιθυμητού ωραίου. Εκείνη η στιγμή, που εκείνου του είχε διαφύγει, ήταν η ευκαιρία του να αποστρέψει το βλέμμα από το όνειρο και να κοιτάξει τη λυτρωτική πραγματικότητα, χωρίς να πελαγοδρομεί στον ωκεανό βασάνων μιας αιώνιας Οδύσσειας. Αιώνιας όσο αιώνια είναι η μετ’ έρωτος ζωή.

“Για να τελειώνουμε”, κατέληξα ανάβοντας τσιγάρο και χρησιμοποιώντας την αγαπημένη λέξη του Γιαννάκη, “αν ψάχνεις αξέχαστα γαμήσια, όρμα. Κι εκείνη σε θέλει για αυτόν όμως και μόνο το λόγο. Αν άρχισες να φαντάζεσαι αγάπες, να ξέρεις ότι με αυτήν την γυναίκα θα πονέσεις. Και θα πονάς για όσο το μυαλό σου θα είναι ικανό να θυμάται.”

Ευτυχώς, για τον Σαϊμίρ δεν ήταν αργά.

Δυστυχώς, για τους υπόλοιπους που δεν περάσαμε τις συμπληγάδες της κρίσιμης στιγμής του πρώτου ρίγους, το βάσανο της Οδύσσειας συνεχίζεται. Είναι το βάσανο της αλυτρωτικής μνήμης. Που ξηλώνει αλύπητα τα ξέφτια της ζωής μας.