Μέρος δεύτερο
Το πρακτικό πνεύμα, η επανάληψη των καθημερινών πρακτικών, χαρακτηρίζει και σπρώχνει τη ζωή να κυλάει σε όλα τα μικρά χωριά - και παντού αναλόγως - τότε και τώρα ακόμα. Πράγματα συνηθισμένα, απλά, απαραίτητα και συνήθειες πολύχρονες. Η βοσκή των ζώων, η καλλιέργεια της γης, το μάζεμα των καρπών και το πήξιμο του τυριού. Εργασίες κι ενασχολήσεις κοπιαστικές, απαιτητικές μα επαναλαμβανόμενες πάση θυσία, αφού σε αυτές βασίζεται η ίδια η επιβίωση των κατοίκων της υπαίθρου. Πρακτικές αυτονόητες σε εκείνους, μα πολύτιμες ψηφίδες στο ψηφιδωτό της μνήμης ημών των επισκεπτών εκ καταγωγής του τόπου. Το Σαββατιάτικο ζύμωμα του ψωμιού, εργασία παραδοσιακή ετών, είχε γίνει για τις γυναίκες συνήθεια όπως το καθημερινό νίψιμο του προσώπου. Για εμένα σήμαινε την επίσκεψη της θείας Μπούλας με το ζεματιστό καρβέλι τυλιγμένο σε βαμβακερή πετσέτα στα χέρια. Το άρμεγμα το ακολουθούσε η ακροβατικών δεξιοτήτων επιστροφή στο σπίτι από τα μαντριά, με την καρδάρα στο κεφάλι - τοποθετημένη με αρχιτεκτονική σιγουριά πάνω στην “πεδελόγα”* - και το ανάλογο λίκνισμα των γοφών για επίτευξη ισορροπίας. Για εμένα σήμαινε φωνές και κλάματα κι άρνηση πεισματική να φάω εκείνη την αποκρουστική, μα κατά τα λεγόμενα ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή μου, πετσούλα, που ζάρωνε και βρωμούσε μέσα στην κούπα με το γάλα.
Κι ήταν αυτές οι πρακτικές, από τη μία - οι συνήθειες της κατ’ ανάγκην ζωής - που έσωσαν κάποιους από τους τετρακόσιους σαράντα επιζήσαντες εκείνου του πρωινού του Αυγούστου. Οι υπόλοιποι σώθηκαν επειδή από τύχη οι κατακτητές δεν ανακάλυψαν τις κρυψώνες τους. Κι ήταν στ’ αλήθεια θαύμα πώς τα κατάφεραν μέσα στην ισιάδα του κάμπου να μείνουν κρυμμένοι και ζωντανοί. Τριακόσιοι δέκα επτά έμειναν σφαγμένοι ή καμένοι στα σημεία που τους βρήκαν τα παράφορα χέρια των δίποδων κτηνών.
Σκοπός του αφηγήματος αυτού δεν είναι η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, που είναι γνωστά και χιλιογραμμένα, και με πίκρα και με μίσος, σε σελίδες ποτισμένες με δάκρυα και με τα φαρμάκια της αδικίας και της εκδίκησης. Ήταν, εξάλλου, τα χρόνια τέτοια. Ήταν και τα βουνά που έστεκαν πέρα μακριά, στο βάθος, πάνω από τον κάμπο τόσο ψηλά και πρόσφορα για το Αντάρτικο, που ό,τι κι αν γράψουμε εμείς οι επόμενοι θα είναι λίγο. Οι σπηλιές των βουνών αυτών, λοιπόν, ήταν τότε γεμάτες Ελασίτες και Εδεσίτες. Οι πόλεις του κάμπου, από την άλλη, γεμάτες Γερμανούς και Ιταλούς. Ο κάμπος δεν ήταν πρόσφορο σημείο συνάντησης, ούτε φυσικά εχθροπραξιών. Ίσιωμα παντού. Η πιο πυκνή βλάστηση στον τόπο μου αυτόν είναι οι καλαμιές κατά τη μεριά του ποταμιού. Κι από την άλλη πλευρά μια θάλασσα ακύμαντη και πηγμένη. Καμιά διέξοδος διαφυγής από πουθενά. Τα πλωτά μέσα που χρησιμοποιούσαν για τα ψαρέματά τους έμοιαζαν πιότερο με χάρτινα καραβάκια, μαθημένα μόνο να πλέουν μαλακά και μαλακωμένα στα ατάραχα νερά του Αμβρακικού κόλπου και στα ανακατεμένα με άμμο και χώμα νερά των εκβολών του Άραχθου ποταμού.
Κι όμως, εκείνοι οι τετρακόσιοι σαράντα κατάφεραν και σώθηκαν, με τα ψέματα. Είτε επειδή δεν πέρασε ούτε στιγμή από το πρακτικό μυαλό τους να παρατήσουν τις πρωινές δουλειές τους, είτε επειδή αυτό το ίδιο το πρακτικό μυαλό τους ανακάλυψε την ύστατη στιγμή χαρακώματα - παιδιάστικες κρυψώνες - αθέατα στην από παντού ορατή και θεόρατη πεδιάδα.
Ο Μάνθος, τότε, είχε άλλη γυναίκα κι έμενε σε άλλο σπίτι, στο πατρικό, με τον αδερφό του και την οικογένεια του τελευταίου. Παιδιά ο Μάνθος δεν είχε με την άλλη γυναίκα. Είχε ξημερώσει η τέταρτη μέρα από όταν οι Γερμανοί είδαν καμιά δεκαριά αντάρτες στην πλατεία του χωριού να παζαρεύουν με τους ντόπιους την αγορά τροφίμων και εφοδίων για τον Αγώνα τους. Ο φόβος των αντιποίνων είχε αρχίσει λίγο λίγο να υποχωρεί. Ο Μάνθος, άνθρωπος εγγράμματος - σπάνιο την εποχή εκείνη για τον τόπο εκείνο - λογικός, ακριβής και πρακτικός, είχε όπως κάθε μέρα επιμερίσει τις εργασίες της επόμενης αποβραδίς. Ο αδερφός του θα πήγαινε με τα κοπάδια κατά το γιαλό να βοσκήσουν αρμυρίκια κι εκείνος θα πήγαινε στα χωράφια. Έτσι σώθηκε ο αδερφός του και κάποιοι άλλοι που πρόλαβαν κι έφυγαν αξημέρωτα από το χωριό για χάρη των ζώων τους. Επειδή από αυτά ζούσαν. Και τελικά έμελλε τη μέρα εκείνη τα ζωντανά τους να τους χαρίσουν όχι μόνο την προς διαβίωση βρώση, μα την ίδια τη ζωή.
Ο Μάνθος δεν πρόλαβε να φύγει για τα χωράφια, πρόλαβε όμως να κρυφτεί σε ένα χαντάκι, ανάμεσα στις καλαμιές και να σωθεί μαζί με κάτι άλλους, όχι όμως και μαζί με εκείνη την άλλη, την πρώτη του γυναίκα. Εκείνη την έσφαξαν εκεί που τη βρήκαν.
Η Κακομάνθαινα - που τότε ακόμα διατηρούσε το βαφτιστικό της όνομα - έμενε κι αυτή αλλού, με έναν άλλο άντρα και τα τρία της άλλα παιδιά. Εκείνο το πρωί είχε πάει από νωρίς - όπως πάντα - με το μπαργάτσι** στο χέρι να φέρει νερό από το ποτάμι, πέρα, στου Γκατζιώτη***. Και γλίτωσε. Δε γλίτωσαν όμως ούτε εκείνος ο άλλος, ο πρώτος της άντρας, ούτε εκείνα τα άλλα, τα τρία της πρώτα παιδιά. Τον πιο μικρό γιο της, μωρό μηνών, τον βρήκαν μετά από ώρες πνιγμένο μέσα στη σαρμανίτσα**** του.
Οι ευφάνταστες μέθοδοι που χρησιμοποίησαν για να αφανίσουν κάθε τι ζωντανό από το χωριό, κι από όποιο χωριό στόχευαν, είναι οδυνηρά φρικιαστικές, και δεν είναι μέλημά μου να αναπαραχθούν εδώ. Άλλοι μιλούν για εξάωρη κι άλλοι για εννιάωρη σφαγή. Όπως και να ‘χει, ακόμα κι όταν σώπασαν τα πολυβόλα κι έγινε παντού στον κάμπο ησυχία - μια ησυχία πνιγερή, σαν την αυγουστιάτικη ζέστη στα μέρη εκείνα - κανείς από όσους ανέπνεαν ακόμα δεν τολμούσε να κινήσει για πίσω. Ποιος άλλωστε λαχταράει να δει στο φως της μέρας τους εφιάλτες του σκοταδιού; Κι άραγε ποιες κραυγές να ήταν φοβερότερες; Οι κραυγές των ζωντανών που επέστρεψαν στα ρημαγμένα τους σπίτια και στις ρημαγμένες τους ζωές για να αντικρίσουν την ανείπωτη φρίκη, ή οι κραυγές όσων κάηκαν και ξεκοιλιάστηκαν ζωντανοί;
Όσα πτώματα μπορούσαν να μεταφερθούν, θάφτηκαν στο νεκροταφείο. Όσα ήταν σωροί καμένες ή διαμελισμένες σάρκες κι αίματα, θάφτηκαν στις αυλές των σπιτιών τους, εκεί που τους βρήκε ο θάνατος. Κι όσοι δικοί τους επέζησαν, έζησαν για άλλα τρία χρόνια με τους δικούς τους νεκρούς ανθρώπους μέσα στο ίδιο σπίτι κι έπειτα τους μετέφεραν στο νεκροταφείο.
Ο Μάνθος φόρεσε το πένθος στο μανίκι για εκείνη την πρώτη του γυναίκα και βάλθηκε να αναστηλώσει το πατρικό, αφού η γυναίκα και τα παιδιά του αδερφού του είχαν όλοι σωθεί κι η ζωή - αυτή που είναι φτερό στον άνεμο - πρέπει να συνεχίζεται. Και τη συνέχισε τη ζωή του ο Μάνθος, ξαναπαντρεύτηκε, έκανε τέσσερα παιδιά, αυγάτισε όπως έπρεπε την περιουσία του, τα μοίρασε όλα με ακρίβεια και δικαιοσύνη στους γιους και στην κόρη του, όταν χρειάστηκε πούλησε με αποφασιστικότητα την καλύτερή του γελάδα κι αγόρασε ρολόι και γραβάτα στον μικρό του γιο, πρωτοδιόριστο στο δημόσιο, και παρέμεινε έτσι ακριβής και πρακτικός μέχρι που γέρασε και πέθανε. Λίγο τον θυμάμαι - ήμουν μικρή - ένας παππούς λιγομίλητος που έπινε καφέ κάθε απόγευμα στο καφενείο του μεγάλου του γιου με την γκλίτσα ακουμπισμένη πλάι του, τα χείλη σφιγμένα και το μάτι κοφτερό κι αυστηρό. Πέντε εγγονούς είδε και μια εγγονή. Κι είναι στ’ αλήθεια άγνωστο, έτσι τσιγκούνης που ήταν στα λόγια και στις αισθηματικές εκδηλώσεις, αν της είχε αυτής της μιας εγγονής περισσότερη αδυναμία. Μετά από χρόνια, όμως, πέρασε στα χέρια της το δώρο που της έκανε όταν γεννήθηκε. Ένα αντικείμενο αξίας, διπλωμένο σε ένα χαρτάκι κιτρινισμένο και γραμμένο από το χέρι του: “Αυτό είναι για την εγγόνα μου και να μην το πειράξει ποτέ κανείς.” Σε όλα του συνεπής, σαφής, τακτικός, δίκαιος και απόλυτος.
Η Κακομάνθαινα επέστρεψε και τους βρήκε και τους τέσσερις, άντρα και παιδιά, σκοτωμένους. Για δυο στιγμές ακούμπησε στην πεζούλα της αυλής κι είχε απλωμένη στο πρόσωπο την εξωφρενική γαλήνη που έχουν όσοι σφιχταγκαλιάζουν την απελπισία. Κι αυτό το τσαμπί το σταφύλι πώς βρέθηκε στο χέρι της; Ήταν καλή χρονιά για τη Ζαμπέλλα! Θα έβγαζε ο άντρας της πρώτης τάξης τσίπουρο! Να μην το φάει μόνη της, είναι γλυκό και νόστιμο, να το πάει να το μοιράσει στην Ελένη και στην Άννα της. Για τον Γιωργάκη της θα είχε ήδη ζεστάνει γάλα μια από τις αδερφές του. Μα θα σκέφτηκε καμιά να του κάνει παπάρα καμιά χαψιά ψωμί; Για δυο στιγμές αλάφιασε, έκανε να τους φωνάξει να φάνε. Για δυο στιγμές μιας τελευταίας φρικτής ελπίδας.
Έπειτα, ντύθηκε τα μαύρα και δεν τα έβγαλε από πάνω της ποτέ, μόνο τη μαντήλα της αποχωρίστηκε πέντε φορές για τους γάμους των τεσσάρων επόμενων παιδιών της, που ευτύχησε να αποκτήσει, και για το δεύτερο δικό της γάμο. Έτσι τη θυμάμαι κι εγώ, από πάντα, από όταν άρχισα να θυμάμαι και τον εαυτό μου, μια μαυροφορεμένη γιαγιά που έτρωγε τα φωνήεντα και τις καταλήξεις όταν μιλούσε, τόσο που δεν την καταλάβαινα κι όλο απορούσα κι αυτή όλο γελούσε κι έβγαζε από τις μαύρες τσέπες της τσαλακωμένα κατοστάρικα - δραχμές ακόμα τότε - και μου τα έβαζε κρυφά στην παλάμη. Ακούγονταν ιστορίες για την ομορφιά της στα νιάτα της, για το πόσο πολύ της έμοιαζε η μία και μοναδική της εγγονή - “Τ’ Μήτσ’ είσ’ ισύ; Τς Κακουμάνθινας η αγγόνα; Άι! Τίπ’τα διν άφ’κες τς γιαγιάς σ’ !” - για τα μακριά σγουρά μαλλιά της, που όμως δεν τα είδα ποτέ. Τα είχε πάντα τυλιγμένα και κρυμμένα στη μαύρη μαντήλα.
Και παντρεύτηκαν με τον Μάνθο κάτι μήνες μετά, αφού δε γινόταν αλλιώς, ήταν οι ανάγκες τέτοιες, μόνος αυτός, μόνη αυτή, δυο χαροκαμένοι μαγκούφηδες. Πρακτικά πράγματα, δηλαδή, και γι’ αυτό αιώνια. Όλα τα υπόλοιπα, αυτά που σμίγουν τους ανθρώπους, είναι άστοχα όνειρα και χίμαιρες και σκόνη κι ατμός.
Εκείνους του δύο άλλους, τους πρώτους τους συζύγους, τους ανέστησαν στις δύο πρώτες γέννες της Κακομάνθαινας. Πρώτη (ξανα)γεννήθηκε η Λαμπρινή και δεύτερος (ξανα)γεννήθηκε ο Στάθης. Τα τρία αγγελούδια υπάρχουν κι αυτά ως ονόματα σε μνημεία και τάφους - γραμμένες δίπλα στα ονόματά τους οι σπαρακτικές μονοψήφιες ηλικίες τους - παρέα με τους υπόλοιπους τριακόσιους δέκα τέσσερις.
----------
*Κομμάτι πανί, τυλιγμένο σε σπείρα που έπαιρνε έτσι το σχήμα της κουλούρας. Το τοποθετούσαν επάνω στο κεφάλι και εκεί στερέωναν το δοχείο με το γάλα για να το μεταφέρουν.
**Κουβάς
***Παραποτάμιο τοπωνύμιο
****Βρεφικό κρεβατάκι
Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον φιλαναγνώστη:
1. Γιάννης Δάλλας, “Η σφαγή του Κομμένου”, εκδ. Πέτρα (2008)
2. Δημήτρης Χρ. Βλαχοπάνος, “Κομμένο ποτάμι”, εκδ. Πέτρα (2005)
3. Δημήτρης Χρ. Βλαχοπάνος, “Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης”, έκδοση δήμου Νικολάου Σκουφά (2018)
4. Hermann-Frank Meyer, “Η φρίκη του Κομμένου”, εκδ. Καλέντης (1998)



