Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019


Ήταν καλοκαίρι, κι οι γονείς του Πετράκη τον είχαν στείλει στο χωριό, στη γιαγιά Στρατούλα, μαζί με τα τρία αδέλφια του.
Η κόρη της κι ο γαμπρός της στην Αθήνα, δεν ήταν εποχές για να αφήνουν τα μεροκάματα.

Ο Πετράκης ήταν ο μικρότερος κι ο πιο ατίθασος. Όλη μέρα χανόταν στα χωράφια, έφτανε μέχρι πέρα στο ποτάμι και γυρνούσε αργά το απόγευμα λασπωμένος, πολλές φορές χτυπημένος, και ξελιγωμένος.

Η πρώτη του δουλειά ήταν να δει αν όσο έλειπε είχε ανάψει η γιαγιά τον ξυλόφουρνο. Αυτό θα σήμαινε ότι τον περίμενε νόστιμο φαγητό και σίγουρα φρέσκο ψωμί, κι όχι νερόβραστα όσπρια και ψωμί πέντε ημερών φρυγανισμένο.
Κάθε απόγευμα άκουγε την κατσάδα της γιαγιάς, έτρωγε και καμιά ξυλιά στον πισινό, έκλαιγε απαρηγόρητος καθώς εκείνη τον έσερνε ως τη βρύση της αυλής για να τον πλύνει, χόρταινε με ό,τι υπήρχε κι έπεφτε ξερός για ύπνο.
Για να σηκωθεί το επόμενο πρωί και να ξαναζήσει τη χαρά της ασωτίας και το δράμα της πειθαρχίας των τεσσάρων χρόνων του.

Εκείνο το απόγευμα ο ξυλόφουρνος ήταν αχρησιμοποίητος. Θύμωσε ο μικρός. Τρίτη μέρα στη σειρά που θα αναγκαζόταν να φάει νερόβραστα.
Μπήκε στο σπίτι ξεθεωμένος κι οργισμένος.
"Πάλι αηδίες θα μας ταΐσεις;", φώναξε στην επίσης ξεθεωμένη Στρατούλα.
Τα αδέλφια του τον κοιτούσαν με αηδία και σαρκασμό.
Η Στρατούλα δε μίλησε, τον τράβηξε έξω στην αυλή και τον πέταξε μέσα στον ξυλόφουρνο.
"Αν δε σ' αρέσει το φαΐ μου, θα μείνεις εδώ να φας τις αηδίες που βγάζει ο πισινός σου!"

Είχε λερωθεί ο Πετράκης. Δεν ήταν πως δεν καταλάβαινε πότε έπρεπε να πάει για την ανάγκη του, αλλά είχε καταφέρει να πιάσει δυο βατράχια, πέρα στο ποτάμι, και δεν ήθελε να τα αφήσει και να του ξεφύγουν.
Οπότε επέλεξε να αφήσει να του ξεφύγουν αυτά που δεν έπρεπε, αυτά που έπρεπε τώρα να τα φάει, χωμένος στον αγαπημένο του ξυλόφουρνο.

Πόση πειθαρχία κι ορθή κρίση να επιδείξει ένα τετράχρονο αγόρι;
Πόση υπομονή κι ορθή κρίση να επιδείξει μια ταλαιπωρημένη, χαροκαμένη εβδομηντάχρονη γυναίκα του χωριού;

Ο Πετράκης εκείνο το βράδυ δεν έμεινε νηστικός, ούτε ποτέ του λαχτάρησε ξανά να φάει ψητό από τον ξυλόφουρνο της γιαγιάς.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Βολέματα καταστροφής

Ούτε να πεθάνω θέλω ούτε και να γιατρευτώ∙
θέλω απλώς να βολευτώ στην καταστροφή μου.
Όταν τρελαίνομαι τις νύχτες για κορμί,
να βρίσκεται ένας άνθρωπος να με χορταίνει.
Όταν βουλιάζω σ’ εύκολες εξάψεις,
Να ’ρχεται μια εξευτέλιση και να με συνεφέρνει.
Όταν βουρλίζομαι στα δρομολόγια του πάθους,
να ’χω ένα όραμα να με θαμπώνει.
Όταν εξαγριώνομαι για τρυφερότητα,
να βρίσκονται δυο χέρια για τον παιδεμό μου.
Μα πάνω στου σπασμού την αποθέωση,
που εκμηδενίζει κάθε άλλη ομορφιά
να ’χω τη δύναμη να πω «Kύριε, όχι άλλο» –
κόβοντας τις υπερωρίες της καταστροφής μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος 

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Une saison en enfer (Arthur Rimbaud)

"Jadis, si je me souviens bien, ma vie était un festin où s'ouvraient tous les cœurs, où tous les vins coulaient. 
     Un soir, j'ai assis la Beauté sur mes genoux.  Et je l'ai trouvée amère.  Et je l'ai injuriée."

(Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε. Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα.)

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Εκταφή


Εκείνο το μεσημέρι ο Σπύρος ήταν πιο ανήσυχος απ' ό,τι συνήθως. Το παρατήρησε ο Τάκης από την αρχή.
Καθόταν απέναντί του στην πολυθρόνα στην παλιά μονοκατοικία της οδού Αχαρνών κι άναβε το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.

Οι κουβέντες του σκόρπιες, ασυνάρτητες. Οι κινήσεις του νευρικές. Ο καημός του ένας, βαρύς και συγκεκριμένος: ο θάνατος του καλύτερου του φίλου και πρωτοξάδελφου του Τάκη πριν τρία χρόνια.
Τρία χρόνια σε κάθε τους συνάντηση η ίδια πίκρα κι η ίδια συζήτηση γύρω από το άδικο και το κρίμα του θανάτου.

Μα και για τον Τάκη ήταν δυσβάσταχτος ο χαμός. Μεγαλωμένοι ήταν μαζί με τον συχωρεμένο, λίγο μικρότερός του εκείνος, ήταν σα να έχασε και ξάδελφο και φίλο κι αδελφό και πατέρα.

Θα φταίει η συγκίνηση της πρωινής εκταφής, σκέφτηκε και προσπάθησε να αλλάξει θέμα συζήτησης.
Μάταια. "Το μπαούλο το άνοιξες;" τον ρώτησε ο Σπύρος για πολλοστή φορά.
Το μπαούλο τού συχωρεμένου το είχε ανοίξει ο Τάκης λίγες μέρες μετά το θάνατό του. Είχε βρει μέσα φωτογραφίες κι ενθύμια από ταξίδια και μερικά σχέδιά του από τα χρόνια που φοίτησε στη Σχολή της Τήνου.

"Το έψαξες καλά; Το άδειασες όλο;" επέμεινε ο Σπύρος.
Η επιμονή του, η εμμονή του κι η νευρικότητά του είχαν πια εξαντλήσει την υπομονή του Τάκη. Τρία χρόνια αφού τον έθαψαν και τρεις ώρες αφού τον ξέθαψαν ήταν πολύς καιρός για να αποφεύγει την ερώτηση.
"Τρία χρόνια με ρωτάς Σπύρο. Τι περίμενες να έχω βρει στο μπαούλο;"
Ο Σπύρος τον κοίταξε με βλέμμα καθαρό από τη λύτρωση της εξομολόγησης και χωρίς ανάσα απάντησε:
"Φωτογραφίες μας από τα βράδια που κοιμόμασταν μαζί. Του άρεσε να ντύνεται γυναίκα."

Ο Τάκης έμεινε εμβρόντητος να τον κοιτάζει. Ένιωσε τα σωθικά του να γλιστράνε από μέσα του, έτσι όπως χύνονταν τα χώματα δεξιά κι αριστερά του σκαμμένου τάφου ξεγυμνώνοντας το γυμνό σκελετό του συχωρεμένου.
Δε μίλησε, σηκώθηκε κι έφυγε. Δε συναντήθηκαν ποτέ άλλοτε.

Τι μένει από τον άνθρωπο;
Μια μικρή σακούλα κόκαλα στριμωγμένη σ' ένα αριθμημένο οστεοφυλάκιο, να κάνουν τρισάγια οι ζωντανοί.
Κι η αλήθεια μας θαμμένη στις ψυχές των συντρόφων μας, να κάνουν τρισάγια οι νεκροζώντανοι. 

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Ποτήρια και μπουκάλια

Ούτε χρόνος που τη γνώρισε και είχε θητεύσει στη μοναξιά χρόνια πριν τη γνωρίσει. Ήταν αισθησιακή και δοτική, απελευθερωμένη και απελευθερωτική. Ήταν εκεί για εκείνον, αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, όχι ασφυκτικά. Από τη θηλυκότητά της απουσίαζαν οι ανούσιες ιδεοληψίες που μαστίζουν τη γυναικεία φύση. Να μια προσωπικότητα καθαρή κι ενδιαφέρουσα, ενσαρκωμένη σε ένα προκλητικό αμπαλάζ. Με μία λέξη: ιδιαίτερη. Με περισσότερες: αν ήθελε να κάνει παιδιά, θα την έκανε μάνα τους.
 Ωστόσο, το πρόβλημά του η χρόνια κατάθλιψη και το σύμπτωμά της ο χρόνιος αλκοολισμός. Δεν έβρισκε νόημα στη ζωή και, για να την κάνει λιγότερο πληκτική κι επίπονη, προσέθετε με την πρώτη ευκαιρία μπόλικη αιθανόλη. Πάνε χρόνια που, όταν δεν του έβγαινε η συνταγή, την πότιζε, μήπως και τη νοστιμέψει. Πιστή παραμυθία σε πρώτη ζήτηση η γνώριμη ουσία, που χρησιμοποιούσε ως μαξιλάρι για τη βουτιά από την ηδονή στην οδύνη και ως γέφυρα στο διχασμένο του εγώ: από τη μία ο ναρκισσισμός του για αυτό που είναι και από την άλλη η αυτοπεριφρόνηση για αυτό που γίνεται στη σούρα του. Καθημερινά, πάσχιζε να πνίξει τη δυστυχία του στο δηλητήριο, μόνο που αυτή επέπλεε, βυθίζοντας τον ίδιον αργά και βασανιστικά στον πάτο. Κατέληξε να του μεταγγίζει την απαιτούμενη ποσότητα που θα του επέφερε την επιθυμητή νηφάλια νάρκωση. Μέχρι να καταλήξει, κι ας μην ήταν πεισιθάνατος.   
 Οργισμένος με τον εαυτό του και με το σύμπαν, είχε αποσυρθεί στο κλουβί της πολύτιμης ιδιωτικότητας που είχε περίτεχνα χτίσει, σε μια απρόσφορη απόπειρα να εκτονώσει την οργή. Σε αυτό το προσωπικό κολαστήριο, αφού κατέβασε τα στόρια, ασχολήθηκε με την εκτροφή της μιζέριας που τον έτρεφε. Συνήθιζε να σκοτώνει τη μέρα του και τον εαυτό του, φιλοτεχνώντας στον καμβά της απαισιοδοξίας το πορτρέτο του και του κόσμου με μελανά χρώματα, διασκεδάζοντας την ανία της μετέωρης ύπαρξής του στα βιβλία και στα αιδοία. Στα διαλείμματα, παραδινόταν στην επώδυνη αυτοκριτική μπροστά από τα πτυχία και τα διπλώματά του, τρόπαια που είχε κοπιάσει να τα αποκτήσει, μα του γλιστρούσαν πια. Δεν είχε πλέον ταυτότητα, δεν είχε σημείο αναφοράς να συγκρατήσει τη διολίσθησή του. Ένα χάος η παρτιτούρα πάνω στην οποία συνέθετε την καταθλιπτική μουσική της καθημερινότητάς του.  
Σταδιακά, ο άλλοτε ζωντανός και κοινωνικός τύπος μεταμορφώθηκε σε έναν ψόφιο ερημίτη που περιέφερε τη μελαγχολία του στο μιζερόσπιτό του, σπάνια και εκτός, όπου περιέφερε τον σαρκασμό του για όλους και για όλα. Ίσως δεν έκανε λάθος,  σίγουρα είχε διαλέξει τον λάθος τρόπο να το κάνει. Αν κάποτε είχε οικοδομήσει κάτι με το πνευματώδες μυαλό του, το κατεδάφισε με τον οινοπνευματώδη χαρακτήρα του. Αναπόφευκτα, κατάντησε δυσαρμονικός προς το περιβάλλον που άλλοτε διαχειριζόταν αρμονικότατα. Μάλιστα, παγιδευμένος στον φαύλο κύκλο της αυτοκαταστροφής, έφτασε, πάνω σε μια ψευδαίσθηση αυτοκυριαρχίας, να επαίρεται για το άβατο τέμενος της μοναξιάς του. Του πήρε καιρό, αλλά τα κατάφερε να τον ξεβράσει το σύμπαν πάνω στο οποίο είχε ξεράσει. Κοινωνικά απόβλητος αυτός από μια κοινωνία γεμάτη απόβλητα για αυτόν. Γιατί όχι;
Γιατί ό,τι αποζητούσε εκείνη ήταν να μοιράζεται την καθημερινότητά της μαζί του. Εντελώς υγιές, αλλά του ήταν εξαιρετικά δύσκολο, επειδή ήταν άρρωστος, οπότε επιχειρούσε να το κάνει αδύνατο. Προφασιζόταν διάφορες δικαιολογίες, για να μη συμμετέχει στη ζωή της, μην τυχόν και ξεβολευτεί από την καθίζησή του, για να βολευτεί να παίρνει την απαραίτητη εβδομαδιαία δόση από τη συντροφιά της, ώστε να απομονώνεται στο καβούκι του εντωμεταξύ.
Εντωμεταξύ, εκείνη μόνωνε τα συναισθήματά της, καθώς αντίκριζε έναν άνθρωπο μισό άνθρωπο και μισάνθρωπο να γαρνίρει τον αρνητισμό του με μπόλικες εύσχημες ή άσχημες δικαιολογίες. Ό,τι είχε να εισφέρει – ένα χιούμορ τυλιγμένο στη ζελατίνα του κυνισμού, ένα καλό καυλί, πολύ κι ευρύ πνεύμα – θα ήταν υπεραρκετά χωρίς τόσο πολύ οινόπνευμα. Όσο ιδέα και αν είναι ο Μπουκόφσκι για τις ιδέες, τις ιστορίες και τη ζωή του, καμία δεν θα τον υπόμενε στη ζωή της – αυτή είναι η αληθινή ιστορία κι εκείνος δεν είναι καν ο Μπουκόφσκι.
Από μισάνθρωπος εξελίχθηκε σε απάνθρωπο που ήταν ανεπαρκής ακόμα και για μια τυπική σχέση, σαν εκείνες που δεν έπαψε ποτέ να χλευάζει, γιατί δεν έπαυε παντού να παρατηρεί. Εκείνη, ενώ τον χρειαζόταν, μάθαινε να μην τον χρειάζεται, ενόσω εκείνος τη μάθαινε να μην τον χρειάζεται. Στο θολωμένο του μυαλό είχε  δεδομένο ότι θα τον άντεχε και θα τον ανεχόταν, μόνο που τα δεδομένα γίνονται κάποτε ζητούμενα. Εκείνη ποθούσε να ζήσει, ενώ η απουσία του στη ζωή της χρόνιζε επικίνδυνα, όπως και η απουσία του στη ζωή του.
Ό,τι είχανε με ενθουσιασμό κι αισθησιασμό στήσει το ξέστησε εκείνος που με τη συντροφιά της έξης του φρόντισε να μη συντροφεύει κανέναν, ακόμα κι εκείνη με την οποία κούμπωνε στη συντροφιά. Συγχρόνως, εκείνη είχε πια συνηθίσει να ζει χωρίς αυτόν, ενώ αυτός είχε συνηθίσει να ζει στον κόσμο του και να αποστρέφεται τον κόσμο που αυτή λαχταρούσε δίπλα του να γνωρίσει. Ετοίμαζε τις βαλίτσες της από καιρό, χωρίς να το ξέρουν. Η ψυχρότητά της είχε κάνει πια μεταστάσεις στο βλέμμα, στην αφή και στην επαφή της. Τελικά, ψώνισε και υφάκι – το επιτηδευμενο κλισέ «κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, δεν μπορώ / δεν θέλω άλλο να κάνω μαζί σου χαχαχα περνώ και μόνη μου καλά» – και καλά και μπλαμπλα και τραλαλα. Σαν να έπαιρνε σάρκα και οστά μπροστά του το κλασικό εγχειρίδιο ψυχολογίας για τους μηχανισμούς αυτοάμυνας. Μα εκείνος είχε διαβάσει εκτός από τα κλασικά και τα εικονοκλαστικά, μάλιστα διάβαζε κι εκείνη, οπότε έκανε ότι κατάλαβε, κι ας κατάλαβε.  
 Έτσι ακριβώς του το αμόλησε, και άκαιρα και άκυρα κι επιτηδευμένα. Το ύφος, τα λόγια και οι πράξεις της βελονιές στα μηλίγγια του τον πυροβολούσαν εξ επαφής. Εκείνη δάκρυσε, αλλά δεν έσπασε, εκείνος έσπασε, αλλά δεν δάκρυσε. Εκείνη έδειχνε να συνέχιζε τη ζωή της, εκείνος ένιωθε πως δεν είχε πια ζωή. Ο πόνος τον σφυροκοπούσε τόσο ανελέητα, που ευχόταν να τον κατέψυχαν, για να μη νιώθει τίποτα.
Εκείνη όφειλε και μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα, όμως απορροφημένη από την καθημερινότητά της κι εγκλωβισμένη στην παθητικότητά της βολεύτηκε επίσης, για να αντιδράσει όψιμα – «οχυρώθηκε», όπως το βάφτισε. Μόνο που ή οχυρώνεσαι ή είσαι ντόμπρος, ή λες ψέματα ή αλήθεια, τόσο απλό και τόσο δύσκολο συνάμα. Πάντως, αντίθετα με τη μέχρι τότε παθητικότητά της, τότε του το ξεφούρνισε επιθετικά με συνοπτικές διαδικασίες, σαν να είχε απέναντί της τον χειρότερο εχθρό της – και παίζει να πιστεύει ότι τον είχε. Εκείνος προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος, την ώρα που έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ο κόλαφος ήχησε βροντερά και μια νάρκη ανατινάχτηκε στα σπλάχνα του. Δεν τον συντάραξε μόνο, τον συνέφερε κιόλας. Σε ένα πρωτοφανές διάβημα αισιοδοξίας, γνωμάτευσε ότι η κατάστασή τους είναι ιάσιμη και θα τη γιατρέψει. Όχι από άνοστο προσκοπισμό ή από πληγωμένο εγωισμό, αλλά γιατί αξίζει τον κόπο από όπου και να το πιάσεις. Χρειαζόταν ένας σεισμός, για να γκρεμίσει τον προσωπικό του λαβύρινθο. Βέβαια, στη γλώσσα των αισθημάτων το ρήμα «θέλω» δεν κλίνεται σε προστακτική, όμως υποκλίνεται σε σαρωτικές πράξεις. Έτσι, λογάριαζε πως θα την έπαιρνε από το χέρι, για να της δείξει ότι τα αισθήματά της μπορεί να είχαν σκεπαστεί στη λήθη, αλλά δεν είχαν θαφτεί στην άβυσσο. Το πήρε όλο πάνω του να σπάσει τη σκληρή κρούστα που ο ίδιος είχε σωρεύσει γύρω από την καρδιά της, με την πρώτη ευκαιρία που του έδωσε.
Βασικά, καιρός να θυμόταν πόσο ακμαίος και σφριγηλός ήταν από τη φύση του, προτού κυριαρχήσει πάνω της η δεύτερη φύση. Να επανέλθει στη φυσική του κατάσταση, όπως ήταν, πριν τη σακατέψει η χημική του επέμβαση. Τέρμα οι ανούσιες αναβλητικότητες και ασπόνδυλες θεωρητικολογίες. Ακόμα κι αν δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος για τα χειρότερά του, ήταν ο μόνος αρμόδιος να είναι στα καλύτερά του. Ενώ διατυμπάνιζε την πίστη του στη ζωή πριν το θάνατο, ευτέλιζε τη ζωή του κι επέσπευδε τον θάνατό του. Μόνο εκείνος μπορεί να κατατροπώσει το κουσούρι του που τον έχει κάνει αγνώριστο. Ήδη σπατάλησε πολύτιμο χρόνο να το πασπαλίζει με εκλογικεύσεις. Ώρα να άρει τις αντιφάσεις με πράξεις συνεπείς με τις υγιείς από τις θεωρίες που καλά γνωρίζει να δειγματίζει, χωρίς το μυαλό μουλιασμένο, το κορμί μουδιασμένο και τον εαυτό του μουχλιασμένο. Ναι, είχε δίκιο να αντιστέκεται να γίνουν οι ανόητες απάτες της μάζας αυταπάτες του, όμως είχε άδικο να στέκεται απέναντι σε μια μποτίλια πλάθοντας πιο ανόητες αυταπάτες.
Αυτό που επείγει είναι να ταξιθετήσει το χάος του, ακόμα κι αν εν τάξει το τοπίο δεν θα την εντάξει. Του οφείλει να κλείσει χρόνιους λογαριασμούς με τη μιζέρια του και να ξεφορτωθεί τις κάβες-καβάτζες της, ποτήρια και μπουκάλια. Δεν έχει λόγο να αλλάξει, έχει κάθε λόγο να γίνει αυτός που ήταν – ο εαυτός του. Άρα, έχει λίγα να αλλάξει και πολλά να πράξει.
 Όσο για εκείνη, του δωσε την ευκαιρία, μα του την πρόδωσε.
Γιατί; Γιατί έτσι.
Έτσι έγινε, έτσι είναι κι έτσι θα γίνει, χωρίς εκείνη.

Πηγή: https://to23ogramma.wordpress.com/

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Το αίνιγμα

Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μού βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

Νάνος Βαλαωρίτης 

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Μην αργείς...


Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν' ο χειμώνας, πως είν' ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια,
κι απ' τους δρόμους που περνάς.
Απ' τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου
και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια.
Σ' όλα κυλάει ο αέρας σου.
Ολα ξέρουν τ' ονομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ' το να'ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάιδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σα να ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γιομάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.
Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί
και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να' ρθεις,
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ' αγκάθια, κι όλους τος γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω ,είναι σα να πεθαίνω.
Γι' αυτό. Μην αργείς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα"

Πηγή: stithaghi.blogspot.com

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019


Στοιβαγμένες ελπίδες σε ντουβάρια ετοιμόρροπα.

Στριμωγμένη υπομονή σε μικροσκοπικά μπαλκόνια προσμένοντας κάποιον ορίζοντα να φανεί.

Όνειρα μισθωτές σε σπίτια δανεικά.

Πακτωμένα ενοικιοστάσια που λήγουν.
Βιαστικές μετακομίσεις, ίσα να προλάβουμε να αδειάσουμε τη γωνιά για τον επόμενο.

Κι η επιθυμία να ξεβράζεται με τα βρωμόνερα στα πεζοδρόμια για να λησμονιέται.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Αναστήλωση χωρίς εργολάβο


Χήρα στα τριάντα πέντε της η Σοφία.
Της ρήμαξαν το σπίτι αυτοί που σκότωσαν τον άντρα της και ρήμαξαν τη ζωή της.

Έμεινε μόνη με τρεις κόρες και τρεις γιους. Η μεγαλύτερη στα δεκάξι, ο μικρότερος στα τέσσερα. Δεν πρόλαβε ο συχωρεμένος ο Διονύσης της να το χαρεί το στερνοπούλι τους, μα ούτε κι η ίδια πρόλαβε.
Μαζί του κοιμόταν κάθε βράδυ, μαζί κοιμόντουσαν κι εκείνο το ξημέρωμα του 1953 όταν ο σεισμός γκρέμισε το σπίτι τους και πλάκωσε το μισό κρεβάτι από τη μεριά που ήταν ξαπλωμένος ο Κυριάκος της.
Μετά από πολλά χρόνια έδωσε ο Θεός και χάρηκε δυο εγγόνια με το όνομά του.

Ένα τσαπί τής άφησαν από όλη την περιουσία του άντρα της οι φονιάδες του. Και με αυτό το τσαπί πήγαινε μεροκάματο σε ξένα - πια - χωράφια. Με το μουλάρι μιας γειτόνισσας ανέβαινε στο βουνό, μάζευε κούτσουρα και της τα πήγαινε. Για πληρωμή κράταγε κι εκείνη ένα δεμάτι ξύλα. Πού και πού βρισκόταν κάποιος και της έδινε λίγο ψωμί.

Όλο το χωριό τη λυπόταν και τη θαύμαζε.
Πολλοί της πήγαν προξενιά, τους έδιωχνε όλους.

Ένα βράδυ την επισκέφθηκε ο κουνιάδος της. Έβλεπε κι αυτός τις θυσίες της κι άλλο τρόπο δεν είχε να τη βοηθήσει.
"Σοφία, πάρε το απόφαση και πες το ναι στον Γερασιμάκη τον Περόνη. Είναι καλός άνθρωπος κι έχει τον τρόπο του. Θα χορτάσουν ψωμί τα παιδιά σου κι εσύ θα ξεκουραστείς."

Πετάχτηκε πάνω η Σοφία αγριεμένη. Βούτηξε το φουρνόξυλο και πήγε να του το φέρει στο κεφάλι.
"Έξω από το σπίτι μου κερατά! Εγώ εργολάβους* στα πόδια των θυγατέρων μου δε βάζω!"


*εργολάβος: λέξη που χρησιμοποιείται στην Κεφαλονιά για τον εραστή. 

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει : «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;». «Όχι, δεν μπορώ», απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία, που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με», είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου», της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου», είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη, αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασε στη στεριά, ο κύριος έφυγε και πήγε στον δρόμο του. Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε;». «Ο Χρόνος», της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;», ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;».
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
Μάνος Χατζιδάκις
Πηγή: diakonima.gr

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Ζωή σαν πικραμύγδαλο


Καθισμένος κάτω από την κληματαριά, στη μικρή αυλή του, ο γέρο-Γιάννης περίμενε να πέσει λίγο ο ήλιος για να βγει να ποτίσει τους κήπους του.

Σκυφτός πάντα, είτε έστεκε όρθιος είτε έμενε καθιστός. Η καμπούρα στην πλάτη του δεν τον άφηνε να σηκώσει κεφάλι. Η καμπούρα των ογδόντα οκτώ του ετών, το βάρος στις πλάτες του μιας ζωής κοπιαστικής, σκληρής και άδικης. Με μόνο τα δυο του χέρια, ορφανός από τα τρία του σχεδόν, παντρεύτηκε, έφτιαξε σπίτι, μεγάλωσε τέσσερα παιδιά, έθαψε το ένα, έθαψε και τη συντρόφισσά του, χάρηκε πέντε εγγόνια.

Ξεφλούδισε αργά το ροδάκινο κι έκοψε ένα κομμάτι. Έμεινε εκεί να το κοιτά χωρίς να το πλησιάσει στο στόμα του.

Στα τέσσερά του μπήκε στο ορφανοτροφείο. Τον έβαλε εκεί ένας θείος του, αδελφός της συχωρεμένης της μάνας του. Το ορφανοτροφείο ήταν στην αρχή μια κάποια ανακούφιση, αφού θα γλίτωνε τουλάχιστον το ξύλο του μπάρμπα-Λούκα.
Μα τα παιδιά είναι σκληρά κι αδίστακτα. Τα εγκαταλειμμένα, κακοποιημένα ορφανά ακόμα περισσότερο.

Ένα τέτοιο απομεσήμερο του Αυγούστου ήταν, όταν βρήκε πεταμένο ένα μισοφαγωμένο ροδάκινο. Έδωσε μάχη με τα υπόλοιπα αγόρια της παρέας για να το κρατήσει δικό του.
Όταν κατάφερε να τους ξεφύγει έκατσε κάτω από ένα πουρνάρι κι άρχισε να το περιεργάζεται. Το στριφογυρνούσε στα δυο του χεράκια, δεν είχε ξαναδεί ροδάκινο στη ζωή του.
Έβγαλε και πέταξε τη σάρκα, παρατήρησε μια μικρή ρωγμή στο κουκούτσι, συμπέρανε ότι έκρυβε μέσα του ένα αμύγδαλο.
Το έσπασε με μια πέτρα κι έβαλε λαίμαργα το σπόρο στο στόμα του.
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του από την πίκρα που γέμισε το στόμα του.

Δάκρυα γέμισαν και τώρα τα μάτια του, στα ογδόντα οκτώ του, από τη θύμηση της πικρής εκείνης στιγμής.
Σηκώθηκε αργά, σκυφτός πάντα, έριξε το αφάγωτο ροδάκινο στις κότες, στηριγμένος στο μπαστούνι του και κουβαλώντας στην πλάτη του τις αδικίες μιας ζωής σκληρής, έπιασε να ποτίζει τους κόπους του.