Κι α δεν είχε η ζωή χίλια χρώματα,χίλια σκήματα, πρόσωπα, κάλλη,κι α δεν έλαμπε κι έτσι η ζωή,στη ζωή θεία λαμπράδα, θεία κάλλη
τα δικά σας θα χύνανε χρώματα,η δική σας, ω μάτια, ζωή.
Μάτια τρίσβαθα, μάτια ηλιογέννητα,διαλαλείτε του ήλιου τη δόξαμε τη γλώσσα την άλαλη εσείς,
εσείς είστε τ’ ανθρώπου κι η δόξα,μάτια τρίσβαθα, μάτια ηλιογέννητα,τα πετράδια τ’ ατίμητα εσείς.
Μες στα πάντα —ο σοφός το διαλάλησε—ένας είναι ναός, ένας μόνο,
και τ’ ανθρώπινο σώμα είν’ αυτός.Άγιο φως, εσείς φέγγετε μόνοτου ναού —ο σοφός το διαλάλησε—φως που ανάφτει ο Θεός, πάντ’ αυτός.
Στης καρδιάς μας τα βάθη εσείς κάνετεό,τι κάνει στην όλη την πλάση,ό,τι κάνει ο θεός του φωτός·ολοπράσινη, ολόανθη πλάσητης καρδιάς μας τα βάθη τα κάνετε,μάτια, αστέρευτες βρύσες φωτός.
Από νύχτα δεμένη αξημέρωτημες στα μάτια των άλλων πλασμάτωνμια θαμπή παραδέρνει ψυχή·μια φορά σαν των άλλων πλασμάτων,από νύχτα δεμένη αξημέρωτη, θαμποζούσε τ’ ανθρώπου η ψυχή,
μα, νά! πρόβαλε μέρα αβασίλευτη·μάτια ανθρώπινα, μέσα σας τώρααϊτοβλέπει καθάρια ψυχή,καθρεφτίζει την όψη της τώρα,
που της φέγγει μια μέρα αβασίλευτη,στην αιώνια του κόσμου Ψυχή.
Ο θεός του φωτός ήρθε κι άνοιξετων πλασμάτων τα μάτια εδώ πέρα,μα παλάτι του διάλεξ’ εσάς·
από τ’ άφταστα ύψη εκεί πέρατων πλασμάτων τα μάτια ήρθε κι άνοιξε,μα έχει θρόνο του μόνον εσάς.
Και για τούτο σαν ήλιος φωτίζετεκαι σα θάλασσα τρέμετε, μάτια,
κι είστε ολόβαθα σαν ουρανός,σα φουρτούν’ αγριεύετε, μάτια,και του νου τα σκοτάδια φωτίζετεκαι το γέλιο σας είναι ουρανός.
Ένα πνέμα, ποιός ξέρει! Ένας άγγελος
των πνεμάτων τη χάρη σάς δίνει·τίποτ’ άλλο δεν έχει στη γητ’ αγαθά τα δικά σας· τα δίνειένα πνέμα, ποιός ξέρει! ένας άγγελος…—Μάτια μου, είναι δική σας η γη, είν’ ο κόσμος δικός σας, ω μάτια μου,απλωθείτε, χαρείτε τον κόσμο,κάθε ωραίαν αγκαλιάστε θωριά,γιατί απ’ όλα τα ωραία στον κόσμοτ’ ομορφότερον ένα είναι, μάτια μου· αρχή, τέλος, του ωραίου η θωριά!
Κάθε ωραίο είναι χνούδι ευκολότριφτο,το φλογίζ’ η αγκαλιά, και το χέριτο ξεφτίζει, κι αυτό το φιλίπου το γγίζει, βαραίνει σα χέρι·
κάθε ωραίο είναι χνούδι ευκολότριφτο,του ματιού θέλει μόνο φιλί.
Μ’ αυτό μόνο ξανοίγω και χαίρομαιτους κρυφούς θησαυρούς σας και κόσμους,πόθοι, ελπίδες, αγάπες, χαρές·
βλέπω· ορίζω σαν άρχοντας κόσμους,τους κρατώ με τα μάτια, τους χαίρουμαι,και ποτέ δεν περνάν οι χαρές.
Σα βασίλεμα, σα γλυκοχάραμα,ω παρθένα, σε βλέπω, με φτάνει,τίποτ’ άλλο από σε δε ζητώ στης καρδιάς μου τ’ απόκρυφα φτάνειαπ’ τα μάτια μου σα γλυκοχάραμαό,τι μέσα στα μάτια ζητώ.
Μάτια αθώα και μάτια πολύτροπα,
μάτια ξάστερα, μάτια από δάκρυαθολωμένα, γλυκιά είν’ η ζωή!Κλαίτε! θρέφεται, ανθίζει με δάκρυα,μάτια αθώα και μάτια πολύτροπα,τ’ ανεμόδαρτο δέντρο, η ζωή. Αλλά πρώτα κι απ’ όλα κοιτάτε μας,μάτια κάθε ψυχής π’ αγαπούμε!Τη δική σας δεν κάνει ματιάκανενός ήλιου αχτίνα, κοιτάτε μας,ζούμε, σβήνουμε, ανθούμε, αγαπούμε με τα μάγια που κλει μια ματιά.
Και το φως των ονείρων ανάφτετεκαι τη γη χρυσοδένετε πάνταμε τ’ αγνά του μεγάλου ουρανού,και σα σβηέστε, δε χάνεστε· πάντα
κι άλλα μάτια απ’ το φως σας ανάφτετεκι είστε αστέρια τ’ ανθρώπου — ουρανού.
Κι α δεν είχε η ζωή χίλια χρώματα,χίλια σκήματα, πρόσωπα, κάλλη,κι α δεν έλαμπε κι έτσι η ζωή,
στη ζωή θεία λαμπρότη, θεία κάλλητα δικά σας θα χύνανε χρώματα,η δική σας, ω μάτια, ζωή!
Κωστής Παλαμάς
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1634
|
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Στα μάτια ύμνος
Τρίτη 21 Ιουλίου 2020
Πεθαίνοντας
Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·
όταν φτασμένη απάνω στον ορίζοντα,
θα ιδείς μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ΄άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα·
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ΄άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα·
την ώρα την υπέρτατη που θέ να θυμηθείς
μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;
ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;
μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;
ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;
Κ.Γ.Καρυωτάκης
Από τη συλλογή Νηπενθή (1921)
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020
Πάντα σου γενναιόδωρος στο ζύγι.
Λίγα γραμμάρια παραπάνω χθες, περισσότερα παραπάνω σήμερα.
Κουβαρντάς κατά λάθος ή από υπερβάλλοντα ζήλο.
Τ' αφήνεις έτσι, παραπανίσια, χωρίς να τα χρεώνεις.
Όλοι πληρώνουν για την ποσότητα που ζήτησαν, ή και καθόλου.
"Μεγάλες προσφορές εντός", με κόκκινα γράμματα στη βιτρίνα.
"Ευκολίες πληρωμής. Αγορές επί πιστώσει", με μαύρα ξεθωριασμένα γράμματα πάνω από το ταμείο.
Κλείσε τα τεφτέρια και τα μπακαλόχαρτα.
Άσε τους λογαριασμούς και τις προσθαφαιρέσεις κατά μέρος.
Αυτό το αλισβερίσι δεν είναι για μπακάληδες.
Λίγα γραμμάρια παραπάνω χθες, περισσότερα παραπάνω σήμερα.
Κουβαρντάς κατά λάθος ή από υπερβάλλοντα ζήλο.
Τ' αφήνεις έτσι, παραπανίσια, χωρίς να τα χρεώνεις.
Όλοι πληρώνουν για την ποσότητα που ζήτησαν, ή και καθόλου.
"Μεγάλες προσφορές εντός", με κόκκινα γράμματα στη βιτρίνα.
"Ευκολίες πληρωμής. Αγορές επί πιστώσει", με μαύρα ξεθωριασμένα γράμματα πάνω από το ταμείο.
Κλείσε τα τεφτέρια και τα μπακαλόχαρτα.
Άσε τους λογαριασμούς και τις προσθαφαιρέσεις κατά μέρος.
Αυτό το αλισβερίσι δεν είναι για μπακάληδες.
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020
Η αγάπη είναι συντροφιά.
Δεν ξέρω πια να οδεύω μόνος μου τους δρόμους,
γιατί πια μόνος δεν μπορώ να οδεύω.
Μια σκέψη ορατή με κάνει να πηγαίνω πιο γρήγορα
να βλέπω λιγότερο, και μαζί να χαίρομαι που οδεύω
βλέποντας τα πάντα.
Ακόμη κι η απουσία της είναι κάτι που είναι μαζί μου.
Κι εγώ την αγαπάω τόσο που δεν ξέρω πώς
να την επιθυμώ.
Σαν δεν τη βλέπω, τη φαντάζομαι κι είμαι
δυνατός σαν τα ψηλά δέντρα.
Αλλά σαν τη βλέπω τρέμω, δεν ξέρω τι έγινε αυτό που αισθάνομαι στην απουσία της.
Ολόκληρος είμαι κάποια δύναμη που
με εγκαταλείπει.
Όλη η πραγματικότητα με κοιτάζει σαν ένα ηλιοτρόπιο που 'χει στο κέντρο του
το πρόσωπό της.
----------
Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, εισαγωγή-μετάφραση Μ. Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2014
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

