Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο όγδοο


Μετρούσα τους μήνες, κάθε τόσο, τους μετρούσα ξανά και ξανά και το άθροισμά τους έβγαζε χρόνια ολόκληρα. Κι εγώ έμενα ακίνητη, στο τραπεζάκι μου στην πλατεία, αντλώντας απόλαυση από τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, από το διάφανο σκοτάδι της νύχτας στην πόλη κι από τη δίχως περιεχόμενο γύμνια του κρασιού. Τρομαγμένη μπροστά στη φρίκη της ανόητης ζωής μου, που με γυρόφερνε ατελείωτα. Ζούσα ανόητα.

Η εγγονή του κυρ-Αναστάση έτρεχε πάνω κάτω με τις φίλες της, ξελιγωμένη από γέλια παιδικά, μεθυσμένη από την ευτυχία της άγνοιας, μόλις στα έξι της χρόνια. Όπου υπάρχει το παιδικό γέλιο, εκεί υπάρχει κι ο Άνθρωπος, εκεί χάνεται όλη η ασχήμια του κόσμου. Θα ήθελα κι εγώ να μην ξέρω, να μη νοιάζομαι. Μόνη μου έγνοια να είναι η ώρα που θα ακουστεί η φωνή της μάνας για να με μαζέψει στο σπίτι. Να μην αναρωτιέμαι για τίποτα και να πιστεύω στα πάντα. Γιατί να μην είναι ο κόσμος για πάντα όπως στα έξι μας χρόνια; Γιατί η πίστη που έχουμε στα έξι μας να μην υπάρχει πάντα στον Άνθρωπο; Τα παιδιά βλέπουν παντού και σε όλα μόνο θαύματα, και δεν αναρωτιούνται, ούτε ζητούν τίποτα περισσότερο από μια πλατεία για να τρέχουν, από λίγα λεπτά ακόμα για να παίξουν. Δε βλέπουν την κακία του κόσμου, ούτε κατέχονται από πάθη ακαθόριστα. Σε όλα υπάρχει μια βεβαιότητα. Έπειτα έρχεται η αδικία, κι η απανθρωπιά, κι η δουλικότητα κι η βεβήλωση της ίδιας της ζωής. Μα, αν την είχαμε αυτή τη βεβαιότητα για πάντα, τι θα την κάναμε;

Σε ένα άλλο τραπέζι πιο δίπλα καθόταν ο παπα-Γιώργης με την παπαδιά και τον νεωκόρο. Μιλούσε με φωνή βαθειά, τραγουδιστή, σχεδόν σα να διαβάζει το Ευαγγέλιο. «Με τη βοήθεια του Θεού, Ηλία μου, μαζέψαμε τρόφιμα και ρούχα αρκετά. Να περάσετε αύριο με τον Λάμπρο να τα πάρετε και να τα μοιράσετε όπως είπαμε.» Κούνησε ο Ηλίας το κεφάλι συμφωνώντας με τον συνδαιτυμόνα του, υπακούοντας στην εντολή του πνευματικού του, υπνωτισμένος από τη χροιά της φωνής του, θαυμάζοντας το άοκνο Σχήμα του. Η παπαδιά δίπλα σταυροκοπήθηκε και δόξασε το όνομά Του. Μοίραζαν ό,τι είχαν, όσα μάζευαν, κι έπειτα μοιράζονταν τη χαρά των κόπων τους αναμεταξύ τους, ευγνωμονώντας και μακαρίζοντας τη Χάρη του, την αξιοσύνη τους ή την αξιοσύνη τους χάριν της Χάρης Του. 

Ο Σαϊμίρ πηγαινοερχόταν, με τα λίγο στραβά του πόδια, ψηλός, γεροδεμένος και χαμογελαστός. Αστειευόταν κυνηγώντας τα παιδιά με το δίσκο στο χέρι, έδινε φιλικές φάπες στους φίλους του στο απέναντί μου τραπέζι κάθε φορά που τους πήγαινε παγωμένες μπύρες, σοβάρευε για να σερβίρει την παρέα του παπα-Γιώργη, μου έκλεινε το μάτι κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου. Του ζήτησα τσιγάρο. Τα δικά μου τα έδωσα σε ένα παλικάρι σε κάποιο φανάρι και ξέχασα να αγοράσω άλλα.

Ήταν κι ένα ζευγάρι λίγο πιο πέρα. Νεαροί. Κάθονταν αγκαλιασμένοι και μιλούσαν ασταμάτητα. Για τι άραγε; Κι άλλωστε, μήπως είχε και σημασία; Α, είναι όμορφος ο καιρός όταν οι λέξεις κελαρύζουν σα ρυάκια, πνίγοντας τους εραστές με τη δροσιά τους, χαρίζοντάς τους το μυθικό θάνατο της πρώτης ευτυχίας. Μα το όμορφο εξαφανίζεται, στη θέση του μένουν μόνο σκουλήκια κι ο Άνθρωπος μόνος μες στη σάπια αλήθεια του. Και το χθες δεν ξαναγυρίζει πια, ενώ το αύριο θα έρθει δίχως άλλο. Η μικροπρέπεια καταπίνει την αθανασία της ευτυχίας, εξοστρακίζει την αιώνια βεβαίωση του κόσμου, που είναι ο έρωτας.

Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν το παιδί μου. Περνούσε καλά στις διακοπές της, όλη μέρα παραλία. Την επόμενη θα πήγαινε σε ένα πάρτυ γενεθλίων να φάει τούρτα. Θύμωσε με τον μπαμπά της που δεν την άφησε να φάει και δεύτερο παγωτό. Βγήκε ένα δόντι ακόμα, από τα επάνω και μπροστά και γκρίνιαξε που δεν μπορεί να πει καλά το “Δ”. Ναι, μα θα προφέρεις τέλεια το “Θ”, είπα και γελάσαμε.

Αναρωτήθηκα ποια θα είναι για την κόρη μου η ανάμνηση της μάνας. Η πραγματική ανάμνηση, η πραγματική μάνα. Για κάποιους είναι ένα ζεστό πιάτο φαΐ, η μία κι ανεπανάληπτη γεύση ενός κοινού φαγητού. Κάποτε είναι το βλέμμα το γεμάτο αγωνία που μας περίμενε αργά το βράδυ σαν αργούσαμε να γυρίσουμε από τη διασκέδασή μας. Η μάνα είναι η θύμηση μιας ολόκληρης νοσταλγικής εποχής. Κι είναι ευτυχισμένος όποιος όλο αυτό το ‘χει μέσα του. Όλη αυτή την ανάμνηση συμπυκνωμένη σε ένα χάδι, σε δυο μάτια, σε μια λέξη, στην κίνηση του χεριού που ανακατεύει το φαγητό, που χτενίζει τα μαλακά μαλλάκια. Και τα θυμάται όλα και τα ξαναβρίσκει. Είναι ευτυχισμένος όποιος έχει να ξαναβρίσκει.

Ορθώθηκε μπροστά μου η ζωή μου σαν τρομερός βραχνάς, σαν πύρινη βροχή από δάκρυα, σαν παραμιλητό από ταραγμένα λόγια. Φαγωμένοι από το σαράκι της λύπης, της απογοήτευσης και της κακίας ξεμοναχιάζονται οι άνθρωποι κι εξασθενισμένοι σκορπούν τη ζωή τους σα σκόνη, από απελπισία ή απληστία. Ψυχές χαραμισμένες στους δρόμους, ψυχές διστακτικές μέσα στη φαινομενική τόλμη τους, στριφογυρίζουν στο στρόβιλο της ζωής ψάχνοντας με πόθο να τα βρουν και να τα δουν όλα. Κι έτσι κάπως αποτυγχάνουν να αγαπήσουν και κάτι τι. Μα δεν έχουν δύναμη να σταματήσουν, κι έτσι όλο βαδίζουν από ψεύτικη λαχτάρα, ανώφελοι άνθρωποι κι ανέστιοι. Ξεφτιλίζουν τον εαυτό τους και ζουν μέσα στο ψέμα. Νεκρογεννημένα παιδιά της ζωής με μάτια απλανή κοιτάζουν όλο ευθεία μπροστά χωρίς να βλέπουν τίποτα, χωρίς να στοχεύουν κάπου. Χαραμίζουν οι άνθρωποι τη ζωή τους μες στη ζωή, όπως οι αυτόχειρες χαραμίζουν τη ζωή τους μέσα στον τάφο.

Μήνυμα αυτή τη φορά στο κινητό μου. Η καλή μου φίλη είχε όρεξη για σινεμά. Δώσαμε ραντεβού να δούμε την προβολή των έντεκα στον δημοτικό θερινό κινηματογράφο της γειτονιάς.

Δεύτερο τηλεφώνημα. Ο διευθυντής μου. Το project που παρουσίασα το πρωί άρεσε σε όλους. Σε μια εβδομάδα θα βγει καινούριο project, μεγαλύτερο. Δεν εμπιστεύεται να το αναλάβει άλλος, μόνον εγώ. Μου έδωσε συγχαρητήρια, τον ευχαρίστησα, με ευχαρίστησε κι είπαμε καληνύχτα.

Τρίτο τηλεφώνημα. Η δεύτερη καλή μου φίλη. Άνοιξε καινούριο μπαράκι στη γειτονιά της. Συμφωνήσαμε να πάμε το επόμενο βράδυ.

Ο Σαϊμίρ με το πονηρό χαμογελάκι του μου κάνει νόημα να πάω να κάτσω στο τραπέζι του, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πάνω στην ώρα έρχεται εικονομήνυμα στο κινητό μου από τη μάνα μου. Το κέντημα που μόλις τελείωσε. Της γράφω ότι είναι πολύ όμορφο και γεια στα χέρια της.

«Σήμερα είσαι πένθιμα μελαγχολική», μου λέει ο Σαϊμίρ καθώς κάθομαι δίπλα του. Οι λέξεις του μου έκαναν εντύπωση. «Είσαι απογοητευμένη, είσαι αδιάφορη», συνέχισε, κι εγώ είχα μείνει να τον κοιτάζω με απορία για την ευστοχία του λόγου του, και κυρίως απορούσα πώς ο λόγος αυτός έβγαινε από τα χείλη του πάντα χαριτωμένου κι ασκότιστου Σαϊμίρ. Χαμήλωσε το κεφάλι και μουρμούρισε ότι άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο, επειδή με είχε δει να διαβάζω κι εγώ συχνά. Αν δεν είχα διδαχθεί να αποδεικνύομαι πάντα δυνατή κι αλώβητη, θα έβαζα τα κλάματα.

«Πάντα ελπίζουμε για κάτι καλύτερο», απάντησα, «Μα ποτέ δεν πιστεύουμε ότι μπορούμε να το αποκτήσουμε. Έτσι χάνεται κι η ελπίδα. Και στο τέλος απομένουμε αδιάφοροι ακόμα και στην απουσία της ελπίδας. Και τότε, τι κάνουμε Σαϊμίρ; Τι κάνουμε όταν χάνουμε το κουράγιο μας;»

«Κάνουμε αυτό που μισούμε περισσότερο να κάνουμε. Μα εσύ δε θα το κάνεις αυτό.»

«Πες μου για το βιβλίο που διαβάζεις.»

Οι βουβές ώρες στο καφενείο, η αδιαφορία για όλα, η ζωή που μοιάζει με μουγκό όνειρο, οι άχαροι παραλογισμοί της μικρόψυχης απελπισίας, όλα μαλάκωσαν κι υποχώρησαν μπροστά στη διήγηση του Σαϊμίρ. Μιλούσε με τον ενθουσιασμό του μικρού παιδιού και με τη συστολή του πρωτάρη, παίζοντας στα χέρια του το ποτήρι της μπύρας και χωρίς να με κοιτάζει. Διάλεγε προσεκτικά τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, ξεροκατάπινε κάθε τόσο, μα δεν κόμπιασε ούτε στιγμή. Κι όσο μιλούσε ένιωθα να ξαναβρίσκει ο Άνθρωπος τη θέση του μέσα στην ψυχή μου. Μια θέση άδεια, που όσο κι αν την καθάριζα από την κάπνα και τις βρωμιές των ετών, εκείνη παρέμενε θαμπή και κενή, κι ανατρίχιαζε η καρδιά μου φοβισμένη. Ένιωθα τα λόγια του να είναι η δικιά μου φωνή, τον καταλάβαινα πριν τελειώσει την κάθε του φράση, από τα χείλη του έβγαινε η κραυγή της ψυχής μου. Είναι τυχεροί όσοι έστω και για μια στιγμή στη ζωή τους νιώσουν το κορμί τους κομμάτι ενός άλλου κορμιού, παραμένοντας όμως ανέγγιχτοι. Τα λόγια, τα λόγια είναι αυτά που διώχνουν το σκότος από την ψυχή του Ανθρώπου. Τα λόγια είναι που ενώνουν τους Ανθρώπους.

Κι ένιωθα να πετάω από χαρά.

Ήταν αλλιώτικα όμορφος ο Σαϊμίρ απόψε.