Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΗΓΗΜΑ Ι

Κεφάλαιο ΙΙ: Η θεία Ρόζα



Βάσανα και φουρτούνες ξέσπασαν για τη γιαγιά Αναστασία όταν ο θείος Σπύρος γύρισε από την Ιταλία με αμορόζα.
Δυο μήνες σε Ρώμη, Νάπολη και Μιλάνο έκλεινε συμφωνίες για εξαγωγή των υφασμάτων των βιοτεχνιών Πετρόπουλου.

Επέστρεψε με ένα πολύ συμφέρον κοντράτο στην τσάντα του, και με τη θεία Ρόζα από το χέρι. Η θεία Ρόζα ήταν αφοπλιστικά όμορφη, βέρα Ιταλίδα, μορφωμένη, αλλά χωρίς προίκα και καθολική στο θρήσκευμα.
"Αιρετική" την ανέβαζε,  "ξεβράκωτη" την κατέβαζε η γιαγιά Αναστασία.

Στο τέλος, και μετά από μια γενναία δωρεά στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών,  βαφτίσαμε με δόξα και τιμή τη θεία Ρόζα "Τριανταφυλλιά", την παντρέψαμε με τον θείο Σπύρο κι έτσι την κατάπιε η γιαγιά, αλλά δεν τη χώνεψε ποτέ.

Εγώ τη συμπαθούσα. Ήταν γλυκιά, το πρόσωπό της θύμιζε πορτρέτο της Αναγέννησης κι είχε ένα βλέμμα σα να τους συγχωρούσε όλους.
Μου άρεσε να κάθομαι μαζί της στην κάμαρά της. Με μάθαινε Ιταλικά, διαβάζαμε μαζί ποιήματα - είχε πολλά βιβλία η θεία Ρόζα. Δάντη, Μαντσόνι αλλά και Παβέζε και Σάμπα, όλα κρυφά από τη γιαγιά Αναστασία.
Η μεγάλη αγάπη της θείας Ρόζας, όμως, ήταν η ζωγραφική. Δίπλα της έμαθα ότι κίτρινο και μπλε μας δίνουν πράσινο, κίτρινο και κόκκινο μας δίνουν πορτοκαλί. Ζωγράφιζε υπέροχα, αλλά ήταν αναγκασμένη να ζωγραφίζει μόνο για τον εαυτό της και για εμένα.

Η κάμαρά της μύριζε πάντα τριαντάφυλλο. Μια μυρωδιά γλυκιά και λιγωτική.

Σαν πέρασαν δυο χρόνια που είχαν εγκατασταθεί μαζί μας στο τρίπατο ο θείος Σπύρος κι η θεία Ρόζα, η γιαγιά βρήκε καινούρια λέξη να μουρμουράει πίσω από την πλάτη της Ιταλίδας νύφης της: "στέρφα".

(Συνεχίζεται...)

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019


"Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες,
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια."

Γιάννης Ρίτσος, Το χρέος των ποιητών

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019

ΔΙΗΓΗΜΑ Ι

Κεφάλαιο Ι: Η Αναστασία Πετροπούλου



Τρεις γιους αξιώθηκε να κάνει η γιαγιά Αναστασία: τον Κωνσταντίνο, τον πατέρα μου και τελευταίο τον Σπύρο. Την ήθελε και μια κόρη, αλλά δεν πρόλαβε. Ο παππούς Ανδρέας την άφησε χήρα νωρίς. Και βρέθηκε στα τριάντα της μικροχήρα, με τρεις γιους να μεγαλώσει και τις επιχειρήσεις Πετρόπουλου να κουμαντάρει.

Γιατί, φεύγοντας ο παππούς μου, της άφησε περιουσία μεγάλη: βιοτεχνίες, κτήματα, μαγαζιά που τα νοίκιαζε κι εισέπραττε. Άνθιζαν εκείνη την εποχή το εμπόριο και οι επιχειρήσεις στην Πάτρα, αβγάτιζε κι η περιουσία του παππού μου.

Η Αναστασία Πετροπούλου ήταν γυναίκα σκληρή κι αποφασιστική. Γιαννιώτισσα. Στα οκτώ της ήρθε στην Πάτρα με τη χήρα μάνα της. Φορώντας παρτάλια, ξυπόλυτες και χωρίς μπαγκάζια έφτασαν με ένα καΐκι στο Ρίο. Δούλεψε η μάνα της, δούλεψε κι η Αναστασία. Πλεύρισαν με τρόπο τον Ανδρέα Πετρόπουλο και τον κατάφεραν να την ερωτευθεί.
Δεν είχε συναισθηματισμούς η Αναστασία. Σα χήρεψε έκανε όλους τους συγγενείς πέρα κι ούτε λόγος για δεύτερη παντρειά. Κανείς δε θα έβαζε χέρι στα κόπια του συχωρεμένου του Πετρόπουλου. Μόνη της τα κουμαντάρισε όλα μια χαρά, μέχρι που τελείωσε ο Κωνσταντίνος με τις σπουδές του και γύρισε να αναλάβει τα κομέρτσια. Κι έτσι σιγά σιγά ανέλαβαν κι οι άλλοι δυο γιοι της.

Πρώτος παντρεύτηκε ο πατέρας μου, την κόρη του Βασίλη του Αγγελόπουλου. Την καλοδέχτηκε η γιαγιά τη μάνα μου. Ήταν κοπέλα όμορφη, λιγομίλητη, νοικοκυρά, μοναχοκόρη με προίκα. Συνεταιρίστηκαν Πετρόπουλοι κι Αγγελόπουλοι και πήγαιναν οι δουλειές τους πρίμα.
Σύντομα γεννήθηκε ο αδερφός μου, ο Ανδρέας κι έπειτα από λίγα χρόνια εγώ.

Αναστασία με βάφτισαν, Τασούλα με φώναζαν όλοι στο τρίπατο αρχοντικό της Παπαδιαμαντοπούλου. Κι αυτό πολύ με εκνεύριζε. Προτιμούσα το "Αναστασία".
Τασούλα έλεγαν και την ψυχοκόρη των απέναντι, των Κωστόπουλων. Είχαμε γίνει φίλες και παίζαμε κρυφά στον περίβολο του κάστρου.
Της γιαγιάς καθόλου δεν της άρεσαν αυτές μου οι παρέες. Έβγαινε η ίδια στην πόρτα σα νύχτωνε και δεν είχα επιστρέψει και φώναζε "Αναστασία!"
Κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που με φώναζε με το βαφτιστικό μου. Αυτές, και τις Κυριακές που μεταλαμβάναμε οικογενειακώς στον Παντοκράτορα.

Εντός των τοιχών του τρίπατου ήμουν και για αυτή η "Τασούλα".

(Συνεχίζεται...)

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Σχεδόν ρεβεγιόν Χριστουγέννων


Στολίσαμε και φέτος το σπίτι μας για τις γιορτές.


Κρεμάσαμε χρυσές σχεδόν μπάλες στο σχεδόν χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Λευκό χνούδι ρίξαμε επάνω στα κλαδιά, σχεδόν σαν χιόνι.


Κάπου βρήκαμε και λίγα κόκκινα σχεδόν φωτάκια, για την πρέπουσα επιπλέον λάμψη.


Οι καλεσμένοι έφτασαν στην ώρα τους για το σχεδόν χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ντυμένοι τα καλά τους.


Φόρεσα κι εγώ ένα μακρύ φόρεμα από πράσινο ταφτά για να τους υποδεχθώ. Αυτό που αφήνει τους ώμους μου λίγο ακάλυπτους.

Εορταστική συμφωνία, αλάνθαστη. 

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

"Το χρυσό κουρέλι που στα μαλλιά της φόραγε η..."

Κάθε πρωί έχει το κεφάλι σκυμμένο και μας κοιτάζει λοξά.
Τα μάτια της δε λάμπουν, είναι γεμάτα απορία και παράπονο, αλλά κάπου εκεί στο βάθος αντιφεγγίζει μια αναίτια χαρά.

Ούτε μια φορά δε μας έχει ανταποδώσει μια "καλημέρα". Δεν την παρεξηγώ, ξέρω ότι δε μιλάει σε κανέναν.
Χαμογελάει χωρίς χαμόγελο, με ντροπαλοσύνη και συστολή. Όχι από σεβασμό, αλλά από συναίσθηση του εαυτού της.
Κι όμως, χαίρεται με σιγουριά κάθε πρωί που μας συναντά.

Κάποια πρωινά τα ρούχα της τη στενεύουν. Το μπουφάν ίσως να μην κουμπώνει, το παντελόνι τυχαίνει να αφήνει ακάλυπτα τα καλτσάκια της.
Θυμάμαι που πέρυσι έπλενα και σιδέρωνα εγώ αυτό το κοντό παντελονάκι.

Ο δρόμος της μοναξιάς είναι δύσκολος για όλους, για εκείνη είναι λίγο πιο πολύ, γιατί δεν έφταιξε.

Σχεδόν σαράντα παιδιά χορεύουν σε κύκλο και τραγουδούν για τον καιρό που φεύγει.
Κι ένα κορίτσι με βλέμμα παραπονεμένο, αλλά με το κεφάλι ψηλά και το χαμόγελο ξεκάθαρο, χορεύει μαζί τους.

Όχι μόνη. Δίπλα της η φίλη της, ένα μέτρο ψηλότερή της, την κρατάει από το χέρι και χορεύει μαζί της κοιτώντας τη τρυφερά.
Δεν είναι πια μόνη, έχει τουλάχιστον μία φίλη να την κρατάει από το χέρι και άλλη μία να την καμαρώνει βουρκωμένη από μακριά.

Είναι μόνο πέντε χρονών και είναι μοναδική.


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

"Εκτός", Βύρων Λεοντάρης (απόσπασμα)


Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
          δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
          θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι... Μου ’ρχεται να τα καταρραστώ
(...να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέννα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
          απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
          σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας...) Να τα καταρραστώ...
          Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words...
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
          και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου...
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα.

---

Από τη συλλογή «Έως...», εκδ. Νεφέλη, 2003

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Χριστουγεννιάτικη εκδρομή στη λίμνη Αχερουσία


Έσυρε το χριστουγεννιάτικο δέντρο ως το υπόγειο. Το περίμενε πιο δύσκολο, δεν ήταν και μικρό. Αντίθετα, ήταν από εκείνα τα θεόρατα που αγγίζουν το ταβάνι και δεν αφήνουν χώρο για να καρφώσεις στην κορυφή τους το χρυσό αστέρι.

Το είχε παραφορτώσει με μωβ και χρυσές μπάλες και δυο σειρές φωτάκια. Έτσι της άρεσαν οι γιορτές των Χριστουγέννων, φλύαρες, απαστράπτουσες, σπάταλες, παραφορτωμένες στολίδια και ψεύτικες λάμψεις φτηνής χρυσόσκονης.

Όταν το είδε εκείνος έτοιμο, στημένο δίπλα στο τζάκι, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
"Είσαι φτιαγμένη για μεγαλεία, ρε γαμώτο!"
"Ναι, κι εσύ για ψεύτικη λάμψη φτηνής χρυσόσκονης", σκέφτηκε αλλά δεν του το είπε.

Έσυρε το δέντρο ως το υπόγειο, αφήνοντας σε κάθε σκαλί τούφες πλαστικής πρασινάδας και κομμάτια σπασμένων στολιδιών, έτσι που ολόκληρη η σκάλα στο τέλος λαμπύριζε στο σκοτάδι σαν τα νερά του Αχέροντα.

Εκείνος γύρισε νωρίτερα από τη δουλειά, ακολούθησε τα χνάρια του μακελειού από το σαλόνι ως το υπόγειο. Τη βρήκε με το σφυρί στο χέρι να χτυπάει απαλά και με ανάρμοστη τρυφερότητα μία μία τις χριστουγεννιάτικες μπάλες.
"Μα ήταν τόσο όμορφο!", τόλμησε να πει.
"Ήταν ψεύτικο." του απάντησε.
Κάτι πήγε να αντιλέξει εκείνος, κάτι για την ομορφιά του ψεύδους ή για το ψεύδος της ομορφιάς, δεν έμαθε ποτέ, αφού δεν τον άφησε να τελειώσει τη φράση του.
Πήρε τρυφερά τα χέρια του στα δικά της και με αρμόζον μένος του τα έσπασε με το σφυρί.

Του έγλειψε τα δάκρυα ικανοποιημένη που είχε, κι εδώ, τελειώσει η δουλειά της και τον παρέδωσε ακρωτηριασμένο, μαζί με το σμπαραλιασμένο ψεύτικο δέντρο στον ψυχοπομπό.
Δεν είχε την καλοσύνη να του αφήσει έναν οβολό.
"Θα βρεθεί τρόπος να πληρώσει" σκέφτηκε, "πάντα βρίσκεται τρόπος".

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Η ποίηση της ποίησης - Τάκης Σινόπουλος (1964)

Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι
μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση
και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα
και προβολή σε μια πραγματικότητα
που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε, μέσα
σε μια άξαφνη στιγμή που θα ‘ναι τότε
όλος ο χρόνος.
 
Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση,
τούτο το χρωστάμε σε ‘κείνη την ασήμαντη,
την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί
στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς
και της άμυνας των ανθρώπων.
 
Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα
κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ
τη μεταμόρφωσή μου.
 
Η αναζήτηση τής αλήθειας ή του θαύματος
πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων,
σε ωθεί  σ’ αποκαλύψεις που ποτέ
δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης
και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες
των σπλάχνων σου, ξεριζώματα

απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά,
που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις
και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή
και σε πείσμα της νομιμότητας
αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους.
 
Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα,
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται
τρομαχτικές ελευθερίες.
 
Ελάτε να πετάμε πέτρες,
να περάσουνε τα χρόνια.
 
Όταν ενύχτωνε, τα ποιήματά του μου θυμίζανε
δωμάτια φωτισμένα με κεριά,
όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες
αφηρημένες υπηρέτριες.
 
Καμιά φορά μέσα στ’ όνειρο, οι λέξεις
φωτίζονται από ένα παράξενο φως,
αλλάζουνε ρυθμό και σημασία, ανοίγουν
σα λουλούδια σκοτεινά, γίνονται πόρτες
για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο.
 
Φίλε ποιητή, αν τα ποιήματά μου
συναντηθούν με τα ποιήματά σου, χαιρετιούνται
με συγκατάβαση, παράξενες μορφές
που η καθεμιά τους νομίζει πως η άλλη
φοράει ρούχα αταίριαστα με τη φύση της.
 
Ωραίο βράδυ απόψε.
Τα κλαδιά, το φεγγάρι.
Μεγαλώνουν οι κάμποι.
Θα μας φάνε οι κάμπιες.
 
Πίσω απ’ το ποίημα υπάρχουνε διάδρομοι,
υπάρχουν αξεδιάλυτοι χώροι σιωπής
κι εκεί οι λέξεις είναι μαύρες, σαλεύουν
πέρα – δώθε, κρατώντας με τα χέρια
τον κομμένο τους λαιμό.
 
Διάφανο πρωί, γεννημένο από μια νύχτα – καταχνιά.
Ατμόσφαιρα πάμφωτη, αλαφριά,
ερεθιστική. Ένα δέντρο σφυρίζει,
ένα φύλλο γαληνεύει την καρδιά των πουλιών,
ένας αόριστος άνεμος γεμίζει το δρόμο
με γελαστά πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν.
Μέσα στο κορμί σου εξατμίζονται
μια – μια οι επώδυνες αισθήσεις.
Η μικρή τραγωδία της νύχτας κλείστηκε
κιόλας σ’ ένα σιωπηλό σεντούκι με αναμνηστικά.
Μόλις θυμάσαι κάτι απ’ τον
ξερό ήχο του ρολογιού και τον πάταγο
της πόρτας που έκλεισε. Όλα χάνονται
μέσα στη ρυθμική γαλήνη του ήλιου.

Χώρα φανταστική του πρωιού και τίποτα
από τα φαντάσματα που χτες ονομάζονταν
γεγονότα.
 
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων,
τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά
και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει
παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ
δε θα πυρποληθεί.
 
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε ‘μένα
υπάρχει ο μύθος της πραγματικότητας,
όπου τα πράγματα χαίρονται την παράλογη
πλευρά τής ύπαρξής τους.
 
Του φώναξα πως ήτανε γυμνός και μου
αποκρίθηκε πως φόραγε τη γύμνια απάνω
από τα ρούχα του.
 
Όταν θα βασιλέψω ανάμεσα τού δέντρου
και τού ποταμιού, το ποίημα θα ‘ναι πράσινο.
 
Αυτός επάλευε με τα βουνά. Λοιπόν, τον
καταβρόχθισαν οι λάκκοι απ’ έξω από το
σπίτι του.
 
Για κάθε ποίημα ισχύει ένας κανόνας.
Ό,τι κυκλοφορεί σε πρώτη αίσθηση, σαρώνεται
από μιαν άλλη αίσθηση που φέρνει
στην επιφάνεια εκθαμβωτικές αποκαλύψεις.
 
Κι όλα του τα ποιήματα ήτανε αυτή η
αυξανόμενη πραγματικότητα του θανάτου
τού σώματος μέσα σε μια φοβερή εμπλοκή
σχέσεων με το χρόνο, πτώσεων, συμβιβασμών
και θριάμβων.
 
Φίλε ποιητή, μιλάς μια γλώσσα που γιομίζει
την κάμαρα με χώματα. Λοιπόν,
θ’ ανοίξω το παράθυρο για να μπουν τα νερά
και τα ψάρια.
 
Άσπρη πέτρα κάτασπρη,
την πετάς στον ουρανό,
έτσι έρχεται το βράδυ.
 
Εκείνη η μέρα ήτανε ένα αθόρυβο κύλισμα
τής αιωνιότητας μέσα στ’ αυλάκια
του χρόνου. Τα δέντρα γεννούσαν εκατομμύρια
πουλιά. Κανένα σύννεφο, κανένας θάνατος.
Όλοι ανέβαιναν να γιορτάσουν
στα βουνά κι οι κλέφτες τού έρωτα λιποθυμούσαν
μες στην έκσταση.
 
Κάθε φορά που σκέφτομαι, μεταμορφώνομαι
σ’ ένα πουλί που ξέρει μόνο από κελαηδισμούς.
 
Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου,
αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ,
να ‘βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει
με το πρόσωπό μου. Δεν ονειρεύομαι όταν λέω
πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα.
 
Ένα χωράφι κάτασπρο στον ήλιο, ένα
πουλί σκοτεινό σαν την καρδιά τής μέρας,
το σπίτι δροσερό, μέσα στην κάμαρη ανασαίνει
ένα καινούργιο δέντρο. Και πόσος ίσκιος,
πόση ποίηση, όταν κοιμάμαι.
 
Δοκιμάζοντας ένα ρυθμό καινούργιο σε
τούτο το ποίημα, αναπήδησα ξάφνου αλαφιασμένος,
σα να μου χτύπησε την πόρτα ο αναμενόμενος.
 
Οι λέξεις ματωμένες γεννηθήκανε, ταίριαξαν
τρέμοντας, κοιτάζοντας η μια την άλλη.
Τότε τα σύννεφα έφυγαν με μιας απ’ το μυαλό.
 
Κανείς δεν ξέρει ποια τρομαχτικήν ανάσταση
σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα.
Το αίμα τους καίει τα δάχτυλα και στάζει
τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες
βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες,
εκκωφαντικές κραυγές.
 
Με το ‘να φως με τ’ άλλο φως γινόταν
πολύ φως, γινότανε σκοτάδι.
 
Ήθελε να προσθέσει τούτη την εικόνα
και την άλλη εικόνα. Ν’ ανακατέψει κάτι
από τη σκοτεινιά της γης και την αρμύρα
τού έρωτα. Έπειτα συλλογίστηκε πως
ένα ποίημα ακούγεται καμιά φορά καλύτερα
μες απ’ τα χάσματά του και τις αποσβέσεις του.
 
Παλιό μου ποίημα, σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι,
θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο,
περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως,
με τη γαλήνη του προστατεύοντας
τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο.
 
Τη νύχτα τούτη μεταμορφώθηκες άξαφνα
σε δέντρο. Ο έρωτας περνούσε σφυρίζοντας
αλαφρά μέσα από τα φυλλώματά του.
Κοιμήθηκες μονάχα την αυγή. Και ‘μένα
το μυαλό μου σπάραζε σε μια τρομαχτική
ωριμότητα.
 
Χαμηλώνεις το σκούρο κεφάλι σου,
πλημμυρίζοντας τις παλάμες μου με δάκρυα.
Φτωχές παλάμες, ασυνήθιστες σε τόσο
καυτερά δώρα. Ο αέρας κρέμεται στο δέντρο
ασάλευτος κι η νύχτα τού καλοκαιριού
είναι μια χώρα που δεν κατακτήθηκε ποτέ.
 
Το μόνο κατοικίδιο ζώο που έχω τώρα,
είναι ο θάνατος μου. Κι εσύ τον τρέφεις
από ‘μένα όταν πεινάει.
 
Κάθε καινούργιος έρωτας σού δίνει ένα
άλλο πρόσωπο, σε φέρνει ν’ αντιμετωπίσεις
ακόμη μια φορά τη μοναξιά σου.
Όταν ο έρωτας φύγει, το κενό θυμίζει
χώρο εγκλήματος.
 
Μια μέρα ολάκερη δίχως κανένα ποίημα,
δίχως σταλαματιά μελάνι. Πίσω από τα
φτερά του ο ήλιος πεθαίνει και το αγαθό
βράδυ ήταν ως αργά γεμάτο δέντρα και νερά.
 
Ήσυχη συμφιλίωση με τον αέρα και το
φως, με τα πουλιά και με τα θαύματα.
Ύστερα ο ποιητής, χωνεύοντας τη σκοτεινιά του,
δίνοντας μια πνοή στα ταπεινά,
στα εξέχοντα τού βίου.

                                               Γ. Σ.
Πάντα τον φανταζόμουν να γράφει τα
ποιήματα ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα τής
συνείδησης με τη συνείδηση τής γλώσσας του.
 
Το ποίημα σε λίγο τελειώνει. Όλα ήτανε
καθαρά, με το ρυθμό που ταίριαζε και με
την τάξη τους. Μονάχα εκεί, σε μια στροφή,
σαν κάτι ανέκφραστο σκοτείνιαζε κι
αντιστεκότανε περήφανο στο κατώφλι
των λέξεων. Τότε κατάλαβα πως μονάχα με
τέτοιες ανταρσίες ένα ποίημα υπάρχει,
στέκεται στα πόδια του.
 
Ήτανε ένα ποίημα. Κι ήτανε γιομάτο
τρύπες. Έτσι, έβλεπες τον ποιητή να τρώει
και να ερωτεύεται, να βγάζει τα παπούτσια του
και να κοιμάται.
 
Έγραφε όλη τη νύχτα. Οι στίχοι πηδούσαν
από τα χειρόγραφά του σαν πουλιά
κι οι δολοφονημένοι ποιητές ούρλιαζαν
μέσα του πεινώντας και γυρεύοντας μερίδιο
από τα θαύματα.
 
Τώρα κοιμόταν. Μα πίσω από τον ύπνο του
έμενε ακόμα ξάγρυπνος, συνέχιζε το ποίημα.
Κι οι λέξεις του, απειθάρχητες,
κατέγραφαν τα πράγματα μ’ έναν
 
καινούργιο τρόπο που τον γεμίζει αγαλλίαση,
σα να εκδικιόταν έτσι έναν αόρατο,
τρομαχτικό δυνάστη.
 
Ένας επαναστάτης ποιητής, χωμένος
μέσα στην ασφάλεια τής γλώσσας, μέσα
στη σιγουριά τής λεκτικής κοινοκτημοσύνης,
με κάποια εποπτική στάση τού πνεύματος,
με κάποια υπεροψία, ωστόσο
χωμένος αναπαυτικά σε τούτη τη ζεστή
φωλιά, δίχως κανένα πειρασμό, δίχως κανένα
κίνδυνο, καμιά επανάσταση,
καμιά θυσία.
 
Είπε, θα σας διαβάσω αυτό το ποίημα.
Και βάζοντας το χέρι για να πάρει το
χειρόγραφο, τράβηξε απ’ το συρτάρι του
με κόπο το ήσυχο κεφάλι ενός νεκρού.
 
Και μέσα σε ‘κείνες τις τρομαχτικές εικόνες
που διαδέχονταν η μια την άλλη
σκοτεινιάζοντας το χώρο τού ποιήματος,
φέρνοντας απειλητικά μηνύματα, ξάφνου
αυτές οι λίγες λέξεις, το σύντομο αντιφέγγισμα
τής θάλασσας, ο βράχος στο νερό,
η νοστιμιά, η αρμύρα.
 
Άρπαξα το ποτάμι απ’ το λαιμό, σφυρίζοντας
έναν παλιό σκοπό για ‘κείνους που
χάθηκαν στο ποτάμι.
 
Οι λέξεις που έμειναν έξω από το ποίημα,
συνεπαρμένες από μιαν ατελείωτη παραφορά,
σωστές μαινάδες, παίρνανε πέτρες
και λιθοβολούσανε, βρίζοντας ακατάπαυστα,
και τον ποιητή και τους διαβάτες.
 
Ας αφήσουμε τα λόγια. Γνώση τού ποταμιού
σημαίνει να ‘σαι μέσα στο ποτάμι.
 
Οι πρώτες λέξεις μέσα στο ποίημα κραυγάζανε
απειθάρχητες, λες και βρισκόντανε
σε διαδήλωση. Οι τελευταίες γονάτιζαν
χαμένες στη σιωπή και την έκσταση.
 
Το αίνιγμα κι η σαγήνη εκείνου του ποιήματος
ήταν πως κάθε στίχος του έδινε
και μιαν υπόσχεση που ποτέ δεν εκπληρωνόταν.
 
Να βάλω εδώ το δέντρο και τη θέα τ’ ουρανού.
Πιο κάτω τον αέρα, το πουλί, τα χαμηλά
σπίτια τής πολιτείας. Στο μεταξύ,
να μην παραμελήσω κάτι από τη μνήμη,
τη φωτιά, τον κίνδυνο. Τέλος, να βάλω
μια κραυγή, σα να γκρεμίζουν κάποιον
απ’ το πέμπτο πάτωμα. Για να σταθεί το
ποίημα ανάμεσα σε τόσα θεάματα,
τόσες εικόνες.
 
Τελείωσε κουρασμένος, μα το ποίημα τού
φαινότανε βαρύ, γεμάτο πέτρες. Βεβαίως
υπήρχε λίγο φως, λίγο απ’ τη ρέμβη τ’ ουρανού,
φωνές τής θάλασσας, ένα παράξενο άνθος.
Όμως οι πέτρες τον δυσκόλευαν.
Περσότερο από τις παγίδες,
τις καταπαχτές που είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί
για τους υποκριτές και τους ανύποπτους.
 
Μέσα στη μεσημεριάτικη γαλήνη, μόλις
ακούγεται η ψιλή βροχή. Ανοίγω το παράθυρο
και χαίρομαι. Ονειρεύομαι πως θα ‘ρθει
κάποτε ο καιρός που ο λύκος και
τ’ αρνί θα ξεδιψάνε από το ίδιο ποτάμι.
Τότε θα λάμπει του θεού το πρόσωπο.
Τότε των ποιητών τα ποιήματα θα ‘ναι
όπως οι λόφοι πάνω στα ορυχεία, όταν
περνάει ο αέρας και σαλεύουν τα πουλιά τους
και τα σπλάχνα τους.

Πηγή: kapoumakria.blogspot.com