"...ακριβώς εκείνη τη νύχτα άρχιζε για κείνον η αναπόδραστη φυγή του χρόνου.
Μέχρι τότε όδευε στην ξένοιαστη ηλικία της πρώτης νιότης, σ' έναν δρόμο που παιδιά όταν είμαστε μας φαίνεται ατελείωτος, όπου τα χρόνια κυλούν αργά και με ανάλαφρο βήμα, έτσι ώστε κανένας δε δίνει σημασία στο φευγιό τους. Βαδίζεις ήρεμα, κοιτάζοντας γύρω σου με περιέργεια, δεν υπάρχει λόγος να βιαστείς, κανένας δε σε σπρώχνει από πίσω και κανένας δε σε περιμένει, ακόμα κι οι φίλοι προχωρούν ξέγνοιαστοι, σταματώντας συχνά να αστειευτούν. Από τα σπίτια, στις πόρτες, οι μεγάλοι άνθρωποι χαιρετούν καλοσυνάτα και γνέφουν δείχνοντας τον ορίζοντα με χαμόγελα όλο νόημα. Έτσι η καρδιά αρχίζει να χτυπάει στον παλμό ηρωικών και τρυφερών πόθων, προγεύεται τα εκπληκτικά πράγματα που περιμένουν παρακάτω, ακόμη δε φαίνονται, όχι, αλλά είναι σίγουρο, απολύτως σίγουρο ότι μια μέρα θα έρθουν.
Έχει πολύ ακόμη; Όχι, αρκεί να διασχίσεις το ποτάμι εκεί κάτω στο βάθος, να περάσεις εκείνους τους πράσινους λόφους. Ή μην τυχόν έχεις ήδη φτάσει; Δεν είναι άραγε εκείνα τα δέντρα, εκείνα τα λιβάδια, αυτό το άσπρο σπίτι όλα όσα ψάχναμε; Για μερικές στιγμές έχει κανείς την εντύπωση πως ναι, και θα ήθελε να σταματήσει. Μετά ακούει να λένε ότι το καλύτερο είναι πιο μπροστά και ξαναπαίρνει δίχως δυσκολία τον δρόμο.
Έτσι συνεχίζεται η πορεία σε μια γεμάτη εμπιστοσύνη αναμονή και οι μέρες είναι μακριές και ήρεμες, ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και δείχνει να μην έχει ποτέ διάθεση να βασιλέψει.
Αλλά κάποια στιγμή, εντελώς ενστικτωδώς, γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού. Τότε νιώθεις πως κάτι έχει αλλάξει, ο ήλιος δε μοιάζει πια ακίνητος, αντιθέτως μετακινείται γοργά, αλίμονο, δεν προλαβαίνεις να τον κοιτάξεις και έχει ήδη γείρει στην άκρη του ορίζοντα, αντιλαμβάνεσαι ότι τα σύννεφα δε λιμνάζουν πια στους γαλάζιους κόλπους του ουρανού αλλά το σκάνε σπρώχνοντας το ένα το άλλο, τόση είναι η αδημονία τους. Καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος περνά κι ότι μια μέρα ο δρόμος θα τελειώσει.
Ντίνο Μπουτζάτι - "Η έρημος των Ταρτάρων"