Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

Είμαστε παγιδευμένοι σε έναν ιστό.
Χιλιάδες νήματα.
Τα νήματα της ζωής που κυνηγήσαμε, της ζωής που ονειρευτήκαμε, της ζωής που ζούμε, της ζωής που δε ζήσαμε.
Κι αυτό το λευκό ελπιδοφόρο φως στο βάθος, ο μόνος προορισμός, ο θάνατος.
Όχι αυτός που ζούμε υφαίνοντας τον ιστό της ζωής μας, μα ο άλλος, ο λυτρωτικός, η μόνη αληθινή νομοτέλεια, η μόνη πραγματική ελευθερία. 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

(Σ)Το ράφι


Βιαστικά σέρβιρε η Κωστάντω το γλυκό νεραντζάκι με μια κουταλιά επιπλέον σιρόπι. Το βάζο του καφέ που στεκόταν στο ίδιο ράφι ούτε που το άγγιξε. Ήθελε να τελειώνει με την επίσκεψη του Παναή μια ώρα αρχύτερα. Λίγο γλυκό κι ένα ποτήρι νερό έφταναν για όσα είχαν να πουν, ο καφές έμεινε στο ράφι δίπλα στη ζάχαρη.
Ήξερε γιατί της κουβαλήθηκε πρωί πρωί κι είχε στείλει από νωρίς την κόρη της την Τασούλα στα ζώα για να είναι μόνοι τους.

"Το λοιπόν, Κωστάντω μου, θα ξέρεις δα γιατί ήρθα. Πάνε δυο χρόνια που αγαπιούνται τα παιδιά. Τώρα που μπάρκαρε ο Γιώργης μου άλλην έγνοια δεν έχει, μόνο την Τασούλα σου. Η σκέψη της του κρατάει συντροφιά στις βάρδιες του. Σε κάθε γράμμα του για κείνη μου λέει. Σε λίγα χρόνια θα γίνει μηχανικός, ό,τι βγάζει στην κόρη σου θα τα στέλνει, τίποτα δε θα της λείψει. Σε έξι μήνες ξεμπαρκάρει και θα 'ρθει. Δώσε κι εσύ την ευχή σου να γίνει ο γάμος τότε, πριν ξαναφύγει."

Μόνο γυναικόπαιδα κι άντρες μεσήλικες είχαν μείνει πια στο νησί. Όλα τα σπίτια είχαν ν' αγωνιούν για έναν ναυτικό. Στον τόπο τους δουλειές δεν υπήρχαν, έφευγαν όλοι για να βρουν καλύτερη τύχη στη θάλασσα. Πριν δέκα χρόνια η Κωστάντω έχασε άντρα και γιο σε ναυάγιο. Μαύρισε η τύχη της από το κυνήγι της καλύτερης τύχης. Δέκα χρονών ήταν τότε η Τασούλα της κι εκείνη σαράντα πέντε. Έμειναν οι δυο τους κι ορκίστηκε στη μνήμη των νεκρών της να μην έχει κι η κόρη της την ίδια μαύρη τύχη.

Πικραμένος έφυγε ο Παναής κι ας είχε ακόμη τη γλύκα του σιροπιού στο στόμα του.

Πέρασαν σχεδόν τριάντα χρόνια από εκείνο το πρωινό, σχωρέθηκαν κι η Κωστάντω κι ο Παναής. Ξεμπάρκαρε κι ο Γιώργης μια για πάντα και γύρισε στο νησί.
Την ίδια μέρα κιόλας πήγε και βρήκε την Τασούλα. Και πού αλλού να πήγαινε; Δεν είχε κανέναν να τον περιμένει πουθενά.

Μόνη, ολομόναχη στο πατρικό της σπίτι. Τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν, στο πρόσωπό της χαραγμένη η μοναξιά κι η αδικία, μα η ομορφιά του νεανικού του ονείρου φέγγιζε ακόμα πίσω από τα σημάδια του χρόνου.
Με αργές κινήσεις έπιασε το βάζο του καφέ από το ράφι, τον σέρβιρε, έκατσε απέναντί του.
Δεν είπαν πολλά, σε τι θα ωφελούσε; Κι όμως κόντευε πια μεσημέρι όταν αποχαιρετήθηκαν με την υπόσχεση να ανταμώσουν την επόμενη.

Εκείνο το τσίγκινο βαζάκι του καφέ που με τόσο πείσμα είχε αφήσει στο ράφι η Κωστάντω πριν τριάντα χρόνια, άφησε μάταια δυο ζωές στο ράφι.
Ευτυχώς όχι για πάντα, μόνο για λίγο, όσο να πάψεις να κυνηγάς την επιμελώς σχεδιασμένη τύχη σου, κι όσο κάνεις να κεράσεις λίγο γλυκό νεραντζάκι την τύχη που ακάλεστη σού χτυπάει την πόρτα.


Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

"...ακριβώς εκείνη τη νύχτα άρχιζε για κείνον η αναπόδραστη φυγή του χρόνου.

Μέχρι τότε όδευε στην ξένοιαστη ηλικία της πρώτης νιότης, σ' έναν δρόμο που παιδιά όταν είμαστε μας φαίνεται ατελείωτος, όπου τα χρόνια κυλούν αργά και με ανάλαφρο βήμα, έτσι ώστε κανένας δε δίνει σημασία στο φευγιό τους. Βαδίζεις ήρεμα, κοιτάζοντας γύρω σου με περιέργεια, δεν υπάρχει λόγος να βιαστείς, κανένας δε σε σπρώχνει από πίσω και κανένας δε σε περιμένει, ακόμα κι οι φίλοι προχωρούν ξέγνοιαστοι, σταματώντας συχνά να αστειευτούν. Από τα σπίτια, στις πόρτες, οι μεγάλοι άνθρωποι χαιρετούν καλοσυνάτα και γνέφουν δείχνοντας τον ορίζοντα με χαμόγελα όλο νόημα. Έτσι η καρδιά αρχίζει να χτυπάει στον παλμό ηρωικών και τρυφερών πόθων, προγεύεται τα εκπληκτικά πράγματα που περιμένουν παρακάτω, ακόμη δε φαίνονται,  όχι, αλλά είναι σίγουρο,  απολύτως σίγουρο ότι μια μέρα θα έρθουν.

Έχει πολύ ακόμη; Όχι, αρκεί να διασχίσεις το ποτάμι εκεί κάτω στο βάθος, να περάσεις εκείνους τους πράσινους λόφους. Ή μην τυχόν έχεις ήδη φτάσει; Δεν είναι άραγε εκείνα τα δέντρα, εκείνα τα λιβάδια, αυτό το άσπρο σπίτι όλα όσα ψάχναμε; Για μερικές στιγμές έχει κανείς την εντύπωση πως ναι, και θα ήθελε να σταματήσει. Μετά ακούει να λένε ότι το καλύτερο είναι πιο μπροστά και ξαναπαίρνει δίχως δυσκολία τον δρόμο.

Έτσι συνεχίζεται η πορεία σε μια γεμάτη εμπιστοσύνη αναμονή και οι μέρες είναι μακριές και ήρεμες, ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και δείχνει να μην έχει ποτέ διάθεση να βασιλέψει.

Αλλά κάποια στιγμή, εντελώς ενστικτωδώς, γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού. Τότε νιώθεις πως κάτι έχει αλλάξει, ο ήλιος δε μοιάζει πια ακίνητος, αντιθέτως μετακινείται γοργά, αλίμονο, δεν προλαβαίνεις να τον κοιτάξεις και έχει ήδη γείρει στην άκρη του ορίζοντα, αντιλαμβάνεσαι ότι τα σύννεφα δε λιμνάζουν πια στους γαλάζιους κόλπους του ουρανού αλλά το σκάνε σπρώχνοντας το ένα το άλλο, τόση είναι η αδημονία τους. Καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος περνά κι ότι μια μέρα ο δρόμος θα τελειώσει.

Ντίνο Μπουτζάτι - "Η έρημος των Ταρτάρων"