Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Η Άννα




Η Άννα είχε σηκωθεί όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.

Πρόλαβε κι έστειλε ένα μήνυμα για "καλημέρα" σε εκείνον, μια καλημέρα από τις δικές τους, τις αλλιώτικες, πριν ξυπνήσει ο σύζυγος και χθεσινοβραδινός συνομιλητής της. Η "συζήτησή" τους είχε κρατήσει ως τις 02:00. Όπως συνέβαινε συνήθως τον τελευταίο χρόνο, οι "συζητήσεις" τους ήταν περισσότερο αγορεύσεις-κατηγορητήρια και μάλιστα πολύωρα.
Ο οργανισμός της και τα αυτιά της είχαν πια μάθει να αντέχουν τα ξενύχτια των αδύνατων συζητήσεων, τις απειλές, τις φωνές και την άδικη απόδοση ευθυνών.
Πολλές φορές σκεφτόταν ότι η μόνη φράση που είχε προλάβει να πει ένα χρόνο τώρα ήταν αυτή που στάθηκε η αφορμή για τις "συζητήσεις"-μονολόγους του συζύγου-συνομιλητή της: "Αυτός ο γάμος έχει γίνει ο τάφος μου. Θέλω να φύγω."

Η Άννα απέφυγε, πνίγοντας το πρώτο δάκρυ της ημέρας, το βδελυρό βλέμμα του συζύγου-κατήγορου και ενδεδυμένη το πρέπον πρωινό μητρικό κέφι πήγε να ξυπνήσει το παιδί της. Παρά τις ελάχιστες ώρες ύπνου, του ετοίμασε πρωινό, το έντυσε για το σχολείο και ζωγράφισε μαζί του πεταλούδες και λιβελούλες σε ανθισμένα χωράφια, πριν περάσει το σχολικό λεωφορείο για να το πάρει και φύγει κι η ίδια για τη δουλειά της.

Σήμερα ήταν "η μέρα της", με απόφαση του συζύγου-εισαγγελέα. Μπορεί να μην ήταν σε διάσταση, αλλά είχε αποφασίσει ότι το παιδί θα περνάει τα απογεύματά του εναλλάξ, μια με τον έναν και μια με τον άλλον. Η Άννα είχε πια παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να τον πείσει για την επικινδυνότητα των χειρισμών του. Δεν έβλεπε ή αρνιόταν να δει το προφανές: τη μη διαχειρίσιμη για την ηλικία του σύγχυση που προκαλούσε στο παιδί αυτή η διαζευγμένη συμβίωση.

Έπνιξε το δεύτερο δάκρυ της ημέρας, όταν μετά από δυο ώρες εκείνος δεν της είχε ακόμα στείλει ούτε ένα μήνυμα, και συνέχισε να εργάζεται για να βγάλει το οκτάωρο.

Η συμβουλή της ψυχολόγου στην τελευταία τους συνεδρία ήταν ότι η Άννα έπρεπε να αναζητήσει την ισορροπία μοιράζοντας τον εαυτό της και την ενέργειά της σε ποσοστά: ένα μέρος η μάνα, ένα μέρος η εργαζόμενη κι ένα μέρος η ερωμένη.

Έπνιξε το τρίτο δάκρυ της ημέρας αναλογιζόμενη πόσο αδύνατον της ήταν κάτι τέτοιο, αφού εκείνη ήξερε μόνο και πάντα να δίνεται ολάκερη.

Τρεις ψυχολόγους είχε αλλάξει μέσα σε ένα χρόνο. Σαράντα ευρώ την ώρα έκαστος για να μπορεί η Άννα να κάνει τους δικούς της μονολόγους. Πιο έξυπνος ο σύζυγος-συνομιλητής της, μονολογούσε επί ένα χρόνο τζάμπα.

Έπνιξε το τέταρτο δάκρυ της ημέρας όταν σκέφτηκε ότι κανένας ψυχολόγος δεν είχε καταφέρει να της εξηγήσει γιατί της ήταν τόσο απαραίτητη αυτή η αλλιώτικη καλημέρα εκείνου, που τους τελευταίους μήνες έπρεπε σχεδόν να την εκλιπαρήσει για να τη λάβει όποτε.

Έπνιξε το πέμπτο δάκρυ της ημέρας, ήπιε τέσσερις σταγόνες ανθοΐαμα Bach και σχόλασε. Οι σταγόνες αυτές ήταν δώρο μιας φίλης της κι η Άννα τις δέχτηκε ευχαρίστως, αφού ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Η προσφυγή στα αντικαταθλιπτικά θα δικαίωνε τον σύζυγο-εισαγγελέα στη δικαστική διαμάχη νε την οποία την απειλούσε ένα χρόνο τώρα για να μη στερηθεί το παιδί του.
Η Άννα τον κατανοούσε και τον συμπονούσε απόλυτα. Δεν της πήγαινε καρδιά να του πάρει το παιδί και να φύγει. Η καρδιά της όμως μύριζε ήδη νεκρόχωμα, θαμμένη στη συνοίκησή τους.

Έπνιξε το έκτο δάκρυ της ημέρας.

Πήγε με το παιδί της στην παιδική χαρά κι έπειτα για σουβλάκια που του άρεσαν. Ούτε ένα μήνυμα από εκείνον, αλλά ήλπιζε ακόμα σε μια αλλιώτικη καληνύχτα.

Έπνιξε τα επόμενα οκτώ δάκρυα της ημέρας, όταν επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκε τον σύζυγο-συνομιλητή ορεξάτο για έναν ακόμα μεταμεσονύχτιο μονόλογο.

Η επόμενη μέρα, η μέρα του συζύγου-εισαγγελέα, ξεκίνησε και συνεχίστηκε ως το απόγευμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: το χάπι για το θυρεοειδή στην ώρα του, το σχολικό λεωφορείο στην ώρα του, οι σταγόνες Bach στην ώρα τους, το οκτάωρο στην ώρα του, τα δάκρυά της πνιγμένα στην ώρα τους κι ούτε ένα μήνυμα από εκείνον.

Είχε πάει ήδη 19:00, ο σύζυγος-εισαγγελέας και το παιδί της δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Τις δουλειές της τις είχε ήδη καμωμένες: πλυσίματα, σιδερώματα, μαγειρέματα κι η βεβαιότητα ότι το παιδί της ήταν ήδη αρκετά έξυπνο κι είχε καταλάβει αυτό που του εξήγησε χθες στο σουβλατζίδικο. Ότι δηλαδή η μανούλα δε θα είναι πάντα δίπλα του. Ότι οι άνθρωποι κάποτε, μεγαλώνοντας, ανοίγουν τα φτερά τους και πετάνε μακριά.  Κι ότι ο μπαμπάς το αγαπάει και δε θέλει να το αποχωριστεί και θα το στηρίξει σε ό,τι χρειαστεί.

Ευτυχισμένη που δε χρειαζόταν πια να πνίξει ούτε μισό δάκρυ, οδήγησε ως το ξωκλήσι στην κορυφή του λόφου. Ο γκρεμός εκεί πάνω ήταν πρόσφορος. Τράβηξε μια φωτογραφία το εκκλησάκι και την έστειλε σε εκείνον. Ήταν κάποτε ο τρόπος τους να λένε ο ένας στον άλλον πού βρίσκονταν τις ώρες που δεν ήταν μαζί. Όταν θα χρειαζόταν, δηλαδή σε λίγες ώρες, εκείνος θα καταλάβαινε. Δεν ήθελε να ψάχνουν για μέρες στις ερημιές το κομματιασμένο της κουφάρι.

Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε, όπως υποσχέθηκε στο παιδί της.

Και κάπως έτσι εκδικήθηκε τον σύζυγο-συνομιλητή-εισαγγελέα-κατήγορο, αδειάζοντάς του τη γωνιά και παραχωρώντας του την πλήρη επιμέλεια του παιδιού του.

(Συνεχίζεται...)

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

Η Μυρτώ


Η Μυρτώ σηκώθηκε όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.

Πρόλαβε και ήπιε δυο καφεδάκια στα γρήγορα, για να συνέλθει από το σχεδόν μεθύσι της προηγούμενης βραδιάς και ξύπνησε το παιδί της για να το ετοιμάσει για το σχολείο.
Το παρέδωσε στο σχολικό λεωφορείο στις 07:00 και μπήκε στο αυτοκίνητό της για να πάει στη δουλειά της.
Από τότε που έμεναν οι δυο τους έπρεπε και το παιδί της να ξεκινάει από πολύ νωρίς τη μέρα του για να συμβαδίζει το ημερήσιο πρόγραμμά του με το δικό της. Οκτάωρο η Μυρτώ; Οκτάωρο και το παιδί. Ευτυχώς φαινόταν να το έχει αποδεχτεί.

Μια φίλη της, διαζευγμένη λίγους μήνες πριν τη Μυρτώ, την είχε καθησυχάσει λέγοντάς της ότι τα παιδιά τα αποδέχονται όλα αρκεί να τους τα προσφέρεις σωστά. Και οι ενήλικες το ίδιο, σκεφτόταν τώρα πια η Μυρτώ, τα αποδέχονται και τα συνηθίζουν όλα, αρκεί να ξέρεις πώς να τους τα ξεφουρνίζεις, λίγα λίγα και με τρόπο.

Στις 16:00 βρισκόταν ήδη έξω από το σχολείο του παιδιού της για να το παραλάβει. Ακολούθησε ένα απόγευμα με καθόλου ξεκούραση, πολύ παιχνίδι, λίγα νοικοκυρέματα στο σπίτι κι ένα γρήγορο μαγείρεμα. Το παιδί κοιμήθηκε στην ώρα του κι η Μυρτώ αφού συμμάζεψε το νεροχύτη, έβαλε ένα ποτήρι κρασί κι έπιασε να διαβάζει ένα βιβλίο που αγόρασε πρόσφατα. Το απολάμβανε πραγματικά, είχε πολύ καιρό να την συνεπάρει έτσι ένα βιβλίο.
Θα ήθελε τόσο να της επιτρεπόταν να το προτείνει και σε εκείνον. Θα το έβρισκε σίγουρα εύπεπτο, αλλά θα καταλάβαινε γιατί εκείνης της άρεσε τόσο.

Έβαλε και δεύτερο ποτήρι κρασί.

Τις προάλλες είχε παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση σε ένα μικρό θέατρο, από εκείνα που τα πόδια των θεατών της πρώτης σειράς σχεδόν ακουμπούν στη σκηνή.

Έβαλε και τρίτο ποτήρι κρασί.

Η υπόθεση ήταν εμπνευσμένη από τις "Λευκές νύχτες" του Ντοστογιέφσκι. Γουστόζικο έργο, αλλά όχι τόσο συγκινητικό όσο πάσχισαν να το κάνουν οι υπερβολικές ερμηνείες των ηθοποιών. Ίσως εκείνου να του άρεσε, αν μπορούσε να το δει μαζί της. Ίσως να καταλάβαινε γιατί εκείνης δεν της άρεσε, αν μπορούσε να του το περιγράψει.

Έβαλε και τέταρτο ποτήρι κρασί.

Πριν ένα χρόνο ξεκίνησε να πίνει ένα ποτηράκι κάθε βράδυ. Πριν έξι μήνες έπινε έως τρία. Τη βοηθούσαν να γράφει πιο ελεύθερα και να κοιμάται αναίσθητη δίπλα στον πρώην σύζυγό της. Τους τελευταίους μήνες έπινε πάνω από τρία ποτήρια κάθε βράδυ. Δεν τα χρειαζόταν πια ούτε για να μπορεί να γράφει ούτε για να μπορεί να κοιμάται.
Τα χρειαζόταν για να μην τον χρειάζεται.

Με τα πολλά κατάφερε και το άδειασε το μπουκάλι.

Κανένα της εικοσιτετράωρο δεν ήταν βαρετό. Καμιά της ενασχόληση δεν ήταν ασήμαντη. Τίποτα, όμως, δεν είχε νόημα, αφού τίποτα δεν μπορούσε να το μοιραστεί μαζί του. Όλοι της οι κόποι, όλες της οι πράξεις, κάθε της μικρή ή μεγάλη προσπάθεια ήταν χωρίς αντίκρισμα.
Κι είχε στ' αλήθεια μοχθήσει τόσο πολύ για να κερδίσει τη δικαιωματική ελευθερία της να του μιλάει ανεμπόδιστα.
Τι δεν είχε υπολογίσει σωστά;

Να άνοιγε και δεύτερο μπουκάλι;

Πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της.
Ζαλίστηκε, πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του νιπτήρα, σωριάστηκε αιμορραγώντας στο πάτωμα. Με την πτώση χτύπησε για δεύτερη φορά το κεφάλι της στα πλακάκια του δαπέδου και χαμογέλασε με ικανοποίηση.
Ο τέλειος φόνος, είχε πετύχει τον τέλειο φόνο, αυτόν που θα φαινόταν σαν ατύχημα.

Τα μαλλιά της είχαν γίνει μια λασπωμένη μάζα γεμάτη αίματα κολλημένη στο πρόσωπό της. Χαμογέλασε περισσότερο, επειδή θυμήθηκε εκείνον που της είχε προτείνει κάποτε να τα κόψει αλά γκαρσόν, για να φαίνεται το όμορφο πρόσωπό της.

Το παιδί της θα την έβρισκε έτσι το πρωί, θα τρόμαζε μάλλον στην αρχή, αλλά θα σκεφτόταν γρήγορα ψύχραιμα και θα έκανε αυτό που θα έπρεπε σε περίπτωση ανάγκης: Το παιδί μπορούσε ήδη να διαβάζει απλές λέξεις όπως "μαμά", "μπαμπάς", "γιαγιά".
Μπορούσε ακόμα να αναγνωρίζει τους αριθμούς και να τους πληκτρολογεί για να καλέσει κάποιον στο τηλέφωνο. Η Μυρτώ, πάντα προνοητική για το καλό των άλλων κι όχι για το δικό της, είχε κολλήσει στην πόρτα του ψυγείου ένα χαρτάκι με τα τηλέφωνα που έπρεπε να καλέσει το παιδί αν χρειαζόταν βοήθεια. Πιθανότατα θα καλούσε τον μπαμπά του.
Φαντάστηκε το παιδί της να προσπαθεί να την ξυπνήσει, να προσπαθεί να της καθαρίσει το αίμα με λίγο νερό, όπως συνήθιζε να κάνει κι η ίδια κάθε φορά που εκείνο χτυπούσε τα γονατάκια του.
Μετά φαντάστηκε το παιδί της να της λέει "μη στενοχωριέσαι μαμά, θα περάσει", όπως του έλεγε πάντα η ίδια για να δείχνει θάρρος και να μην κλαίει.
Για τη Μυρτώ, ως το πρωί, θα είχαν πράγματι όλα περάσει.

Εκείνος θα μάθαινε για τον θάνατό της με μια ή δυο μέρες καθυστέρηση. Αλλά δεν την πείραζε πια και τόσο, αφού τώρα μπορούσε να του μιλάει ακατάπαυστα, για όλα.

Κι έτσι εκδικήθηκε και τιμώρησε τον εαυτό της.
Για τη ματαιοδοξία της, την αλαζονεία της και την επηρμένη αφέλειά της να πιστεύει στην ψευδαίσθηση του ακατάληπτου έρωτα.

(Συνεχίζεται...)

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙΙ: ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ

Κεφάλαιο τέταρτο 


Στον αδερφό της τον Σταύρο έτρεξε η Μαρία για να του πει τα νέα. Ήταν έγκυος, κι ο Ευθύμης έλειπε ήδη ένα μήνα στην Ορεστιάδα.

Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει. Μάλλον χαιρόταν, επειδή ένιωθε επιτέλους νικήτρια. Ένιωθε ότι επιτέλους ο Ευθύμης θα καταλάβαινε ότι εκείνη ήταν το πεπρωμένο του, ότι επιτέλους θα ανήκαν ο ένας στον άλλο.

Καλά περνούσαν, δεν είχε παράπονο η Μαρία από τον Ευθύμη. Την πρόσεχε, τη φρόντιζε, την επιθυμούσε ερωτικά ή τουλάχιστον ήταν πάντα δεκτικός στα δικά της ερωτικά χάδια. Ήταν όμως και στιγμές που ένιωθε ότι δίπλα της έστεκε μόνο ένα άδειο κορμί, περίπου σαν μαρμάρινο άγαλμα, κρύο κι άχρωμο.

Δεν ήταν ότι επιθυμούσε να γίνει μάνα. Επιθυμούσε να έχει τον Ευθύμη δικό της. Πώς γίνεται, όμως, να κατοχυρώσεις στην ιδιοκτησία σου έναν άλλον άνθρωπο; Κι ακόμα χειρότερα, πώς γίνεται να ελπίζεις στην υπογραφή ενός συμβολαίου κτήσης ποντάροντας σε μια αμέτοχη κι ανυποψίαστη παιδική ψυχή;

Ο αδερφός της δεν τη λυπήθηκε καθόλου. Η "φιλία" του με τον Ευθύμη κρατούσε πολύ περισσότερο από τον ένα χρόνο που κρατούσε η ερωτική σχέση της αδερφής του μαζί του. Δε γινόταν να την αφήσει να φέρει στον κόσμο το παιδί αυτό. Ο πατέρας αυτής της μπάλας κυττάρων που αυξανόταν στη μήτρα της Μαρίας με φρενήρεις ρυθμούς, θα είχε την ίδια ερωτική επιθυμία και για τη Μαρία και για τον αδερφό της Μαρίας.

"Μη στενοχωριέσαι, είσαι νέα, θα έχεις κι άλλες ευκαιρίες", της είπε ο γιατρός μόλις συνήλθε από τη νάρκωση. Μόνη της πήγε στο νοσοκομείο, μόνη της ετοίμασε τα χαρτιά για το Παρίσι κι έφυγε χωρίς να ξαναμιλήσει ούτε στον Ευθύμη ούτε στον αδερφό της.
Κάπως έτσι πλήρωσε μάλλον τη ματαιοδοξία της. Γιατί ο έρωτας, εκτός όλων των άλλων, είναι συναίσθημα ματαιόδοξο. Κι αυτό ήταν το σφάλμα της Μαρίας.

Στο Παρίσι επισκέφθηκε έναν άλλο γυναικολόγο και του ζήτησε να της συνταγογραφήσει αντισυλληπτικά. Αργότερα του ζήτησε να της τοποθετήσει σπιράλ, έτσι που να μη χρειαστεί ποτέ ξανά κανένας άλλος γιατρός να της πει "μη στενοχωριέσαι".

Το γλυπτό που ο Ευθύμης δεν θέλησε να μάθει να σμιλεύει, το γλυπτό αυτό έγινε τελικά άγαλμα σμιλεμένο από την εξομολόγηση του Σταύρου και την επέμβαση του γυναικολόγου.
Κι ήταν όμορφο, όπως όμορφα είναι όλα τα αγάλματα, γιατί όλα τους είναι απαλλαγμένα από κάθε είδους ανθρώπινο πάθος ή επιθυμία και άρα ατέλεια.

Επίλογος 

Λίγους μήνες μετά το θάνατο του "Ευθύμη", ο "Σταύρος" ζήτησε από την "Δέσποινα" μια μικρή φωτογραφία ταυτότητας του θείου της, που εκείνη κουβαλούσε στο πορτοφόλι της. Ήθελε να χρησιμοποιήσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του για την απεικόνιση του Αγίου το όνομα του οποίου είχε ο συχωρεμένος σύντροφός του.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙΙ: ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ

Κεφάλαιο Τρίτο 



Η Δέσποινα, από όταν άρχισε να θυμάται τον εαυτό της, ήταν ερωτευμένη με τον Ευθύμη. Δεν έφταιγε μόνο που ήταν ο πιο γελαστός κι ο πιο αστείος από όλους τους θείους της, πιο πολύ έφταιγαν τα δάχτυλά του. Λεπτά και μακριά, με έντονους κόμπους. Ίσως έφταιγε κι εκείνο το πολύχρωμο τατουάζ πεταλούδα στο στήθος του.

Η Δέσποινα είχε μάθει να μετράει, είχε επίσης μάθει πώς να ανακατεύει μπλε με κόκκινο και λευκό και να πετυχαίνει ένα φωτεινό κοραλλί. Κι αυτό το τελευταίο το έμαθε στην γκαρσονιέρα-εργαστήρι του θείου Εύθυμη. Λίγες μέρες μετά,  στον ίδιο χώρο, έμαθε να γράφει το όνομά της με χρώμα κοραλλί κι ανακάλυψε ότι το όνομά της έχει οκτώ γράμματα.

Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού το σχολικό λεωφορείο την άφηνε στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Οι γονείς της δούλευαν ως αργά. Δεν ήξερε ακόμα να υπολογίζει την ώρα, αλλά ήξερε να αναγνωρίζει τα βήματα του Εύθυμη στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Έπεφτε λοιπόν στον καναπέ κι έκανε την κοιμισμένη. Νόμιζε ότι με τα μάτια κλειστά έδειχνε πιο όμορφη.
Κάθε κορίτσι λαχταρά να μετενσαρκωθεί εν ζωή στην πριγκηποπούλα του παραμυθιού. Φαίνεται ότι το Δεσποινάκι λαχταρούσε να γίνει "Ωραία Κοιμωμένη". Έπρεπε να περάσουν τριάντα χρόνια για να της πουν ότι η ψυχή της ακτινοβολεί μόνο μέσα από τα ορθάνοιχτα μάτια της.

Της άρεσε να τον βλέπει να ανακατεύει με υπομονή τα χρώματα κρατώντας το τσιγάρο του στο στόμα. Σαν κολλημένο έμοιαζε στα χείλη του, απορούσε πώς δεν του έπεφτε. Η ίδια, μετά από είκοσι χρόνια κατάποσης πίσσας και νικοτίνης, δεν έχει καταφέρει να το πετύχει αυτό χωρίς να λιώσει το φιλτράκι του στριφτού της.

Από όλους τους Αθηναίους συγγενείς της, ο θείος Ευθύμης μόνο της έλειψε όταν μετακόμισε με τους γονείς της στην επαρχία.
Ευτυχώς, το πείσμα κι η εργατικότητά της την έφεραν πίσω στην Αθήνα ως φοιτήτρια. Η επανένωση με τον θείο Ευθύμη ήταν πανηγυρική. Εκείνος της έβαψε το φοιτητικό της διαμέρισμα, οι τοίχοι λευκό σατινέ - για να γυαλίζουν λίγο - εκτός από τους τοίχους της κουζίνας που τους ήθελε κίτρινο καναρινί, οι πόρτες μπλε και κοραλλί. Εκείνος σχεδίασε και κατασκεύασε το γραφείο και τη βιβλιοθήκη της. Εκείνος την πήγε να αγοράσει την πρώτη της τηλεόραση, ένα τόσο δα κουτί δεκατεσσάρων ιντσών. Εκείνος της έμαθε τους Dire Straits και τους Cocteau Twins, τον "Σταυρό του νότου" και το "Αν" και το "Blues".

Δυο χρόνια μετά την εγγραφή της στη σχολή, κι αφού είχε πια καταλάβει ότι οι μόνες χρήσιμες γνώσεις είναι αυτές που αποκτάς με τις εμπειρίες, του ζήτησε να δοκιμάσει.
"Μην μπλέξεις με ό,τι να 'ναι", της είπε. "Μέχρι εκεί και μόνο ελληνικό. Μακριά από τα αλβανικά. Θα έρθω αύριο να σε πάρω να πάμε στου Σταύρου".

Το σπίτι του Σταύρου, η παλιά μονοκατοικία στον παράδρομο της Αχαρνών, ήταν τόσο ανακαινισμένη όσο χρειαζόταν για να είναι απλοϊκά και βασικά λειτουργική. Κι η Δέσποινα από τότε εκτιμούσε το σεβασμό στο χαρακτήρα των παλιών σπιτιών. Το σαλόνι του έμοιαζε πιο πολύ με ατελιέ. Κι αυτά είναι όλα κι όλα που θυμάται από εκείνη τη βραδιά, γιατί μετά άρχισε να φέρνει βόλτες το τσιγάρο που έστριψε ο Σταύρος κι όλα άρχισαν να θολώνουν ευχάριστα.

Τη διαδρομή της επιστροφής η Δέσποινα την πέρασε ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Εύθυμη. Εκείνος της μιλούσε σε όλη τη διαδρομή, ρωτώντας τη διάφορα, από φόβο μήπως χάσει τις αισθήσεις της. Την ανέβασε στο διαμέρισμά της, της έδωσε να φάει σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου και εκείνος κοιμήθηκε στον καναπέ.
Το πρωί η Δέσποινα του είπε: "Μπαρμπούλη μου, δεν είναι αυτά για εμένα. Δεν καταλαβαίνω πώς καταφέρνετε και διασκεδάζετε μ' αυτά τα τσιγάρα."
Είχε γελάσει ο Ευθύμης μέχρι δακρύων.

Στα είκοσι τέσσερα της ο Ευθύμης τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχία, όπου η Δέσποινα βρήκε δουλειά.
Στα είκοσι πέντε της ταξίδεψε μόνος του οκτώ ώρες για να τη συναντήσει και να τη συνοδεύσει στο πρώτο της μεγάλο οδικό ταξίδι ως νέα οδηγός.
Στα είκοσι εννιά της τη συνόδευσε στο αεροδρόμιο για το πρώτο υπερατλαντικό της ταξίδι.
Στα τριάντα ένα της τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχιακή πόλη, όπου η Δέσποινα αποφάσισε να μετακομίσει επειδή ερωτεύθηκε.
Στα τριάντα τέσσερα της, κι ενώ ήταν επτά μηνών έγκυος, της τηλεφώνησε η μαμά της για να της πει ότι ο θείος Ευθύμης κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε.

(Συνεχίζεται...)

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙΙ: ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ

Κεφάλαιο Δεύτερο


Πίσω στην Αθήνα, οι γονείς του Ευθύμη αγωνιούσαν. Ήταν όμως πια αργά, μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια να τον πιέσουν ή να τον νουθετήσουν. Άνθρωποι του μεροκάματου ήταν, αγράμματοι, τον αγαπούσαν φυσικά τον γιο τους και περίμεναν πολλά από αυτόν, δεν τον κατεύθυναν όμως ποτέ, τον άφησαν να διαλέξει μόνος του.
Κι ο Ευθύμης διάλεξε μόνος του κι ελεύθερα το δρόμο της μοναχικότητας και της τέχνης. Και τελικά, το δρόμο της αυτοτιμωρίας και της αυταπάρνησης.

Η θητεία τελείωσε, επέστρεψε στο πατρικό του, όχι όμως και στη Σχολή της Τήνου. Η απογοήτευση κι η ματαιότητα είχαν ριζώσει μέσα του μια για πάντα.

Νοίκιασε μια γκαρσονιέρα δίπλα από το διαμέρισμα που έμεναν οι γονείς του και την έκανε εργαστήρι. Ζωγράφιζε συνέχεια, χωρίς κάποιο οικονομικό όφελος. Μπορούσε να ζει με ελάχιστα. Κι αυτά τα ελάχιστα, όμως, έπρεπε να του τα παρέχουν άλλοι. Πού και πού πήγαινε για κάνα μεροκάματο, ίσα για το χαρτζιλίκι του κι έπειτα κλεινόταν πάλι στην γκαρσονιέρα κι ανακάτευε τις μπογιές του.

Η παρέα των δεκαοκτώ του χρόνων είχε σκορπίσει. Ο Γιάννης "ο Τζίσμαν" παντρεύτηκε μια κοπέλα από τη Γουατεμάλα, που γνώρισε σε κάποιες διακοπές στην Αμοργό, κι έφυγε για την Καλιφόρνια. Ο Βαγγέλης "ο Κάντρι" ανέλαβε τη δουλειά του πατέρα του, εργολάβος οικοδόμων, και πλούτιζε. Ο Ανδρέας "ο Ψίρας" παντρεύτηκε κι απέκτησε έναν γιο ο οποίος διαγνώστηκε με κάποιας μορφής αυτισμό.

Με όλους βρισκόταν πού και πού, αλλά όλοι τους πια διάβαιναν τρέχοντας ή αγκομαχώντας τον σπειροειδή δρόμο της ζωής που είχαν διαλέξει, κι ο Ευθύμης παρέμενε οικειοθελώς έγκλειστος στη μικρή γκαρσονιέρα του παρέα με το ταλέντο του.
Όλα τα γνήσια χαρίσματα του ανθρώπου, όμως, χρειάζονται κι αυτά μια συντροφιά για να εξελιχθούν και να ανθίσουν. Χρειάζονται έναν συνομιλητή ή έστω έναν αποδέκτη. Τα χέρια του Εύθυμη μπορούσαν να ζωγραφίσουν, να βάψουν, να σμιλέψουν, να χτίσουν, να επισκευάσουν. Η απιστία του όμως απέναντι στον εαυτό του, τον καταδίκαζε να ζει ακίνητος παρέα με τη γόνιμη στειρότητα των ταλέντων του.

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια, όμοια πολύχρωμες πινελιές σε καβαλέτο, με σουβλάκια "καλαμάκι" στου Κρητικού, μπύρες στην Πανόρμου, και με λίγο απ' όλα τα ναρκωτικά στο λόφο του Στρέφη.

Μόνος του σύντροφος, ο εξίσου μοναχικός και μόνος φίλος του, ο Σταύρος. Ο Σταύρος τελείωσε την Καλων Τεχνών και είχε ήδη διοριστεί. Όλα ήταν πιο εύκολα τότε. Έχοντας λύσει μια για πάντα το οικονομικό του πρόβλημα, ο Σταύρος είχε αγοράσει μια παλιά μονοκατοικία σε έναν παράδρομο της Αχαρνών κι εκεί φιλοξενούσε τον Εύθυμη μερικά βράδια.

Όσο η μοναξιά και των δύο παγιωνόταν στις δεκαετίες των "-άντα", τόσο έδενε η φιλία τους. Ο Σταύρος, πιο κοινωνικός και πτυχιούχος, άρχισε να αναλαμβάνει εργασίες αγιογράφησης σε μικρούς ναούς στην επαρχεία. Σε κάθε δουλειά έπαιρνε μαζί του και τον Εύθυμη, που αν και χωρίς πτυχίο, οι προσωπογραφίες του ήταν αξιοζήλευτες. Εξάλλου, πάντα είχε ανάγκη από λίγα χρήματα, χωρίς να χρειάζεται να υπακούει σε ωράρια και αφεντικά.

Ο Ευθύμης προσπάθησε να κάνει κάνα δυο ακόμη σχέσεις, μετά τη Μαρία. Με τη μία γύρισε όλη την Ευρώπη και χώρισε. Με την άλλη γύρισε όλη την Ελλάδα και χώρισε. Οι γονείς του για πολλά χρόνια κατηγορούσαν τη Μαρία για τη μοναξιά του παιδιού τους. Εκείνος δεν κατηγόρησε ποτέ κανέναν, εκτός από τον εαυτό του.

Η Μαρία, αφού ταχυδρόμησε εκείνο το γράμμα, επισκέφθηκε τον γυναικολόγο της και του ζήτησε να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Κατόπιν, έφυγε για σπουδές ζωγραφικής στο Παρίσι και δε γύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Ο Ευθύμης τα έμαθε αυτά αφού επέστρεψε στην Αθήνα ως "καλός πολίτης".
Κι αυτά τα λίγα, τα έμαθε από τον αδερφό της, τον Σταυρό.

(Συνεχίζεται...)

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙΙ: ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ

Κεφάλαιο Πρώτο 


Το 1980 αποφάσισε ο Ευθύμης να γραφτεί στην Προπαρασκευαστική Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου. Θα παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής και μαρμαρογλυπτικής. Η ιδέα τον είχε συνεπάρει, το ίδιο είχε συνεπάρει και τη σύντροφό του, τη Μαρία.

Με τη Μαρία μετρούσαν ήδη ένα χρόνο σχέσης. Εκείνη έδειχνε πολύ ερωτευμένη. Ο Ευθύμης έδειχνε χαμένος. Αλλά σε όλα του πάντα έτσι έδειχνε, η Μαρία το είχε συνηθίσει. Η δημιουργικότητα, εξάλλου, και η πιο μύχια ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης δε χωράνε στα καλούπια των συνηθισμένων ανθρωπίνων αισθημάτων. Ούτε καν στο καλούπι του ζωοδότη έρωτα.

Ζωοδότης, αλλά και εγωιστής ο έρωτας συνάμα. Κι η Μαρία χαιρόταν, βέβαια, αλλά όχι για την προοπτική της καλλιτεχνικής και επαγγελματικής καταξίωσης του Ευθύμη. Αλλά γιατί ενστικτωδώς πίστευε ότι η απομάκρυνσή του από την Αθήνα και τις παρέες του θα τον έφερνε λίγο πιο κοντά της.

Οι σπουδές του στην Τήνο διακόπηκαν αιφνίδια, έπρεπε να παρουσιαστεί φαντάρος. Ο καθηγητής του στη μαρμαρογλυπτική Γιώργος Κουσκουρής, του είπε αποχαιρετώντας τον:
"Ευθύμη, θα είσαι σπουδαίος καλλιτέχνης με ό,τι κι αν καταπιαστείς, αρκεί να καταλάβεις για τι έχεις μεράκι και καημό."

Ο στρατός ήταν για τον Ευθύμη το μοιραίο χτύπημα που τον άφησε σε κωματώδη κατάσταση για πάνω από δυο χρόνια. Δεν ήταν παρών στο γάμο της αδελφής του, δεν ήταν παρών όταν γεννήθηκαν τα δυο ανίψια του. Οι "φυλακές" έπεφταν απανωτές, παρατείνοντας για μέρες και μήνες το μαρτύριό του.

Του ήταν όμως αδύνατον να συνετιστεί. Οποιοσδήποτε άλλος, ίσως περισσότερο έξυπνος ή λιγότερο παθιασμένος, θα σκεφτόταν ορθολογικά κάνοντας υπομονή και χωρίς να ρισκάρει να πληρώσει ακριβά μια στιγμή αντικανονικής κι ανεπίτρεπτης ελευθερίας με δέκα μέρες φυλακή.

Το γράμμα της Μαρίας ήρθε λίγους μήνες αφού είχε παρουσιαστεί στην Ορεστιάδα. Του έγραφε απλά ότι επιθυμούσε να θεωρήσουν τη σχέση τους τελειωμένη. Χωρίς πολλά λόγια ούτε πολλές εξηγήσεις.

Ο Ευθύμης έμοιαζε να μη νοιάζεται πια για τίποτα και φερόταν σα να ήταν η θητεία του να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Το μόνο που άξιζε να πετυχαίνει στη διάρκεια αυτής της στρατιωτικής αιωνιότητας ήταν η παράβαση των κανόνων, που του έδινε μια ψευδαίσθηση γενναιότητας και παρέτεινε τη δέσμευσή του να τιμήσει και να υπηρετήσει την πατρίδα.
Περίπου βολεμένος στην ασφαλή συνήθεια των δεσμών ενός γάμου, που δεν έχει ανάγκη από αληθινά γενναίες πράξεις για να δικαιωθεί, αλλά που έχει ανάγκη από ακίνδυνα ξεσπάσματα ψευτοτσαμπουκά για να αναζωογονηθεί.

Η ερωτική του σχέση είχε λήξει. Η μόνη σχέση που του απέμενε ήταν αυτή με τους ανώτερους στρατιωτικούς. Συνέχιζε λοιπόν τα "τσαλιμάκια" του προκαλώντας την οργή τους. Θα μπορούσε να είναι κι αυτή η οργή μια μορφή εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Κάτι σαν το αλάνθαστο ξενοκοίταγμα, το αλατοπίπερο σε κάθε σχέση.

(Συνεχίζεται...)

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Μνήμα ΙΙΙ


Αυτήν έπρεπε να τη σκοτώσει.

Γιατί το έβλεπε, αυτή η γυναίκα τον σκότωνε μέρα τη μέρα, σαν καρκίνος στα σωθικά του.
Τον έτρωγε αφήνοντάς τον σακάτη, ευτυχισμένο και λειψό μέσα σε μια πληρότητα που δεν είχε ποτέ τη γενναιότητα να τολμήσει, μα που του περίσσευε πάντα η δειλία να ονειρεύεται.

Δε βιάστηκε, δεν συγχωρούνται οι βιασύνες σε αυτές τις περιπτώσεις.
Έπρεπε να τη σκοτώσει κι έπρεπε να το κάνει να φανεί σαν αυτοκτονία.
Πράγμα εύκολο, αφού εκείνη είχε ήδη αυτοκτονήσει πολλές φορές.
Κανείς δε θα τον κατηγορούσε.

Θα την σκότωνε αργά αργά, όπως τον σκότωνε κι εκείνη.
Κι αφού δεν είχε το θάρρος ούτε το θράσος να ριζώσει μέσα της και να γίνει κι αυτός καρκίνος στα δικά της σωθικά, προτίμησε να γίνει η "παραμύθα" της.

Μόλις εκείνη εθίστηκε στην πρέζα του, την άφησε να χαρμανιάσει για εννέα μέρες και τρεις ώρες.
Την τέταρτη ώρα της δέκατης μέρας της έδωσε μορφίνη.
Μόλις εκείνη εθίστηκε στη μορφίνη, την άφησε να χαρμανιάσει για δεκαέξι μέρες και έντεκα ώρες.
Τη δωδέκατη ώρα της δέκατης έβδομης μέρας της έδωσε μεθαδόνη.
Μόλις εκείνη εθίστηκε και στη μεθαδόνη, την άφησε απλά να χαρμανιάσει μέχρι θανάτου.

Σήκωσε το άψυχο κορμί της στην αγκαλιά του, περήφανος για όσα κατάφερε και για όσα ακόμη είχε να καταφέρει.

Την έθαψε χωρίς καμία τύψη, ούτε για όσους ήταν ούτε για όσους είναι ακόμη.

Στον τάφο της έγραψε:

"Ενθάδε κείται

Το ιερό μίασμα που αγάπησα πιο πάνω από τον εαυτό μου.

Όσες φορές κι αν αναστηθείς, πάλι εγώ θα σε σκοτώσω."
               
                

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Μνήμα ΙΙ

Αυτήν έπρεπε να τη σκοτώσει.

Κινήθηκε ύπουλα, χωρίς ποτέ να κρύψει τις προθέσεις του.

Όταν εκείνη άρχισε να κατανοεί το πεπρωμένο της, πήρε την απόφαση.

Την αγαπούσε τόσο πολύ ώστε να μπορεί να τη μισεί θανάσιμα.
Είχε έρθει η ώρα "στο αίμα να βουτηχτεί πριν ο καιρός τον προφτάσει".

Στην άκρη του γκρεμού στεκόντουσαν κι οι δύο, αλλά κανείς τους δεν τολμούσε να πέσει. Ή μπορεί κιόλας να ήταν από χρόνια αυτόχειρες, οπότε η υπόλοιπη εξιστόρηση δεν θα έχει καμία σημασία.
Το βέβαιο είναι πως κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια, κι εκείνοι, ζωντανοί ή νεκροί, αδρανούσαν μέσα στην αεικινησία του έρωτα.

Της έκοψε το λαιμό με ένα απλό μαχαίρι.
Με μια κίνηση αστραπιαία, κι ας είχαν περάσει αιώνες από τη στιγμή που έσφιξε το μαχαίρι μέχρι τη στιγμή που το χέρι του έφτασε στο λαιμό της.

Λούστηκαν τα πρόσωπά τους στο αίμα της.
Κι έλαμψαν οι σταλαγματιές στα μέτωπά τους, αποκαλύπτοντας "το δρόμο τον απατηλό" του ακατανίκητου έρωτα.

Την έθαψε για να μπορεί να τη θυμάται για πάντα.

Στον τάφο της έγραψε:

"Ενθάδε κείται το τίποτα που ήταν το παν.

Μη με σχωρνάς ποτέ, μα να με          μνημονεύεις πάντα,
               Ο φονιάς του εαυτού του,
               που δεν είχε τη γενναιότητα
               να αυτοκτονήσει. "


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Μνήμα Ι



Αυτήν έπρεπε να τη σκοτώσει. Ήταν έξυπνος, την είχε καταλάβει από την αρχή.
Αυτή η γυναίκα θα ήταν τόσο καταδική του που θα γινόταν η καταδίκη του.

Και γι' αυτό έπρεπε να βιαστεί.
Πριν τον σκοτώσει εκείνη.
Δεν μπορούσε να το ρισκάρει.
Δεν είχε δικαίωμα να το ρισκάρει.

Πνιγμένος στην ντροπή και στις τύψεις, την ερωτεύθηκε ξεδιάντροπα.
Δεμένος πισθάγκωνα, την αγάπησε απελευθερωμένος.
Αλλά έπρεπε να τη σκοτώσει, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του πεθαμένος κι (αν)ελεύθερος.

Της έσφιξε το λαιμό με τα χέρια που μόνο εκείνη ήξερε να λατρεύει, έτσι που να μπορεί να βλέπει τα μάτια της.

Την έθαψε για να μπορεί να τη θυμάται για πάντα.

Στον τάφο της έγραψε:

"Ενθάδε κείται το αδιέξοδο που ήταν η μόνη μου διέξοδος.

Μη με σχωρνάς ποτέ, μα να με μνημονεύεις πάντα,

           Ο ψεύτης που δεν έλεγε ποτέ ψέματα."

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Ο Σπυρογιάννης 



Πικράθηκε και πείσμωσε ο Σπυρογιάννης κι έβαλε σκοπό να αποδείξει στην Αρετή του για πόσα πράγματα ήταν άξιος.

Μέρα νύχτα δούλευε, και στο Κατάραχο κι αργότερα στην Αθήνα. Την πονούσε τη δουλειά, την είχε μεράκι. Το φιλότιμό του δεν περνούσε απαρατήρητο. Ως και τα στραβωμένα καρφιά μάζευε κάθε φορά που ξεκαλούπωνε, τα ίσιωνε και τα ξαναχρησιμοποιούσε.

Το βράδυ που γυρνούσε στο σπίτι, έβγαζε από την τσέπη του ένα μάτσο τα χρήματα και τα πετούσε όπου έβρισκε. Έτρεχαν τα τέσσερα παιδιά του, τα μάζευαν και τα έδιναν στη Γατζία. Παρά την κούρασή του, είχε κάθε βράδυ όρεξη να βοηθήσει τα παιδιά του στα μαθήματά τους κι υπομονή να χτενίσει τα μακριά μαλλιά της μικρότερης κόρης του που την ταλαιπωρούσαν, αλλά δεν αποφάσιζε να τα κόψει.
«Μπέμπα» τη φώναζε πάντα αυτήν την κόρη, ακόμα κι όταν στα τριάντα πέντε της την καμάρωσε νύφη, ακόμη και τότε, «παντρεύω την μπέμπα μου» έλεγε. Τα παιδιά του δεν τα μάλωσε ποτέ, δεν τα πίεσε ποτέ σε τίποτα, αυτές εξάλλου ήταν αρμοδιότητες της Γατζίας.

Ο εργολάβος, που τον είχε στη δούλεψή του, ήταν άνθρωπος καλός. Έτσι, όταν ο Σπυρογιάννης πέφτοντας από τη σκαλωσιά αναγκάστηκε να μείνει δυο μήνες στο κρεβάτι για να «δέσουν» τα πλευρά του, εκείνος του πήγαινε κάθε μέρα το μεροκάματό του και κάθε Κυριακή τα τρόφιμά για να βγάλουν την εβδομάδα τους. Η οικοδομή πήγαινε καλά, η Αθήνα εκσυγχρονιζόταν κι όλοι οι φτωχοί εσωτερικοί μετανάστες πλούτιζαν.

Κατάφεραν κι αγόρασαν δικό τους διαμέρισμα, σε μια από τις πολυκατοικίες που έχτιζε. Ένα υπόγειο ήταν, που είχε όμως πρόσβαση από το «μπαλκόνι» του στην αυλή του ακάλυπτου. Ο εργολάβος επέμενε να του δώσει ένα άλλο μεγαλύτερο, στον έκτο όροφο. Ο Σπυρογιάννης όμως ήθελε τα παιδιά του να έχουν μιαν αυλή να παίζουν.
Αγόρασαν κι εξοχικό, κι ένα διαμέρισμα στην κάθε κόρη.

Οι κόρες παντρεύτηκαν κι έφυγαν από την Αθήνα. Η μια ξενιτεύτηκε στο εξωτερικό, η άλλη στο εσωτερικό. Τα εγγόνια του τα έβλεπε σπάνια. Οι γιοι του έμειναν ανύπαντροι. Βγήκε στη σύνταξη κι εγκαταστάθηκε στο εξοχικό. Η Γατζία πηγαινοερχόταν μία σε εκείνον, μία στην Αθήνα για να φροντίζει, όσο μπορούσε, το νοικοκυριό των ανύπαντρων γιων τους.

Οι απώλειες, οι αποχωρισμοί, η αδικία, ο κάματος, η απόρριψη, η μοναξιά μέσα σε μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά και πέντε εγγόνια, έφεραν σύντομα τον εθισμό στο αλκοόλ. Κατέβαζε τις μπύρες τη μία μετά την άλλη και πάντα τις τελευταίες σταγόνες τις έχυνε στο χώμα κι έλεγε «Για τους νεκρούς μας.»

Και σ’ όλα τα μεθύσια του, την «Αρετούσα του» θυμόταν και μελετούσε. Οι τσακωμοί με τη Γατζία δεν τηρούσαν πια κανένα πρόσχημα. Εκείνος της είχε δώσει μετά από εξήντα χρόνια κοινής ζωής αυτό που της όφειλε κι εκείνη είχε πλέον κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για τα κέρδη της γκρινιάζοντας χωρίς αντίκρισμα. Η φαγωμάρα τους στα ογδόντα τους χρόνια θα μπορούσε να είναι ως και κωμική, οι μεθυσμένοι αναστεναγμοί του Σπυρογιάννη κι η χαιρέκακη απέχθεια της Γατζίας για την Αρετή, όμως, ήταν τραγικοί.

Η μεγάλη του εγγονή τον ρώτησε κάποτε γι’ αυτή την «Αρετούσα του». Τελειώνοντας την εξιστόρηση της είπε: «Κορίτσι μου, να αγαπήσεις στη ζωή σου όσους θες, μα να προσέχεις να μην πληγωθείς ποτέ.»


Φαίνεται, αρκεί στη ζωή του ανθρώπου μια ελάχιστη στιγμή τρυφερότητας από χέρι που ξέρει να αγγίζει πέρα από το δέρμα, για να μείνει για πάντα η αλήθεια του καθενός μας απόστημα σε πληγή ανοιχτή.

Επίλογος 

Ο Σπυρογιάννης, όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, ζει στο εξοχικό του έξω από την Αθήνα και καλωσορίζει τα ενενήντα του χρόνια.
Με τη λιγοστή σύνταξή του έθαψε τη Γατζία, τον μικρό του γιο και συντηρεί τον μεγάλο.
Καταπιάνεται ακόμα με επισκευές που χρειάζεται το σπιτάκι του κάθε τόσο αλλά και με γεωργικές εργασίες.
Το ποτό το έκοψε την ίδια μέρα που βρήκε τον μικρό του γιο νεκρό.
Η από πάντα μεγάλη του καρδιά δείχνει να μεγαλώνει κυριολεκτικά σε όγκο τα τελευταία χρόνια και τα πόδια του πρήζονται κάθε τόσο. Αυτό του στοιχίζει περισσότερο επειδή καταδικάζεται σε ακινησία.
Έχει στήριγμα και συνάδελφο στις δουλειές του τον μεγάλο του εγγονό, που έχει και το όνομά του.
Η ακοή του πια τον έχει εγκαταλείψει, οπότε μιλάει μόνο με τον μεγάλο του γιο και συγκάτοικο και με τον εγγονό του, όποτε τον επισκέπτεται.
Τα τηλεφωνήματα που δέχεται πια από τις κόρες και τα υπόλοιπα εγγόνια του είναι σπάνια, αφού δεν μπορεί να ακούσει τι του λένε κι απλά επαναλαμβάνει ότι είναι καλά και μπορεί να στέκεται όρθιος.
Ίσως τώρα πια να είναι ευτυχισμένος.

Την Αρετή την ξανασυνάντησε κάποτε στο πανηγύρι της Παναγίας τους στο Μοναστηράκι της Κεφαλονιάς. Χήρα και μόνη εκείνη, με τη Γατζία, τους δυο γιους και τον μεγάλο εγγονό του εκείνος.
Φεύγοντας η Αρετή είχε πει σε μια εξαδέλφη της:
"Τι έπαθα να μην πάρω τότε τον Σπυρογιάννη."

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Σταγόνες Λερές

Οι σαπισμένοι έρωτες, μοιάζουν με σταγόνες λερές
με καθρεπτισμένες αυταπάτες
Ο παγωμένος χορός στις εκβολές των ζοφερών χρησμών ,
των όρκων το βλεφάρισμα θα σιωπήσει
Στις προκυμαίες των λησμονημένων φεγγαριών
τα φαντάσματα πλανεμένα από υποσχέσεις ,
ξεκλειδώνουν τις πύλες του σφαγείου με ορμή
στις πληγές τους διάπλατα τα ροδοπέταλα ανθίζουν,
της μοίρας το παιχνίδι εγκαταλείπουν σακατεμένα,
στην πρωινή ομίχλη αναριγούν , στα φυλλώματα του άωρου θανάτου,
στο περιστύλιο της Αγάπης δεν αντιστέκονται άλλο, παραδίνονται και αυτοκτονούν.

Κι όμως επιμένουν πεινασμένα να ‘ρχονται, κρυφά σαν το αγιάζι
με θέρμη αστάλαγη, να αγκαλιάσουν της καρδιάς τα πονεμένα χείλη
Απαγγέλουν της απαντοχής το θάλπος, εκεί βαθιά στης μνήμης τα σκοτάδια
τα κειμήλια της ματιάς σου ακόμα ανασαίνουν
Στο παλίμψηστο μανδύα του πεπρωμένου, αναταράζονται ξανά τα αστροδίαιτα νερά της Αφροδίτης
Κι οι σταγόνες λερές βαπτίζονται στη νέα θρησκεία του κορμιού σου
Σαν το τυφλωμένο φίδι από την ασιτία, δαγκώνει την ουρά του αμετανόητα,
έως το σπασμό της ύστατης στιγμής, όταν με μάτια μεθυσμένα από έρωτα θα ξεψυχά.

Χρήστος Μπαρτζουλιάνος

(Πηγή: https://www.fractalart.gr/poiimata-xristos-mpartzoylianos/)

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Γατζία 


Η Γατζία Πιεράτου έμενε με τη χήρα μάνα της και τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια της στο Διγαλέτο. Πολύφερνη νύφη δεν ήταν, ούτε όμορφη, ούτε πλούσια. Φτωχή και με δυσκολία στο βηματισμό από χτύπημα στο γοφό όταν ήταν ακόμη βρέφος κι έπεσε από την κούνια.

Καμπόσοι την είχαν ζητήσει σε γάμο, μα ήταν όλοι τους μεγάλοι σε ηλικία, απελπισμένοι, που στοιχημάτιζαν στην απελπισία της Γατζίας για να έχουν μια φροντίδα στα γεράματά τους.
Τους έδιωχνε όλους. "Ή θα πάρω έναν νέο με το βρακί στον κώλο ή δεν παντρεύομαι καθόλου", έλεγε.
Κι η μάνα της, όμως, αυτή η χήρα που μεγάλωσε μόνη της πέντε παιδιά κι έθαψε ένα έκτο, δεν πήγαινε πίσω. "Κι αν έχω τρεις θυγατέρες, δεν τις έχω για πέταμα."

Της πήγαν, λοιπόν,  της Γατζίας και τα προξενιά για τον Σπυρογιάννη, με όλες τις υποσημειώσεις για τη φτώχεια και την ορφάνια του. "Θα τον ιδώ, κι αν μ' αρέσει θα σου πω", είπε στην κυρά Αρχοντία, την προξενήτρα.

Μια Κυριακή απόγευμα έδωσαν λόγο, τη μεθεπόμενη Κυριακή παντρεύτηκαν. Με νυφικό δανεικό από μια γειτόνισσα.

Πήγαν να μείνουν σε ένα χαμόσπιτο που φιλοτιμήθηκε να τους παραχωρήσει ο μπάρμπα Λούκας, έχοντας φροντίσει προηγουμένως να πάρει στην κυριότητά του όλη την περιουσία των συχωρεμένων των γονιών του Σπυρογιάννη, ελάχιστη αδικία μπροστά στο άδικο που περίσσευε πάντα στη ζωή του.
Χώμα είχαν για πάτωμα, χώμα που κάθε πρωί η Γατζία έβρεχε και σκούπιζε. Κάπως έτσι έχασε το πρώτο τους παιδί, προσπαθώντας να σηκώσει τον κουβά γεμάτο νερό.

Μόλις μάζεψαν λίγα χρήματα, κι έχοντας ήδη κάνει τέσσερα παιδιά, έφυγαν για την Αθήνα.
Ο Σπυρογιάννης έπιασε δουλειά στην οικοδομή, η Γατζία στο σπίτι. Όχι ότι μπορούσε να κάνει και πολλά, τα προβλήματα υγείας της την ανάγκασαν να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Μια το γοφό της, μια τα μάτια της, μια οι αρθρώσεις των χεριών της.
Σε μονόκλινο με δικιά της τουαλέτα την έβαζε πάντα ο Σπυρογιάννης.

Πίσω στο σπίτι, τους μήνες που η Γατζία νοσηλευόταν, τις ευθύνες τις αναλάμβανε η μεγάλη τους κόρη. Αλλά και όταν η Γατζία δε νοσηλευόταν, πάλι η μεγάλη κόρη αναλάμβανε, αφού η μάνα της όλο και κάπου θα πονούσε. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, ξεσκόνισμα, ψώνια, την γκρίνια της μάνας της, την τιμωρία που άξιζαν τα μικρότερα αδέλφια της για την ανυπακοή τους, όλα η μεγάλη κόρη τα φορτωνόταν.

Δεν στερήθηκε τη φροντίδα, τη στήριξη, ούτε τις ανέσεις στον έγγαμο βίο της η Γατζία. Είχε όμως πάντα μια πίκρα κι ένα παράπονο που της στερούσε πολλές φορές τις αρετές της υπομονής και της αυτοκυριαρχίας.
Τα παιδιά της δεν τα χάιδεψε ποτέ, ούτε τα εγγόνια της. Τους αντιμετώπιζε όλους με αυστηρότητα, σκληρότητα και κυνισμό, σχεδόν εχθρικά. Μια τρυφερή κουβέντα δεν είχε να πει για κανέναν, μόνο για τον συχωρεμένο τον αδερφό της που "έφυγε" ξαφνικά στα έξι του χρόνια.
Η επιθετική της στάση απέναντι σε όλους αμβλυνόταν μόνο όταν νοσηλευόταν κάποιος συγγενής. Πρώτη έτρεχε στα επισκεπτήρια, τελευταία έφευγε και πάντα φορτωμένη πεσκέσια για τον ασθενή.

Η μεγάλη της εγγονή τη ρώτησε κάποτε, όταν πια η Γατζία είχε γεράσει, μετρούσε ήδη πάνω από μισόν αιώνα κοινής ζωής με τον Σπυρογιάννη κι είχε κιόλας αποκάμει να τσακώνεται με όλους ακόμη και με εκείνη που τη φώναξε πρώτη φορά "γιαγιά".
"Γιαγιά, είχε ποτέ ο παππούς καμιά φιλενάδα;"
"Είχε, την Αρετούσα του, πριν από εμένα. Αλλά αν μπορούσε, ας έπαιρνε εκείνη για γυναίκα του."
Το όνομά της το πρόφερε με ειρωνική αηδία, την υπόλοιπη φράση της την αποτέλειωσε με το ύφος του νικητή, ανασηκώνοντας το πηγούνι, μισοκλείνοντας τα μάτια και κοιτάζοντας αλλού.
"Και όσο ήσασταν παντρεμένοι; Δεν είχε καμία;"
"Και να είχε, τι με ένοιαζε; Τα λεφτά του σε εμένα τα έδινε όλα και κάθε βράδυ στο σπίτι μας κοιμόταν."

Πέθανε πριν από τον Σπυρογιάννη της, στο μονόκλινο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, με τη μεγάλη κόρη της να κοιμάται δίπλα της σε μια πολυθρόνα.
Πέθανε χωρίς κακία στην ψυχή της, μα με την καρδιά της μαθημένη στην σκληρότητα μιας ζωής χωρίς έρωτα.

(Συνεχίζεται...)

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο Ι: Η Αρετή 


Η πιο όμορφη κοπέλα στο Κατάραχο ήταν τότε η Αρετή. Κι από σπίτι πλούσιο. Έβγαινε στη γειτονιά κι όλα τα παλικάρια του χωριού λιγώνονταν στο πέρασμά της.

Ανέμιζαν τα φουστάνια της, πού και πού φαίνονταν από κάτω οι δαντέλες από τα μεσοφόρια της. Τα μαλλιά της πάντα πιασμένα σε σφιχτό κότσο, ποιος θα ήταν άραγε ο τυχερός που θα τα έβλεπε να χύνονται λυτά στην πλάτη της;
Κολαρισμένα κορδελάκια έσφιγγαν τα πουκάμισά της στο στήθος της ως ψηλά στο λαιμό. Και συγκέντρωναν αυτά τα κορδελάκια στους κόμπους τους τον πόθο και το μίσος όλων των νέων αγοριών του χωριού.

Σεργιανούσε η Αρετή καμαρωτή κι αγέρωχη, ήταν όμορφη και το ήξερε. Η αυτογνωσία χωρίς ταπεινότητα είναι κατάρα.

Την έβλεπε κι ο Σπυρογιάννης και μαράζωνε. Από το Κατάραχο και το Μοναστηράκι ως τον Άγιο Νικόλαο και το Πυργί, όλοι γνώριζαν για τον καημό του Σπυρογιάννη. Είχε φτάσει πια κι αυτός σε ηλικία γάμου. Αλλά πώς να σηκώσει το βλέμμα να την κοιτάξει; Ορφανός και φτωχός καθώς ήταν, δεν είχε δικαίωμα ούτε να ονειρευτεί.

Μέρες και νύχτες ξημερωνόταν κάτω από το σπίτι της κι εξημέρωση δεν έβρισκε. Βαρέθηκε κι η Αρετή να ακούει για τον καημό του Σπυρογιάννη κι αποφάσισε να ρίξει αυτή το βλέμμα της πάνω του, έτσι, για να τον βγάλει από τον κόπο.

Τρεις μήνες χαιρόταν τα φιλιά της και μακάριζε την τύχη του που χτένιζε το χείμαρρο των μαλλιών της πίσω από τα σχίνα, πέρα κατά το Ακρωτήρι. Κι ο καημός του αντί να ημερεύει θέριευε. Κι η πείνα του για ένα χάδι τρυφερό δε χόρταινε.

Βαρέθηκε η Αρετή τον ακόρεστο έρωτα του Σπυρογιάννη. Άρχισαν να συρρέουν στο σπίτι της τα προξενιά, είχε κιόλας πατήσει τα είκοσι. Στα πόδια της έπεσε εκείνος, να κλεφτούνε, να φύγουν από το νησί, να ζήσουν μαζί στην Αθήνα. Της ορκίστηκε αφοσίωση παντοτινή, της υποσχέθηκε να μην της λείψει τίποτα. Γιατί μπορεί να μην είχε περιουσίες ο Σπυρογιάννης, ήταν όμως εργατικός.

Ούτε που γύρισε να τον ξανακοιτάξει η Αρετή. Θέλει κουράγιο να ερωτευθείς με την ψυχή σου και πέρα από τον εαυτό σου. Τον απέρριψε με το χειρότερο τρόπο, με τη μισή της αλήθεια, με την αιτιολογία της φτώχειας του.
Εκείνος τη χαστούκισε γενναιόδωρα, με όλη του τη δύναμη, φτηνό αντίτιμο για τη φτήνια της. Ποτέ του δεν ξανασήκωσε χέρι σε κανέναν ο Σπυρογιάννης, κι ας είχε μαζέψει ξύλο πολύ το κορμί του τρία χρόνια στο ορφανοτροφείο κι άλλα πέντε με τον μπάρμπα του τον Λούκα.

Μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια τον χαστούκισε η μεγάλη του κόρη. Δεν έκλαψε, όπως όταν ήταν πέντε χρονών στο ορφανοτροφείο. "Εγώ, παιδί μου, δεν σε χτύπησα ποτέ", της είπε κι από τότε η κόρη του κλαίει εκείνη και για τους δυο τους.

Η Αρετή παντρεύτηκε τον Γεράσιμο Γαβριελάτο, έναν πλούσιο έμπορο από το Αργοστόλι και μετακόμισε εκεί σε ένα ακόμη πιο επιβλητικό αρχοντόσπιτο. Και σεργιανούσε στα καφενεία της παραλίας με τα πλούσια φουστάνια της να ανεμίζουν, αλαμπρατσέτα με τον Γεράσιμο, κι έτρεφε τη φιλαρέσκειά της όσο εκείνος καμάρωνε επιδεικνύοντάς την στο πλάι του.

(Συνεχίζεται...)

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ Ι

Κεφάλαιο IV: Αιωνία τους η μνήμη 


Τα χρόνια πέρασαν, οι πιο πολλοί σχωρέθηκαν. Άλλοι νωρίς κι άλλοι στην ώρα τους. Ο θάνατος είναι άδικος όποτε κι αν κοπιάσει, μα είναι ίσως η μόνη αλήθεια της ζωής μας.

Κουμάντο στις επιχειρήσεις, τώρα, έκανε ο αδερφός μου. Άξιος ήταν, αλλά οι παλιές καλές εποχές για τους Πατρινούς εμπόρους είχαν πια γίνει σχεδόν θρύλος.

Ο θείος Κωνσταντίνος κόντευε πια τα ενενήντα, αλλά δεν του φαινόταν. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε πια στα Βραχναίικα. Στην Πάτρα ερχόταν ελάχιστα,  μόνο για τις γιορτές κι αν τύχαινε να χρειαστεί βοήθεια ο αδερφός μου στις δουλειές του.

Μια Κυριακή απόγευμα γύρισε από τα Βραχναίικα αλλαγμένος. Σκυθρωπός, περίπου στενοχωρημένος. Για πρώτη φορά έβλεπα στο πρόσωπό του ότι αυτός ο άνθρωπος κάτι ένιωθε, έστω και λύπη. Θα τολμούσα να υποθέσω ότι κάποιος είχε πεθάνει, αλλά ποιος; Όλους τους δικούς μας τους είχαμε θάψει και τέτοια στενοχώρια δεν τον είχα δει να περνάει.
Το ίδιο απόγευμα μάς ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να βρει μια γυναίκα να τον βοηθάει και να μένει μαζί του στα Βραχναίικα. Ανακουφίστηκα. Όχι ότι έδειχνε να μην τα καταφέρνει και "μόνος του", αλλά έτσι θα είχα μιαν έγνοια λιγότερη.

Ένα πρωί, μετά από περίπου έξι μήνες, μας τηλεφώνησε η Σβετλάνα. Ο θείος Κωνσταντίνος δεν ξύπνησε.
Συνηθισμένη πια από κηδείες, τα κανόνισα όλα με ψυχραιμία και πήρα ταξί για να πάω στα Βραχναίικα.

Άνοιξα την πόρτα και μου κόπηκε η ανάσα. Μυρωδιά τριαντάφυλλο, γλυκιά και λιγωτική. Το σπίτι τακτοποιημένο με γούστο και μεράκι από χέρι γυναικείο, αλλά όχι εκ Βουλγαρίας. Οι τοίχοι γεμάτοι πίνακες ζωγραφικής. Τις ήξερα καλά αυτές τις πινελιές, λίγο άτσαλες, πού και πού χοντροκομμένες, αλλά δεμένες τελικά όπως έπρεπε. Το ήξερα αυτό το "κατασκευασμένο" πορτοκαλί, από κίτρινο και κόκκινο μαζί.

Μπήκα στην κάμαρά του κι άνοιξα την παλιά ξύλινη ντουλάπα. Η μυρωδιά τριαντάφυλλου κόντεψε τώρα να με πνίξει. Ρούχα γυναικεία, όχι νεανικά, κομψά ταγεράκια και φορέματα, σε μια γωνιά διπλωμένες οι "σάρπες" της, αυτές που φορούσε τα απογεύματα, όταν ζωγραφίζαμε μαζί δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο.

Παντού ιερή αγάπη κι απόκρυφος έρωτας, θαμμένα σε εξοχικές κατακόμβες, μακριά από τα βλέμματα των ανυποψίαστων "καθώς πρέπει" πρωτευουσιάνων.
Και το αείμνηστο ψεύδος της Αγίας Οικογένειας θα δοξάζεται εσαεί στα τρισάγια των τρίπατων αρχοντικών.

Τέλος.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ Ι

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Ο θείος Κωνσταντίνος 


Μικροχήρα έμεινε κι η θεία Ρόζα. Εργατικό ατύχημα, είπαν, κι αυτό μου είχε ακουστεί τόσο ειρωνικό, θυμάμαι, αφού ο θείος Σπύρος ήταν αφεντικό κι όχι εργάτης. 
Ένα πρωί είχε κατέβει στο λιμάνι να παραλάβει ένα φορτίο βαμβάκι. Κόπηκε ο κάβος και του πήρε το κεφάλι. 

Δυο μέρες τον έκλαψε η γιαγιά Αναστασία, την τρίτη μέρα έπιασε να κυνηγάει όλους όσους έπρεπε να πληρώσουν. Και πλήρωσαν, όλοι τους. Τις αποζημιώσεις που έλαβε τις δώρισε στην εκκλησία και στο Σκαγιοπούλειο. Έτσι είχαν όλοι να σχωρνάνε την ψυχή του θείου Σπύρου και να μακαρίζουν τη μεγαλοψυχία της γιαγιάς Αναστασίας.

Η Ρόζα, φυσικά, έφυγε από το τρίπατο. Χωρίς απόγονο Πετρόπουλο δεν είχε θέση εκεί μέσα. "Με το βρακί της ήρθε, με το βρακί της θα φύγει", είπε η γιαγιά Αναστασία κι έφυγε η Ρόζα με μια βαλίτσα στο χέρι. 

Τις ζωγραφιές της έδωσε εντολή να τις πετάξουν. Τα ρούχα της τα έδωσε στην ομάδα αρωγής απόρων της Μητρόπολης. Τα βιβλία της τα δώρισε στη δημοτική βιβλιοθήκη. Έτσι, είχε όλη η Πάτρα, για μια ακόμη φορά, να λέει για τη φιλευσπλαχνία της Αναστασίας Πετροπούλου. 

"Per favore, nona", προσπαθούσα να την πείσω να κρατήσω τουλάχιστον τα βιβλία της επιδεικνύοντας το ζήλο μου για την εκμάθηση των ιταλικών. Άδικος κόπος. Μου έφερε, όμως, δασκάλα στο σπίτι για να συνεχίσω τα μαθήματά μου. Η νέα μου δασκάλα μύριζε κολώνια Μυρτώ.

Τι απέγινε η θεία Ρόζα δε μάθαμε ποτέ κι ούτε τολμούσαμε να ρωτήσουμε. 

Ο θείος Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος μονόχνοτος, κλειστός, χωρίς διασκεδάσεις, χωρίς πολλά πολλά γενικώς. Ανύπαντρος, χωρίς παρέες, ποτέ δεν τον είχα ακούσει να μιλάει για γυναίκες, ποτέ δεν τον είχα δει να χαμογελάει. 

Όταν δεν ήταν στις επιχειρήσεις, κλεινόταν στο γραφείο του ώρες ατελείωτες. Είχε ένα δωμάτιο στο ισόγειο του τρίπατου που το χρησιμοποιούσε μόνο εκείνος, με έπιπλα βαριά και παντού βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία. Κι ήταν το γραφείο του περιοχή απαγορευμένη για τους υπόλοιπους της οικογένειας, ακόμη και για τη γιαγιά Αναστασία. 

Μια εβδομάδα μετά την εκδίωξη της Ρόζας, ο θείος Κωνσταντίνος μάς ανακοίνωσε ότι αγόρασε ένα εξοχικό στα Βραχναίικα για να περνάει τα Σαββατοκύριακά του. Όλοι απορήσαμε, μα δε ρωτήσαμε ποτέ. 

Κι έγινε και το εξοχικό στα Βραχναίικα περιοχή απαγορευμένη για όλους μας. 

(Συνεχίζεται...)