Κεφάλαιο Πρώτο
Το 1980 αποφάσισε ο Ευθύμης να γραφτεί στην Προπαρασκευαστική Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου. Θα παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής και μαρμαρογλυπτικής. Η ιδέα τον είχε συνεπάρει, το ίδιο είχε συνεπάρει και τη σύντροφό του, τη Μαρία.
Με τη Μαρία μετρούσαν ήδη ένα χρόνο σχέσης. Εκείνη έδειχνε πολύ ερωτευμένη. Ο Ευθύμης έδειχνε χαμένος. Αλλά σε όλα του πάντα έτσι έδειχνε, η Μαρία το είχε συνηθίσει. Η δημιουργικότητα, εξάλλου, και η πιο μύχια ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης δε χωράνε στα καλούπια των συνηθισμένων ανθρωπίνων αισθημάτων. Ούτε καν στο καλούπι του ζωοδότη έρωτα.
Ζωοδότης, αλλά και εγωιστής ο έρωτας συνάμα. Κι η Μαρία χαιρόταν, βέβαια, αλλά όχι για την προοπτική της καλλιτεχνικής και επαγγελματικής καταξίωσης του Ευθύμη. Αλλά γιατί ενστικτωδώς πίστευε ότι η απομάκρυνσή του από την Αθήνα και τις παρέες του θα τον έφερνε λίγο πιο κοντά της.
Οι σπουδές του στην Τήνο διακόπηκαν αιφνίδια, έπρεπε να παρουσιαστεί φαντάρος. Ο καθηγητής του στη μαρμαρογλυπτική Γιώργος Κουσκουρής, του είπε αποχαιρετώντας τον:
"Ευθύμη, θα είσαι σπουδαίος καλλιτέχνης με ό,τι κι αν καταπιαστείς, αρκεί να καταλάβεις για τι έχεις μεράκι και καημό."
Ο στρατός ήταν για τον Ευθύμη το μοιραίο χτύπημα που τον άφησε σε κωματώδη κατάσταση για πάνω από δυο χρόνια. Δεν ήταν παρών στο γάμο της αδελφής του, δεν ήταν παρών όταν γεννήθηκαν τα δυο ανίψια του. Οι "φυλακές" έπεφταν απανωτές, παρατείνοντας για μέρες και μήνες το μαρτύριό του.
Του ήταν όμως αδύνατον να συνετιστεί. Οποιοσδήποτε άλλος, ίσως περισσότερο έξυπνος ή λιγότερο παθιασμένος, θα σκεφτόταν ορθολογικά κάνοντας υπομονή και χωρίς να ρισκάρει να πληρώσει ακριβά μια στιγμή αντικανονικής κι ανεπίτρεπτης ελευθερίας με δέκα μέρες φυλακή.
Το γράμμα της Μαρίας ήρθε λίγους μήνες αφού είχε παρουσιαστεί στην Ορεστιάδα. Του έγραφε απλά ότι επιθυμούσε να θεωρήσουν τη σχέση τους τελειωμένη. Χωρίς πολλά λόγια ούτε πολλές εξηγήσεις.
Ο Ευθύμης έμοιαζε να μη νοιάζεται πια για τίποτα και φερόταν σα να ήταν η θητεία του να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Το μόνο που άξιζε να πετυχαίνει στη διάρκεια αυτής της στρατιωτικής αιωνιότητας ήταν η παράβαση των κανόνων, που του έδινε μια ψευδαίσθηση γενναιότητας και παρέτεινε τη δέσμευσή του να τιμήσει και να υπηρετήσει την πατρίδα.
Περίπου βολεμένος στην ασφαλή συνήθεια των δεσμών ενός γάμου, που δεν έχει ανάγκη από αληθινά γενναίες πράξεις για να δικαιωθεί, αλλά που έχει ανάγκη από ακίνδυνα ξεσπάσματα ψευτοτσαμπουκά για να αναζωογονηθεί.
Η ερωτική του σχέση είχε λήξει. Η μόνη σχέση που του απέμενε ήταν αυτή με τους ανώτερους στρατιωτικούς. Συνέχιζε λοιπόν τα "τσαλιμάκια" του προκαλώντας την οργή τους. Θα μπορούσε να είναι κι αυτή η οργή μια μορφή εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Κάτι σαν το αλάνθαστο ξενοκοίταγμα, το αλατοπίπερο σε κάθε σχέση.
(Συνεχίζεται...)
Το 1980 αποφάσισε ο Ευθύμης να γραφτεί στην Προπαρασκευαστική Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου. Θα παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής και μαρμαρογλυπτικής. Η ιδέα τον είχε συνεπάρει, το ίδιο είχε συνεπάρει και τη σύντροφό του, τη Μαρία.
Με τη Μαρία μετρούσαν ήδη ένα χρόνο σχέσης. Εκείνη έδειχνε πολύ ερωτευμένη. Ο Ευθύμης έδειχνε χαμένος. Αλλά σε όλα του πάντα έτσι έδειχνε, η Μαρία το είχε συνηθίσει. Η δημιουργικότητα, εξάλλου, και η πιο μύχια ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης δε χωράνε στα καλούπια των συνηθισμένων ανθρωπίνων αισθημάτων. Ούτε καν στο καλούπι του ζωοδότη έρωτα.
Ζωοδότης, αλλά και εγωιστής ο έρωτας συνάμα. Κι η Μαρία χαιρόταν, βέβαια, αλλά όχι για την προοπτική της καλλιτεχνικής και επαγγελματικής καταξίωσης του Ευθύμη. Αλλά γιατί ενστικτωδώς πίστευε ότι η απομάκρυνσή του από την Αθήνα και τις παρέες του θα τον έφερνε λίγο πιο κοντά της.
Οι σπουδές του στην Τήνο διακόπηκαν αιφνίδια, έπρεπε να παρουσιαστεί φαντάρος. Ο καθηγητής του στη μαρμαρογλυπτική Γιώργος Κουσκουρής, του είπε αποχαιρετώντας τον:
"Ευθύμη, θα είσαι σπουδαίος καλλιτέχνης με ό,τι κι αν καταπιαστείς, αρκεί να καταλάβεις για τι έχεις μεράκι και καημό."
Ο στρατός ήταν για τον Ευθύμη το μοιραίο χτύπημα που τον άφησε σε κωματώδη κατάσταση για πάνω από δυο χρόνια. Δεν ήταν παρών στο γάμο της αδελφής του, δεν ήταν παρών όταν γεννήθηκαν τα δυο ανίψια του. Οι "φυλακές" έπεφταν απανωτές, παρατείνοντας για μέρες και μήνες το μαρτύριό του.
Του ήταν όμως αδύνατον να συνετιστεί. Οποιοσδήποτε άλλος, ίσως περισσότερο έξυπνος ή λιγότερο παθιασμένος, θα σκεφτόταν ορθολογικά κάνοντας υπομονή και χωρίς να ρισκάρει να πληρώσει ακριβά μια στιγμή αντικανονικής κι ανεπίτρεπτης ελευθερίας με δέκα μέρες φυλακή.
Το γράμμα της Μαρίας ήρθε λίγους μήνες αφού είχε παρουσιαστεί στην Ορεστιάδα. Του έγραφε απλά ότι επιθυμούσε να θεωρήσουν τη σχέση τους τελειωμένη. Χωρίς πολλά λόγια ούτε πολλές εξηγήσεις.
Ο Ευθύμης έμοιαζε να μη νοιάζεται πια για τίποτα και φερόταν σα να ήταν η θητεία του να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Το μόνο που άξιζε να πετυχαίνει στη διάρκεια αυτής της στρατιωτικής αιωνιότητας ήταν η παράβαση των κανόνων, που του έδινε μια ψευδαίσθηση γενναιότητας και παρέτεινε τη δέσμευσή του να τιμήσει και να υπηρετήσει την πατρίδα.
Περίπου βολεμένος στην ασφαλή συνήθεια των δεσμών ενός γάμου, που δεν έχει ανάγκη από αληθινά γενναίες πράξεις για να δικαιωθεί, αλλά που έχει ανάγκη από ακίνδυνα ξεσπάσματα ψευτοτσαμπουκά για να αναζωογονηθεί.
Η ερωτική του σχέση είχε λήξει. Η μόνη σχέση που του απέμενε ήταν αυτή με τους ανώτερους στρατιωτικούς. Συνέχιζε λοιπόν τα "τσαλιμάκια" του προκαλώντας την οργή τους. Θα μπορούσε να είναι κι αυτή η οργή μια μορφή εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Κάτι σαν το αλάνθαστο ξενοκοίταγμα, το αλατοπίπερο σε κάθε σχέση.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου