Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙΙ: ΤΟ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ

Κεφάλαιο Δεύτερο


Πίσω στην Αθήνα, οι γονείς του Ευθύμη αγωνιούσαν. Ήταν όμως πια αργά, μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια να τον πιέσουν ή να τον νουθετήσουν. Άνθρωποι του μεροκάματου ήταν, αγράμματοι, τον αγαπούσαν φυσικά τον γιο τους και περίμεναν πολλά από αυτόν, δεν τον κατεύθυναν όμως ποτέ, τον άφησαν να διαλέξει μόνος του.
Κι ο Ευθύμης διάλεξε μόνος του κι ελεύθερα το δρόμο της μοναχικότητας και της τέχνης. Και τελικά, το δρόμο της αυτοτιμωρίας και της αυταπάρνησης.

Η θητεία τελείωσε, επέστρεψε στο πατρικό του, όχι όμως και στη Σχολή της Τήνου. Η απογοήτευση κι η ματαιότητα είχαν ριζώσει μέσα του μια για πάντα.

Νοίκιασε μια γκαρσονιέρα δίπλα από το διαμέρισμα που έμεναν οι γονείς του και την έκανε εργαστήρι. Ζωγράφιζε συνέχεια, χωρίς κάποιο οικονομικό όφελος. Μπορούσε να ζει με ελάχιστα. Κι αυτά τα ελάχιστα, όμως, έπρεπε να του τα παρέχουν άλλοι. Πού και πού πήγαινε για κάνα μεροκάματο, ίσα για το χαρτζιλίκι του κι έπειτα κλεινόταν πάλι στην γκαρσονιέρα κι ανακάτευε τις μπογιές του.

Η παρέα των δεκαοκτώ του χρόνων είχε σκορπίσει. Ο Γιάννης "ο Τζίσμαν" παντρεύτηκε μια κοπέλα από τη Γουατεμάλα, που γνώρισε σε κάποιες διακοπές στην Αμοργό, κι έφυγε για την Καλιφόρνια. Ο Βαγγέλης "ο Κάντρι" ανέλαβε τη δουλειά του πατέρα του, εργολάβος οικοδόμων, και πλούτιζε. Ο Ανδρέας "ο Ψίρας" παντρεύτηκε κι απέκτησε έναν γιο ο οποίος διαγνώστηκε με κάποιας μορφής αυτισμό.

Με όλους βρισκόταν πού και πού, αλλά όλοι τους πια διάβαιναν τρέχοντας ή αγκομαχώντας τον σπειροειδή δρόμο της ζωής που είχαν διαλέξει, κι ο Ευθύμης παρέμενε οικειοθελώς έγκλειστος στη μικρή γκαρσονιέρα του παρέα με το ταλέντο του.
Όλα τα γνήσια χαρίσματα του ανθρώπου, όμως, χρειάζονται κι αυτά μια συντροφιά για να εξελιχθούν και να ανθίσουν. Χρειάζονται έναν συνομιλητή ή έστω έναν αποδέκτη. Τα χέρια του Εύθυμη μπορούσαν να ζωγραφίσουν, να βάψουν, να σμιλέψουν, να χτίσουν, να επισκευάσουν. Η απιστία του όμως απέναντι στον εαυτό του, τον καταδίκαζε να ζει ακίνητος παρέα με τη γόνιμη στειρότητα των ταλέντων του.

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια, όμοια πολύχρωμες πινελιές σε καβαλέτο, με σουβλάκια "καλαμάκι" στου Κρητικού, μπύρες στην Πανόρμου, και με λίγο απ' όλα τα ναρκωτικά στο λόφο του Στρέφη.

Μόνος του σύντροφος, ο εξίσου μοναχικός και μόνος φίλος του, ο Σταύρος. Ο Σταύρος τελείωσε την Καλων Τεχνών και είχε ήδη διοριστεί. Όλα ήταν πιο εύκολα τότε. Έχοντας λύσει μια για πάντα το οικονομικό του πρόβλημα, ο Σταύρος είχε αγοράσει μια παλιά μονοκατοικία σε έναν παράδρομο της Αχαρνών κι εκεί φιλοξενούσε τον Εύθυμη μερικά βράδια.

Όσο η μοναξιά και των δύο παγιωνόταν στις δεκαετίες των "-άντα", τόσο έδενε η φιλία τους. Ο Σταύρος, πιο κοινωνικός και πτυχιούχος, άρχισε να αναλαμβάνει εργασίες αγιογράφησης σε μικρούς ναούς στην επαρχεία. Σε κάθε δουλειά έπαιρνε μαζί του και τον Εύθυμη, που αν και χωρίς πτυχίο, οι προσωπογραφίες του ήταν αξιοζήλευτες. Εξάλλου, πάντα είχε ανάγκη από λίγα χρήματα, χωρίς να χρειάζεται να υπακούει σε ωράρια και αφεντικά.

Ο Ευθύμης προσπάθησε να κάνει κάνα δυο ακόμη σχέσεις, μετά τη Μαρία. Με τη μία γύρισε όλη την Ευρώπη και χώρισε. Με την άλλη γύρισε όλη την Ελλάδα και χώρισε. Οι γονείς του για πολλά χρόνια κατηγορούσαν τη Μαρία για τη μοναξιά του παιδιού τους. Εκείνος δεν κατηγόρησε ποτέ κανέναν, εκτός από τον εαυτό του.

Η Μαρία, αφού ταχυδρόμησε εκείνο το γράμμα, επισκέφθηκε τον γυναικολόγο της και του ζήτησε να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Κατόπιν, έφυγε για σπουδές ζωγραφικής στο Παρίσι και δε γύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Ο Ευθύμης τα έμαθε αυτά αφού επέστρεψε στην Αθήνα ως "καλός πολίτης".
Κι αυτά τα λίγα, τα έμαθε από τον αδερφό της, τον Σταυρό.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου