Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Ο Σπυρογιάννης 



Πικράθηκε και πείσμωσε ο Σπυρογιάννης κι έβαλε σκοπό να αποδείξει στην Αρετή του για πόσα πράγματα ήταν άξιος.

Μέρα νύχτα δούλευε, και στο Κατάραχο κι αργότερα στην Αθήνα. Την πονούσε τη δουλειά, την είχε μεράκι. Το φιλότιμό του δεν περνούσε απαρατήρητο. Ως και τα στραβωμένα καρφιά μάζευε κάθε φορά που ξεκαλούπωνε, τα ίσιωνε και τα ξαναχρησιμοποιούσε.

Το βράδυ που γυρνούσε στο σπίτι, έβγαζε από την τσέπη του ένα μάτσο τα χρήματα και τα πετούσε όπου έβρισκε. Έτρεχαν τα τέσσερα παιδιά του, τα μάζευαν και τα έδιναν στη Γατζία. Παρά την κούρασή του, είχε κάθε βράδυ όρεξη να βοηθήσει τα παιδιά του στα μαθήματά τους κι υπομονή να χτενίσει τα μακριά μαλλιά της μικρότερης κόρης του που την ταλαιπωρούσαν, αλλά δεν αποφάσιζε να τα κόψει.
«Μπέμπα» τη φώναζε πάντα αυτήν την κόρη, ακόμα κι όταν στα τριάντα πέντε της την καμάρωσε νύφη, ακόμη και τότε, «παντρεύω την μπέμπα μου» έλεγε. Τα παιδιά του δεν τα μάλωσε ποτέ, δεν τα πίεσε ποτέ σε τίποτα, αυτές εξάλλου ήταν αρμοδιότητες της Γατζίας.

Ο εργολάβος, που τον είχε στη δούλεψή του, ήταν άνθρωπος καλός. Έτσι, όταν ο Σπυρογιάννης πέφτοντας από τη σκαλωσιά αναγκάστηκε να μείνει δυο μήνες στο κρεβάτι για να «δέσουν» τα πλευρά του, εκείνος του πήγαινε κάθε μέρα το μεροκάματό του και κάθε Κυριακή τα τρόφιμά για να βγάλουν την εβδομάδα τους. Η οικοδομή πήγαινε καλά, η Αθήνα εκσυγχρονιζόταν κι όλοι οι φτωχοί εσωτερικοί μετανάστες πλούτιζαν.

Κατάφεραν κι αγόρασαν δικό τους διαμέρισμα, σε μια από τις πολυκατοικίες που έχτιζε. Ένα υπόγειο ήταν, που είχε όμως πρόσβαση από το «μπαλκόνι» του στην αυλή του ακάλυπτου. Ο εργολάβος επέμενε να του δώσει ένα άλλο μεγαλύτερο, στον έκτο όροφο. Ο Σπυρογιάννης όμως ήθελε τα παιδιά του να έχουν μιαν αυλή να παίζουν.
Αγόρασαν κι εξοχικό, κι ένα διαμέρισμα στην κάθε κόρη.

Οι κόρες παντρεύτηκαν κι έφυγαν από την Αθήνα. Η μια ξενιτεύτηκε στο εξωτερικό, η άλλη στο εσωτερικό. Τα εγγόνια του τα έβλεπε σπάνια. Οι γιοι του έμειναν ανύπαντροι. Βγήκε στη σύνταξη κι εγκαταστάθηκε στο εξοχικό. Η Γατζία πηγαινοερχόταν μία σε εκείνον, μία στην Αθήνα για να φροντίζει, όσο μπορούσε, το νοικοκυριό των ανύπαντρων γιων τους.

Οι απώλειες, οι αποχωρισμοί, η αδικία, ο κάματος, η απόρριψη, η μοναξιά μέσα σε μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά και πέντε εγγόνια, έφεραν σύντομα τον εθισμό στο αλκοόλ. Κατέβαζε τις μπύρες τη μία μετά την άλλη και πάντα τις τελευταίες σταγόνες τις έχυνε στο χώμα κι έλεγε «Για τους νεκρούς μας.»

Και σ’ όλα τα μεθύσια του, την «Αρετούσα του» θυμόταν και μελετούσε. Οι τσακωμοί με τη Γατζία δεν τηρούσαν πια κανένα πρόσχημα. Εκείνος της είχε δώσει μετά από εξήντα χρόνια κοινής ζωής αυτό που της όφειλε κι εκείνη είχε πλέον κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για τα κέρδη της γκρινιάζοντας χωρίς αντίκρισμα. Η φαγωμάρα τους στα ογδόντα τους χρόνια θα μπορούσε να είναι ως και κωμική, οι μεθυσμένοι αναστεναγμοί του Σπυρογιάννη κι η χαιρέκακη απέχθεια της Γατζίας για την Αρετή, όμως, ήταν τραγικοί.

Η μεγάλη του εγγονή τον ρώτησε κάποτε γι’ αυτή την «Αρετούσα του». Τελειώνοντας την εξιστόρηση της είπε: «Κορίτσι μου, να αγαπήσεις στη ζωή σου όσους θες, μα να προσέχεις να μην πληγωθείς ποτέ.»


Φαίνεται, αρκεί στη ζωή του ανθρώπου μια ελάχιστη στιγμή τρυφερότητας από χέρι που ξέρει να αγγίζει πέρα από το δέρμα, για να μείνει για πάντα η αλήθεια του καθενός μας απόστημα σε πληγή ανοιχτή.

Επίλογος 

Ο Σπυρογιάννης, όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, ζει στο εξοχικό του έξω από την Αθήνα και καλωσορίζει τα ενενήντα του χρόνια.
Με τη λιγοστή σύνταξή του έθαψε τη Γατζία, τον μικρό του γιο και συντηρεί τον μεγάλο.
Καταπιάνεται ακόμα με επισκευές που χρειάζεται το σπιτάκι του κάθε τόσο αλλά και με γεωργικές εργασίες.
Το ποτό το έκοψε την ίδια μέρα που βρήκε τον μικρό του γιο νεκρό.
Η από πάντα μεγάλη του καρδιά δείχνει να μεγαλώνει κυριολεκτικά σε όγκο τα τελευταία χρόνια και τα πόδια του πρήζονται κάθε τόσο. Αυτό του στοιχίζει περισσότερο επειδή καταδικάζεται σε ακινησία.
Έχει στήριγμα και συνάδελφο στις δουλειές του τον μεγάλο του εγγονό, που έχει και το όνομά του.
Η ακοή του πια τον έχει εγκαταλείψει, οπότε μιλάει μόνο με τον μεγάλο του γιο και συγκάτοικο και με τον εγγονό του, όποτε τον επισκέπτεται.
Τα τηλεφωνήματα που δέχεται πια από τις κόρες και τα υπόλοιπα εγγόνια του είναι σπάνια, αφού δεν μπορεί να ακούσει τι του λένε κι απλά επαναλαμβάνει ότι είναι καλά και μπορεί να στέκεται όρθιος.
Ίσως τώρα πια να είναι ευτυχισμένος.

Την Αρετή την ξανασυνάντησε κάποτε στο πανηγύρι της Παναγίας τους στο Μοναστηράκι της Κεφαλονιάς. Χήρα και μόνη εκείνη, με τη Γατζία, τους δυο γιους και τον μεγάλο εγγονό του εκείνος.
Φεύγοντας η Αρετή είχε πει σε μια εξαδέλφη της:
"Τι έπαθα να μην πάρω τότε τον Σπυρογιάννη."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου