Κεφάλαιο Τρίτο
Η Δέσποινα, από όταν άρχισε να θυμάται τον εαυτό της, ήταν ερωτευμένη με τον Ευθύμη. Δεν έφταιγε μόνο που ήταν ο πιο γελαστός κι ο πιο αστείος από όλους τους θείους της, πιο πολύ έφταιγαν τα δάχτυλά του. Λεπτά και μακριά, με έντονους κόμπους. Ίσως έφταιγε κι εκείνο το πολύχρωμο τατουάζ πεταλούδα στο στήθος του.
Η Δέσποινα είχε μάθει να μετράει, είχε επίσης μάθει πώς να ανακατεύει μπλε με κόκκινο και λευκό και να πετυχαίνει ένα φωτεινό κοραλλί. Κι αυτό το τελευταίο το έμαθε στην γκαρσονιέρα-εργαστήρι του θείου Εύθυμη. Λίγες μέρες μετά, στον ίδιο χώρο, έμαθε να γράφει το όνομά της με χρώμα κοραλλί κι ανακάλυψε ότι το όνομά της έχει οκτώ γράμματα.
Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού το σχολικό λεωφορείο την άφηνε στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Οι γονείς της δούλευαν ως αργά. Δεν ήξερε ακόμα να υπολογίζει την ώρα, αλλά ήξερε να αναγνωρίζει τα βήματα του Εύθυμη στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Έπεφτε λοιπόν στον καναπέ κι έκανε την κοιμισμένη. Νόμιζε ότι με τα μάτια κλειστά έδειχνε πιο όμορφη.
Κάθε κορίτσι λαχταρά να μετενσαρκωθεί εν ζωή στην πριγκηποπούλα του παραμυθιού. Φαίνεται ότι το Δεσποινάκι λαχταρούσε να γίνει "Ωραία Κοιμωμένη". Έπρεπε να περάσουν τριάντα χρόνια για να της πουν ότι η ψυχή της ακτινοβολεί μόνο μέσα από τα ορθάνοιχτα μάτια της.
Της άρεσε να τον βλέπει να ανακατεύει με υπομονή τα χρώματα κρατώντας το τσιγάρο του στο στόμα. Σαν κολλημένο έμοιαζε στα χείλη του, απορούσε πώς δεν του έπεφτε. Η ίδια, μετά από είκοσι χρόνια κατάποσης πίσσας και νικοτίνης, δεν έχει καταφέρει να το πετύχει αυτό χωρίς να λιώσει το φιλτράκι του στριφτού της.
Από όλους τους Αθηναίους συγγενείς της, ο θείος Ευθύμης μόνο της έλειψε όταν μετακόμισε με τους γονείς της στην επαρχία.
Ευτυχώς, το πείσμα κι η εργατικότητά της την έφεραν πίσω στην Αθήνα ως φοιτήτρια. Η επανένωση με τον θείο Ευθύμη ήταν πανηγυρική. Εκείνος της έβαψε το φοιτητικό της διαμέρισμα, οι τοίχοι λευκό σατινέ - για να γυαλίζουν λίγο - εκτός από τους τοίχους της κουζίνας που τους ήθελε κίτρινο καναρινί, οι πόρτες μπλε και κοραλλί. Εκείνος σχεδίασε και κατασκεύασε το γραφείο και τη βιβλιοθήκη της. Εκείνος την πήγε να αγοράσει την πρώτη της τηλεόραση, ένα τόσο δα κουτί δεκατεσσάρων ιντσών. Εκείνος της έμαθε τους Dire Straits και τους Cocteau Twins, τον "Σταυρό του νότου" και το "Αν" και το "Blues".
Δυο χρόνια μετά την εγγραφή της στη σχολή, κι αφού είχε πια καταλάβει ότι οι μόνες χρήσιμες γνώσεις είναι αυτές που αποκτάς με τις εμπειρίες, του ζήτησε να δοκιμάσει.
"Μην μπλέξεις με ό,τι να 'ναι", της είπε. "Μέχρι εκεί και μόνο ελληνικό. Μακριά από τα αλβανικά. Θα έρθω αύριο να σε πάρω να πάμε στου Σταύρου".
Το σπίτι του Σταύρου, η παλιά μονοκατοικία στον παράδρομο της Αχαρνών, ήταν τόσο ανακαινισμένη όσο χρειαζόταν για να είναι απλοϊκά και βασικά λειτουργική. Κι η Δέσποινα από τότε εκτιμούσε το σεβασμό στο χαρακτήρα των παλιών σπιτιών. Το σαλόνι του έμοιαζε πιο πολύ με ατελιέ. Κι αυτά είναι όλα κι όλα που θυμάται από εκείνη τη βραδιά, γιατί μετά άρχισε να φέρνει βόλτες το τσιγάρο που έστριψε ο Σταύρος κι όλα άρχισαν να θολώνουν ευχάριστα.
Τη διαδρομή της επιστροφής η Δέσποινα την πέρασε ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Εύθυμη. Εκείνος της μιλούσε σε όλη τη διαδρομή, ρωτώντας τη διάφορα, από φόβο μήπως χάσει τις αισθήσεις της. Την ανέβασε στο διαμέρισμά της, της έδωσε να φάει σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου και εκείνος κοιμήθηκε στον καναπέ.
Το πρωί η Δέσποινα του είπε: "Μπαρμπούλη μου, δεν είναι αυτά για εμένα. Δεν καταλαβαίνω πώς καταφέρνετε και διασκεδάζετε μ' αυτά τα τσιγάρα."
Είχε γελάσει ο Ευθύμης μέχρι δακρύων.
Στα είκοσι τέσσερα της ο Ευθύμης τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχία, όπου η Δέσποινα βρήκε δουλειά.
Στα είκοσι πέντε της ταξίδεψε μόνος του οκτώ ώρες για να τη συναντήσει και να τη συνοδεύσει στο πρώτο της μεγάλο οδικό ταξίδι ως νέα οδηγός.
Στα είκοσι εννιά της τη συνόδευσε στο αεροδρόμιο για το πρώτο υπερατλαντικό της ταξίδι.
Στα τριάντα ένα της τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχιακή πόλη, όπου η Δέσποινα αποφάσισε να μετακομίσει επειδή ερωτεύθηκε.
Στα τριάντα τέσσερα της, κι ενώ ήταν επτά μηνών έγκυος, της τηλεφώνησε η μαμά της για να της πει ότι ο θείος Ευθύμης κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε.
(Συνεχίζεται...)
Η Δέσποινα, από όταν άρχισε να θυμάται τον εαυτό της, ήταν ερωτευμένη με τον Ευθύμη. Δεν έφταιγε μόνο που ήταν ο πιο γελαστός κι ο πιο αστείος από όλους τους θείους της, πιο πολύ έφταιγαν τα δάχτυλά του. Λεπτά και μακριά, με έντονους κόμπους. Ίσως έφταιγε κι εκείνο το πολύχρωμο τατουάζ πεταλούδα στο στήθος του.
Η Δέσποινα είχε μάθει να μετράει, είχε επίσης μάθει πώς να ανακατεύει μπλε με κόκκινο και λευκό και να πετυχαίνει ένα φωτεινό κοραλλί. Κι αυτό το τελευταίο το έμαθε στην γκαρσονιέρα-εργαστήρι του θείου Εύθυμη. Λίγες μέρες μετά, στον ίδιο χώρο, έμαθε να γράφει το όνομά της με χρώμα κοραλλί κι ανακάλυψε ότι το όνομά της έχει οκτώ γράμματα.
Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού το σχολικό λεωφορείο την άφηνε στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Οι γονείς της δούλευαν ως αργά. Δεν ήξερε ακόμα να υπολογίζει την ώρα, αλλά ήξερε να αναγνωρίζει τα βήματα του Εύθυμη στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Έπεφτε λοιπόν στον καναπέ κι έκανε την κοιμισμένη. Νόμιζε ότι με τα μάτια κλειστά έδειχνε πιο όμορφη.
Κάθε κορίτσι λαχταρά να μετενσαρκωθεί εν ζωή στην πριγκηποπούλα του παραμυθιού. Φαίνεται ότι το Δεσποινάκι λαχταρούσε να γίνει "Ωραία Κοιμωμένη". Έπρεπε να περάσουν τριάντα χρόνια για να της πουν ότι η ψυχή της ακτινοβολεί μόνο μέσα από τα ορθάνοιχτα μάτια της.
Της άρεσε να τον βλέπει να ανακατεύει με υπομονή τα χρώματα κρατώντας το τσιγάρο του στο στόμα. Σαν κολλημένο έμοιαζε στα χείλη του, απορούσε πώς δεν του έπεφτε. Η ίδια, μετά από είκοσι χρόνια κατάποσης πίσσας και νικοτίνης, δεν έχει καταφέρει να το πετύχει αυτό χωρίς να λιώσει το φιλτράκι του στριφτού της.
Από όλους τους Αθηναίους συγγενείς της, ο θείος Ευθύμης μόνο της έλειψε όταν μετακόμισε με τους γονείς της στην επαρχία.
Ευτυχώς, το πείσμα κι η εργατικότητά της την έφεραν πίσω στην Αθήνα ως φοιτήτρια. Η επανένωση με τον θείο Ευθύμη ήταν πανηγυρική. Εκείνος της έβαψε το φοιτητικό της διαμέρισμα, οι τοίχοι λευκό σατινέ - για να γυαλίζουν λίγο - εκτός από τους τοίχους της κουζίνας που τους ήθελε κίτρινο καναρινί, οι πόρτες μπλε και κοραλλί. Εκείνος σχεδίασε και κατασκεύασε το γραφείο και τη βιβλιοθήκη της. Εκείνος την πήγε να αγοράσει την πρώτη της τηλεόραση, ένα τόσο δα κουτί δεκατεσσάρων ιντσών. Εκείνος της έμαθε τους Dire Straits και τους Cocteau Twins, τον "Σταυρό του νότου" και το "Αν" και το "Blues".
Δυο χρόνια μετά την εγγραφή της στη σχολή, κι αφού είχε πια καταλάβει ότι οι μόνες χρήσιμες γνώσεις είναι αυτές που αποκτάς με τις εμπειρίες, του ζήτησε να δοκιμάσει.
"Μην μπλέξεις με ό,τι να 'ναι", της είπε. "Μέχρι εκεί και μόνο ελληνικό. Μακριά από τα αλβανικά. Θα έρθω αύριο να σε πάρω να πάμε στου Σταύρου".
Το σπίτι του Σταύρου, η παλιά μονοκατοικία στον παράδρομο της Αχαρνών, ήταν τόσο ανακαινισμένη όσο χρειαζόταν για να είναι απλοϊκά και βασικά λειτουργική. Κι η Δέσποινα από τότε εκτιμούσε το σεβασμό στο χαρακτήρα των παλιών σπιτιών. Το σαλόνι του έμοιαζε πιο πολύ με ατελιέ. Κι αυτά είναι όλα κι όλα που θυμάται από εκείνη τη βραδιά, γιατί μετά άρχισε να φέρνει βόλτες το τσιγάρο που έστριψε ο Σταύρος κι όλα άρχισαν να θολώνουν ευχάριστα.
Τη διαδρομή της επιστροφής η Δέσποινα την πέρασε ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Εύθυμη. Εκείνος της μιλούσε σε όλη τη διαδρομή, ρωτώντας τη διάφορα, από φόβο μήπως χάσει τις αισθήσεις της. Την ανέβασε στο διαμέρισμά της, της έδωσε να φάει σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου και εκείνος κοιμήθηκε στον καναπέ.
Το πρωί η Δέσποινα του είπε: "Μπαρμπούλη μου, δεν είναι αυτά για εμένα. Δεν καταλαβαίνω πώς καταφέρνετε και διασκεδάζετε μ' αυτά τα τσιγάρα."
Είχε γελάσει ο Ευθύμης μέχρι δακρύων.
Στα είκοσι τέσσερα της ο Ευθύμης τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχία, όπου η Δέσποινα βρήκε δουλειά.
Στα είκοσι πέντε της ταξίδεψε μόνος του οκτώ ώρες για να τη συναντήσει και να τη συνοδεύσει στο πρώτο της μεγάλο οδικό ταξίδι ως νέα οδηγός.
Στα είκοσι εννιά της τη συνόδευσε στο αεροδρόμιο για το πρώτο υπερατλαντικό της ταξίδι.
Στα τριάντα ένα της τη συνόδευσε και την εγκατέστησε σε μια άλλη επαρχιακή πόλη, όπου η Δέσποινα αποφάσισε να μετακομίσει επειδή ερωτεύθηκε.
Στα τριάντα τέσσερα της, κι ενώ ήταν επτά μηνών έγκυος, της τηλεφώνησε η μαμά της για να της πει ότι ο θείος Ευθύμης κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου