Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Γατζία 


Η Γατζία Πιεράτου έμενε με τη χήρα μάνα της και τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια της στο Διγαλέτο. Πολύφερνη νύφη δεν ήταν, ούτε όμορφη, ούτε πλούσια. Φτωχή και με δυσκολία στο βηματισμό από χτύπημα στο γοφό όταν ήταν ακόμη βρέφος κι έπεσε από την κούνια.

Καμπόσοι την είχαν ζητήσει σε γάμο, μα ήταν όλοι τους μεγάλοι σε ηλικία, απελπισμένοι, που στοιχημάτιζαν στην απελπισία της Γατζίας για να έχουν μια φροντίδα στα γεράματά τους.
Τους έδιωχνε όλους. "Ή θα πάρω έναν νέο με το βρακί στον κώλο ή δεν παντρεύομαι καθόλου", έλεγε.
Κι η μάνα της, όμως, αυτή η χήρα που μεγάλωσε μόνη της πέντε παιδιά κι έθαψε ένα έκτο, δεν πήγαινε πίσω. "Κι αν έχω τρεις θυγατέρες, δεν τις έχω για πέταμα."

Της πήγαν, λοιπόν,  της Γατζίας και τα προξενιά για τον Σπυρογιάννη, με όλες τις υποσημειώσεις για τη φτώχεια και την ορφάνια του. "Θα τον ιδώ, κι αν μ' αρέσει θα σου πω", είπε στην κυρά Αρχοντία, την προξενήτρα.

Μια Κυριακή απόγευμα έδωσαν λόγο, τη μεθεπόμενη Κυριακή παντρεύτηκαν. Με νυφικό δανεικό από μια γειτόνισσα.

Πήγαν να μείνουν σε ένα χαμόσπιτο που φιλοτιμήθηκε να τους παραχωρήσει ο μπάρμπα Λούκας, έχοντας φροντίσει προηγουμένως να πάρει στην κυριότητά του όλη την περιουσία των συχωρεμένων των γονιών του Σπυρογιάννη, ελάχιστη αδικία μπροστά στο άδικο που περίσσευε πάντα στη ζωή του.
Χώμα είχαν για πάτωμα, χώμα που κάθε πρωί η Γατζία έβρεχε και σκούπιζε. Κάπως έτσι έχασε το πρώτο τους παιδί, προσπαθώντας να σηκώσει τον κουβά γεμάτο νερό.

Μόλις μάζεψαν λίγα χρήματα, κι έχοντας ήδη κάνει τέσσερα παιδιά, έφυγαν για την Αθήνα.
Ο Σπυρογιάννης έπιασε δουλειά στην οικοδομή, η Γατζία στο σπίτι. Όχι ότι μπορούσε να κάνει και πολλά, τα προβλήματα υγείας της την ανάγκασαν να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Μια το γοφό της, μια τα μάτια της, μια οι αρθρώσεις των χεριών της.
Σε μονόκλινο με δικιά της τουαλέτα την έβαζε πάντα ο Σπυρογιάννης.

Πίσω στο σπίτι, τους μήνες που η Γατζία νοσηλευόταν, τις ευθύνες τις αναλάμβανε η μεγάλη τους κόρη. Αλλά και όταν η Γατζία δε νοσηλευόταν, πάλι η μεγάλη κόρη αναλάμβανε, αφού η μάνα της όλο και κάπου θα πονούσε. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, ξεσκόνισμα, ψώνια, την γκρίνια της μάνας της, την τιμωρία που άξιζαν τα μικρότερα αδέλφια της για την ανυπακοή τους, όλα η μεγάλη κόρη τα φορτωνόταν.

Δεν στερήθηκε τη φροντίδα, τη στήριξη, ούτε τις ανέσεις στον έγγαμο βίο της η Γατζία. Είχε όμως πάντα μια πίκρα κι ένα παράπονο που της στερούσε πολλές φορές τις αρετές της υπομονής και της αυτοκυριαρχίας.
Τα παιδιά της δεν τα χάιδεψε ποτέ, ούτε τα εγγόνια της. Τους αντιμετώπιζε όλους με αυστηρότητα, σκληρότητα και κυνισμό, σχεδόν εχθρικά. Μια τρυφερή κουβέντα δεν είχε να πει για κανέναν, μόνο για τον συχωρεμένο τον αδερφό της που "έφυγε" ξαφνικά στα έξι του χρόνια.
Η επιθετική της στάση απέναντι σε όλους αμβλυνόταν μόνο όταν νοσηλευόταν κάποιος συγγενής. Πρώτη έτρεχε στα επισκεπτήρια, τελευταία έφευγε και πάντα φορτωμένη πεσκέσια για τον ασθενή.

Η μεγάλη της εγγονή τη ρώτησε κάποτε, όταν πια η Γατζία είχε γεράσει, μετρούσε ήδη πάνω από μισόν αιώνα κοινής ζωής με τον Σπυρογιάννη κι είχε κιόλας αποκάμει να τσακώνεται με όλους ακόμη και με εκείνη που τη φώναξε πρώτη φορά "γιαγιά".
"Γιαγιά, είχε ποτέ ο παππούς καμιά φιλενάδα;"
"Είχε, την Αρετούσα του, πριν από εμένα. Αλλά αν μπορούσε, ας έπαιρνε εκείνη για γυναίκα του."
Το όνομά της το πρόφερε με ειρωνική αηδία, την υπόλοιπη φράση της την αποτέλειωσε με το ύφος του νικητή, ανασηκώνοντας το πηγούνι, μισοκλείνοντας τα μάτια και κοιτάζοντας αλλού.
"Και όσο ήσασταν παντρεμένοι; Δεν είχε καμία;"
"Και να είχε, τι με ένοιαζε; Τα λεφτά του σε εμένα τα έδινε όλα και κάθε βράδυ στο σπίτι μας κοιμόταν."

Πέθανε πριν από τον Σπυρογιάννη της, στο μονόκλινο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, με τη μεγάλη κόρη της να κοιμάται δίπλα της σε μια πολυθρόνα.
Πέθανε χωρίς κακία στην ψυχή της, μα με την καρδιά της μαθημένη στην σκληρότητα μιας ζωής χωρίς έρωτα.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου