Αυτήν έπρεπε να τη σκοτώσει.
Γιατί το έβλεπε, αυτή η γυναίκα τον σκότωνε μέρα τη μέρα, σαν καρκίνος στα σωθικά του.
Τον έτρωγε αφήνοντάς τον σακάτη, ευτυχισμένο και λειψό μέσα σε μια πληρότητα που δεν είχε ποτέ τη γενναιότητα να τολμήσει, μα που του περίσσευε πάντα η δειλία να ονειρεύεται.
Δε βιάστηκε, δεν συγχωρούνται οι βιασύνες σε αυτές τις περιπτώσεις.
Έπρεπε να τη σκοτώσει κι έπρεπε να το κάνει να φανεί σαν αυτοκτονία.
Πράγμα εύκολο, αφού εκείνη είχε ήδη αυτοκτονήσει πολλές φορές.
Κανείς δε θα τον κατηγορούσε.
Θα την σκότωνε αργά αργά, όπως τον σκότωνε κι εκείνη.
Κι αφού δεν είχε το θάρρος ούτε το θράσος να ριζώσει μέσα της και να γίνει κι αυτός καρκίνος στα δικά της σωθικά, προτίμησε να γίνει η "παραμύθα" της.
Μόλις εκείνη εθίστηκε στην πρέζα του, την άφησε να χαρμανιάσει για εννέα μέρες και τρεις ώρες.
Την τέταρτη ώρα της δέκατης μέρας της έδωσε μορφίνη.
Μόλις εκείνη εθίστηκε στη μορφίνη, την άφησε να χαρμανιάσει για δεκαέξι μέρες και έντεκα ώρες.
Τη δωδέκατη ώρα της δέκατης έβδομης μέρας της έδωσε μεθαδόνη.
Μόλις εκείνη εθίστηκε και στη μεθαδόνη, την άφησε απλά να χαρμανιάσει μέχρι θανάτου.
Σήκωσε το άψυχο κορμί της στην αγκαλιά του, περήφανος για όσα κατάφερε και για όσα ακόμη είχε να καταφέρει.
Την έθαψε χωρίς καμία τύψη, ούτε για όσους ήταν ούτε για όσους είναι ακόμη.
Στον τάφο της έγραψε:
"Ενθάδε κείται
Το ιερό μίασμα που αγάπησα πιο πάνω από τον εαυτό μου.
Όσες φορές κι αν αναστηθείς, πάλι εγώ θα σε σκοτώσω."

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου