Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Μνήμα ΙΙ

Αυτήν έπρεπε να τη σκοτώσει.

Κινήθηκε ύπουλα, χωρίς ποτέ να κρύψει τις προθέσεις του.

Όταν εκείνη άρχισε να κατανοεί το πεπρωμένο της, πήρε την απόφαση.

Την αγαπούσε τόσο πολύ ώστε να μπορεί να τη μισεί θανάσιμα.
Είχε έρθει η ώρα "στο αίμα να βουτηχτεί πριν ο καιρός τον προφτάσει".

Στην άκρη του γκρεμού στεκόντουσαν κι οι δύο, αλλά κανείς τους δεν τολμούσε να πέσει. Ή μπορεί κιόλας να ήταν από χρόνια αυτόχειρες, οπότε η υπόλοιπη εξιστόρηση δεν θα έχει καμία σημασία.
Το βέβαιο είναι πως κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια, κι εκείνοι, ζωντανοί ή νεκροί, αδρανούσαν μέσα στην αεικινησία του έρωτα.

Της έκοψε το λαιμό με ένα απλό μαχαίρι.
Με μια κίνηση αστραπιαία, κι ας είχαν περάσει αιώνες από τη στιγμή που έσφιξε το μαχαίρι μέχρι τη στιγμή που το χέρι του έφτασε στο λαιμό της.

Λούστηκαν τα πρόσωπά τους στο αίμα της.
Κι έλαμψαν οι σταλαγματιές στα μέτωπά τους, αποκαλύπτοντας "το δρόμο τον απατηλό" του ακατανίκητου έρωτα.

Την έθαψε για να μπορεί να τη θυμάται για πάντα.

Στον τάφο της έγραψε:

"Ενθάδε κείται το τίποτα που ήταν το παν.

Μη με σχωρνάς ποτέ, μα να με          μνημονεύεις πάντα,
               Ο φονιάς του εαυτού του,
               που δεν είχε τη γενναιότητα
               να αυτοκτονήσει. "


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου