Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος ενδέκατο



Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι, κάποτε έπιανε το ποτήρι του ή απασχολούσε τα δάχτυλά του σκαλίζοντας το μεζέ. Το τσιγάρο ακουμπισμένο στο κάτω χείλος, τα μεγάλα φρύδια απλωμένα πάνω από τα θολά του μάτια κι η μεγαλωμένη μα όχι μεγάλη μύτη του κοκκίνιζε ελαφρά στην άκρη της, πάνω στο χλωμό και ζαρωμένο πρόσωπό του.

Ήταν ο κυρίαρχος του χώρου απόψε, αν και μόνος και σιωπηλός. Οι υπόλοιπες παρέες οχλαγωγούσαν με γέλια και συζητήσεις, που μια τόση δα λεξούλα - και ποια άραγε θα ήταν αυτή; - περίμεναν για να γίνουν καυγάδες. Δεν αντιλέγω, προφανώς παρουσιάζει εξέχον ενδιαφέρον για τεμπέληδες πότες - σαν του λόγου μου - η "ωτακοΐα" των συνομιλιών των άλλων θαμώνων. Κάποιες φορές μπορεί να είναι διασκεδαστική, ή κάποιες άλλες διαφωτιστική, κι εν πάση περιπτώσει, ανώδυνη περιένδυση - και διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου - της προσωπικής μας σιωπής κι ακόμα ακόμα της μοναξιάς μας.

Α, τι βράδια είχα περάσει στα νιάτα μου, μόνη ή ακόμα χειρότερα με παρέα, κρυφακούγοντας τις συζητήσεις των διπλανών αγνώστων. Κι ας αναλογιστούμε οι συμπάσχοντες πότε υπήρξαμε περισσότερο ευτυχισμένοι: ακούγοντας μόνοι μας τους παρακείμενους θαμώνες ή ακούγοντάς τους από κοινού με τον σιωπηλό παρακείμενο συνοδό μας; Στιγμές οικτρών συνευρέσεων κι ελεεινών απομακρύνσεων, οι στιγμές που δεν έχουμε πια λέξεις - ή όρεξη να βρούμε λέξεις - για να απευθύνουμε στον διπλανό μας. Γιατί κάποτε σώνεται και το κρασί, σώνεται και το θάμβος, σώνονται κι οι λέξεις. Και τότε αλίμονο! Η μοναξιά είναι αβάσταχτη όταν πρέπει να τη μοιράζεσαι με αυτόν που στη γεννάει.

Θα ήταν όμορφος, σκέφτομαι, στα νιάτα του. Πιθανότατα ξανθός, ίσως γι' αυτό να έχει τώρα η όψη του καλυφθεί από όλες τις αποχρώσεις του γκρίζου. Ως και τα μάτια του είναι γκρίζα. Το παρουσιαστικό του, εκ πρώτης όψεως, μαρτυρά άνδρα προχωρημένης ηλικίας. Όχι όμως κι οι τρόποι του. Έχει βλέμμα ανήσυχο, αδιάκριτο, σχεδόν όσο το δικό μου. Ρουφάει το τσιγάρο του σαν τον έφηβο που βιάζεται να το απολαύσει πριν τον κάνουν τσακωτό οι γονείς του κ την ίδια στιγμή κατεβάζει ως κάτω τον καπνό για να διαστείλει τη στιγμή της άκρατης ευδαιμονίας. Σηκώνει το χέρι, κάνοντας νόημα στον Σαϊμίρ, με τον απαιτητικό αυταρχισμό του παραμελημένου πελάτη και τη ζωτική ανάγκη του παραμελημένου βρέφους. Συνδυάζει αλλόκοτα την εριστικότητα της παιδικής ηλικίας και την ήρεμη αξιοπρέπεια του υπερήλικα.

Ένα συναίσθημα που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω είχε κυριεύσει την ψυχή μου. Μου φαινόταν άσκοπο να προσπαθήσω να φανταστώ τι σκεφτόταν, πολύ δε περισσότερο να αφεθώ να τον τοποθετήσω σε μια ζωή - δική του ή δική μου; - τωρινή ή παρελθοντική. Μια αίσθηση, που δε θα αναλύσω, με εμπόδιζε από το να συγγράψω νοερά την ιστορία αυτού του άνδρα. Κι ήταν αυτό ένα εμπόδιο κατευναστικό, πιο πολύ σαν προστασία, σαν το χέρι της μάνας που κρατάει σφιχτά το παιδί της να μην πέσει, παρά σαν καταδυναστευτική απαγόρευση. Ούτε το παρουσιαστικό του είχα διάθεση να παρατηρήσω λεπτομερώς, τόσο τον είχα κοιτάξει που μου αρκούσε. Ούτε κινητό στο χέρι, ούτε βιβλίο στο τραπέζι, ούτε ματιές διερευνητικές των περιχώρων, ούτε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Ο άνθρωπος αυτός μου μιλούσε με μια καθ' όλα αρμόζουσα και γαλήνια απραξία. Κι αυτό μου χάριζε εντελώς απροσδόκητα ενός είδους απόλαυση κι ανάπαυση. Όπως μια νήνεμη, ανεξερεύνητη ακτή με λευκά βότσαλα και διάφανα νερά μιλάει, με την ομορφιά της, μεγαλόφωνα στην καρδιά μας για το μεγαλείο του Θεού. Ολόκληρη η φύση γύρω μας βοά για το θαύμα, αειπάρθενη, κι εμείς ξοδευόμαστε σε μεγαλοστομίες, βρωμίζοντας τις στιγμές μας, σε μια προσπάθεια να κοινωνήσουμε ή να κατανοήσουμε την ομορφιά. Λόγια θαυμασμού, υποσχέσεις ή αποκαρδιωτικές αναιρέσεις, επεξηγήσεις κι απολογίες, ομολογίες ερώτων, ως κι η ίδια η ποίηση που τόσο υποβοηθητικά λειτουργεί σε όλο αυτό το αέναο τσιμπούσι φθόγγων κι εκφράσεων, όλα μοιάζουν τόσο ατελέσφορα μπροστά στην πιο αληθινή ομορφιά. Και τελικά, αυτό το αίσθημα, που είχε απόψε φωλιάσει στην ψυχή μου, συμπύκνωνε αβίαστα κι άρα αναντίρρητα μία και μόνη έννοια: αυτήν της σιωπής. Ήταν ολόκληρος η αδιαφιλονίκητη σιωπή, που είχε καταφέρει να συνταράξει αίφνης το μυαλό μου, που από χρόνια κώφευε.

Κι αυτό, ως τα τώρα, το είχα για καύχημα. Εννοώ το κωφεύον μυαλό και τη λαλίστατη καρδιά. Αυτό το τόσο κλισέ δίπολο μυαλού και καρδιάς, που όσο το πολεμούμε τόσο μας καταδιώκει. Που όσο το αρνούμαστε με τις επιλογές μας, τόσο αυτό επιστρέφει δριμύτερο. Αν είχαμε δυο μόνο οκάδες σιωπής, να τα κάνουμε να πάψουν και τα δύο, πόσο πιο απλά κι αγνά και μεγαλειωδώς ελάχιστα κι επαρκή θα ήταν όλα; Μια ζωή σαν απάτητο χιόνι. Δυο μάτια έκθαμβα μπρος στις πρωινές δροσοσταλίδες. Ένα χέρι θρασύτατο, χάριν της αθωότητάς του, με ένα ρόδο γεμάτο αγκάθια μπλεγμένο στα δάχτυλα.

Είναι όμως και κάτι σιωπές που φυτρώνουν εκεί που δεν τις σπέρνεις. Και τότε η σκέψη συγκροτείται βάναυσα σε ένα σχήμα ρεαλισμού κι απανθρωπιάς, τόσο ώστε να διαπραχθεί το έγκλημα ανώδυνα και να μη χρειαστεί να αναζητήσουμε άλλοθι στο μέλλον. Είναι το έγκλημα αυτό η απάντηση στην πιο θορυβώδη, ακάλεστη σιωπή. Μου αρέσει να σκέφτομαι αυτή τη στιγμή μου - τη στιγμή που έπρεπε να απαντήσω σε μια τέτοια ανάρμοστη σιωπή, απευθυνόμενη ευθέως σε εμένα - ως τη νίκη μου κόντρα στην άβυσσο. Αφού όλη μας η ζωή είναι μια καταδίκη να αιωρούμαστε στο χείλος του γκρεμού, χωρίς να κάνουμε ποτέ την τελειωτική βουτιά - ή μήπως τελικά την είχα κάνει ήδη; Πόσες αγωνίες δικαιούμαστε και πόσες μας αξίζουν; Πόσες αποφάσεις οφείλουμε και πόσες σβήστηκαν από το τεφτέρι; Αέναα μετέωροι, κυνηγημένοι από λέξεις που ειπώθηκαν και ξεχάστηκαν κι από άλλες που δεν ακούστηκαν ποτέ.

Το ξέρω, δε θα μπορέσω ποτέ να δώσω μια ικανοποιητική εξήγηση για τη φύση των ιδεών μου, αφού όλες τους είναι ακαθόριστες και πάντα εκπορεύονται από κάτι καινούριο, έτσι που οι παρελθοντικές μου γνώσεις καταλήγουν την κρίσιμη στιγμή ανεπαρκείς. Τυχαίες ζαριές, ευτυχώς ερασιτεχνικές και πάντα άτυχες. Αυτή όμως ήταν κι η μεγάλη μου επιτυχία. Χωρίς θεωρίες πιθανοτήτων, χωρίς μεθόδους ανάλυσης των εκφράσεων στα πρόσωπα των αντιπάλων, με μυαλό κωφό - κι ενίοτε κωφάλαλο - όλα ήταν πιθανά. Η καλή μου τύχη έφευγε κλωτσηδόν από μπροστά μου κι έτσι μπορούσα να αντικρίζω το καινούριο σαν ολοκαίνουριο κι αμόλυντο.

Βγήκα στο δρόμο. Το κρύο με χτύπησε αναζωογονητικά στο πρόσωπο. Τον κοίταξα πίσω από το μεγάλο τζάμι της πόρτας. Η βραδιά ήταν ήσυχη, οι δρόμοι άδειοι, κι όμως ήταν η δική του παρουσία μέσα στη βαβούρα του καφενείου, που χάρισε έστω και για λίγο στο μυαλό μου το πολύτιμο δώρο της σιωπής και της άφεσης.

Αντιμέτωπη ξανά με τους δαίμονές μου κατηφόρισα κατά το σπίτι μου. Σκεφτόμουν τις λογιών λογιών σιωπές που μας κατακλύζουν, μας έλκουν ή μας πνίγουν. Οι σιωπές οι συν τω χρόνω, οι ανάρμοστες κι οι βαλσαμώδεις σιωπές.

Άραγε πόσο καλύτερα θα ήμασταν αν δεν είχαν υπάρξει μεταξύ μας όλες αυτές οι λέξεις;
Το βάρος της σιωπής είναι αναλόγως δυσβάσταχτο κι η βαρύτητά της αναλόγως σημαίνουσα των λέξεων που προηγήθηκαν.

Εμένα θα με βοηθήσει η λήθη.

----------

Πηγή έμπνευσης: "Ours is a world of words: Quiet we call "Silence" - which is the merest word of all." (Edgar Allan Poe, "Al Aaraaf", 1829) 

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο


Ολόκληρο εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα περπατούσα στους δρόμους της γειτονιάς. Όταν έπιασε να βραδιάζει για τα καλά πήρα το δρόμο για το καφενείο. Στάθηκα μπροστά από το μισογκρεμισμένο αρχοντικό, πέντε βήματα με χώριζαν από την πόρτα του κυρ-Αναστάση, και δε βιαζόμουν.

 Επιμήκεις ρωγμές αυλάκωναν τους εξωτερικούς τοίχους από ψηλά το πάνω πάτωμα ως κάτω και χάνονταν ανάμεσα στα αγριόχορτα που θέριευαν παντού ένα γύρο. Λες κι όλο αυτό το ρημάδι ακουμπούσε μαλακά πάνω σε ένα παχύ στρώμα πρασινάδας. Ο εξωτερικός σοβάς είχε ευτυχώς εγκαταλείψει τη μάχη με το χρόνο αποκαλύπτοντας σε σημεία διάσπαρτα τη μεγαλοπρεπή πέτρινη τοιχοποιία. Θρασεμένες μολόχες, τσουκνίδες και σπαθόχορτα παντού στην αυλή, ρουφούσαν το σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού, εγκαθιδρύοντας την κυριαρχία τους στο χώρο. Μελανόχρωμα, πλέον, ελλείψει φωτός, αγκάλιαζαν τη γερασμένη οικία από παντού με μιαν άγρια και κτητική τρυφερότητα, αφαιρώντας της – χάρη στις βραδινές σκιές και στην αντίθεση των χρωμάτων – το γκρίζο των καιρών και κάνοντάς τη να μοιάζει πάλλευκη και λαμπερή, τυλιγμένη σε μια μυστηριακή σιωπή.

 Δεν ήταν η πρώτη φορά, προφανώς, που έβλεπα το παλαιό αρχοντικό. Ζώντας, όμως, για χρόνια μέσα στον εαυτό μου, συχνά – όλο και συχνότερα πλέον – βυθιζόμουν σε στοχασμούς ενδελεχείς ακόμα και για – ή από – τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα ή συνηθισμένα συμβάντα. Με άλλα λόγια, μου συνέβαινε να προσηλώνεται η προσοχή μου για αρκετές στιγμές σε μια σκιά όπως έπεφτε σε κάποιον τοίχο, σε ένα φύλλο πεσμένο στο δρόμο, σε μια γάτα που πίνει νερό από έναν νερόλακκο ή σε μια φράση σε ένα βιβλίο. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση μάλιστα, επαναλάμβανα από μέσα μου τις λέξεις που με είχαν εντυπωσιάσει, τόσες φορές, ώσπου στο τέλος έχαναν εντελώς το νόημά τους. Οι αναγωγές που έκανα από αυτές μου τις «παρατηρήσεις» ήταν ασήμαντες κι ανούσιες, πλην όμως πολύ συχνά με οδηγούσαν – σχεδόν εν τη απουσία μου – σε τέλεια σκηνοθετημένες φαντασιώσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο νους μου αντλούσε άκρατη απόλαυση από αυτή την ολιγόλεπτη ρέμβη.

 Με παρόμοιο τρόπο, σκεφτόμουν τώρα, αυτό το θλιβερό ερείπιο που έστεκε εμπρός μου, θα προκαλούσε μελαγχολία ή και ενόχληση σε κάθε περαστικό. Το δικό μου πνεύμα, όμως, προσλάμβανε αυτήν την εικόνα ερημιάς, με έναν τρόπο ποιητικό και ευχάριστο. Τα σπασμένα παράθυρα που έχασκαν σαν άδειες κόγχες ματιών, η μισογκρεμισμένη στέγη που άφηνε να αιωρούνται ξεγυμνωμένα ξύλινα δοκάρια, η στενή αδιάβατη σκάλα που οδηγούσε εξωτερικά στο πάνω πάτωμα, συνέθεταν ένα σκηνικό θλίψης και παγωνιάς. Αντίθετα, στα μάτια μου ξεδιπλωνόταν ένα σκηνικό απαστράπτουσας μνήμης μέσα στο θαμπό παρόν των σύγχρονων τσιμεντένιων όγκων, ένα ορυχείο αστικής ιστορίας. Υπάρχουν, χωρίς αμφιβολία, συνδυασμοί αντικειμένων ή οπτικά ερεθίσματα που μας επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προκαλώντας μας μελαγχολία ή αποστροφή. Σε αυτή την περίπτωση, θα αρκούσε, μάλλον, η εξής δύσκολη νοητική πράξη, προκειμένου να απεμπλακούμε από την όποια ψυχική κατάπτωσή μας: ένας επιμερισμός των στοιχείων αυτών, προκειμένου να ιδωθούν αυτόνομα και άρα εκτός καταθλιπτικού πλαισίου. Ένα παλαιό εγκαταλειμμένο σπίτι, με λογιών λογιών σκουπίδια πεταμένα στην αυλή του, καρέκλες ξεκοιλιασμένες, πλαστικά μπουκάλια ή καμένα στρώματα, προκαλεί αποστροφή. Όχι όμως και τα ίδια αυτά σκουπίδια αν τα αντικρίζαμε σε έναν κάδο απορριμμάτων. Ούτε και το ίδιο το ερείπιο αν κυκλωνόταν από σκαλωσιές υποσχόμενες τον εξωραϊσμό του.

 Στην περίπτωσή μου, αντίθετα, οι αστικοί ερειπιώνες μού προκαλούσαν ασφάλεια και οικειότητα έτσι όπως ήταν, μετατρέποντας αυτή τη θλίψη σε γλυκιά νοσταλγία, χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσω τη λογική ή άλλες νοητικές δεξιότητες – που ούτως ή άλλως μάλλον δε διέθετα. Δεν μιλάω, σε καμία περίπτωση, για την εύκολη και εύπεπτη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου της μιας άλλης εποχής πρωτεύουσας. Απευχόμουν κάθε πιθανότητα αναστήλωσης των ρημαδιών μου, δεν τα ήθελα φρεσκοβαμμένα και λουστραρισμένα, τα ήθελα έτσι απάτητα και ετοιμόρροπα, αν υπήρχε τρόπος να μείνουν για πάντα έτσι χωρίς να σωριαστούν τελείως. Ονειροπαρμένη ή ονειροπόλα, η θέα αυτών των έρημων σπιτιών της πόλης, μου γεννούσε αισθήματα θαυμασμού για την υπέρμετρη ομορφιά τους. Ξεκινώντας από μια απλοϊκή λεπτομέρεια του χώρου, καταπιανόμουν ευθύς με έναν διαλογισμό και κατέληγα άλλοτε να πλάθω ιστορίες για τους ιδιοκτήτες του κι άλλοτε να ξανασυναντάω φράσεις που κάπου, κάποτε, είχα διαβάσει. Για παράδειγμα, η συκιά σε αυτήν την αυλή μπροστά μου φαινόταν να έχει ναρκοθετήσει με τις ρίζες της τα θεμέλια του, έτσι κι αλλιώς, ετοιμόρροπου σπιτιού. Σαν παλιές ερωμένες, που τις θυμάσαι άξαφνα μετά από χρόνια κι από μια αστεία ή ανύπαρκτη αφορμή, ήρθαν στο μυαλό μου αυτές οι λέξεις: «…οι ρίζες δεν είναι για να γυρίζουμε πίσω, είναι για να βγάζουμε κλαριά.»

 Ναι, ήμουν ανέκαθεν επιρρεπής στην αφηρημένη σκέψη.

 Και να, από την εξωτερική σκάλα κατεβαίνει κουστουμαρισμένος ο κύρης του αρχοντικού, φορώντας στενό γιλέκο και σακάκι, από την τσέπη του κρέμεται η λεπτή χρυσή αλυσιδίτσα του ρολογιού του, το λευκό του μαντήλι φέγγει άψογα διπλωμένο λίγο πιο δίπλα από το πέτο του. Μόνος, στην άδεια πόλη τέτοια ώρα, το δίχως άλλο πηγαίνει να διασκεδάσει. Μοιάζει μεγαλέμπορος ή βιομήχανος – πιο κάτω κατά τη θάλασσα τα φουγάρα των εργοστασίων καπνίζουν ακόμη. Η κυρία του σπιτιού έσβησε το φως στην κάμαρα των παιδιών της, τράβηξε λίγο το κουρτινάκι κι ακολούθησε με το βλέμμα τον σύζυγό της να τον ρουφάει η νύχτα με τα μεθύσια και τις κρυφές χαρές της. Παλιότερα ίσως με πίκρα, μα τώρα – μαντεύω – με αγωνία κι ανακούφιση. Το βλέμμα της μεταφέρεται στο μικρό πορτάκι στην πίσω μεριά του κήπου, μια σκιά εμφανίζεται κι αιωρούμενη φτάνει ως την πορτούλα που οδηγεί στο κατώι. Τα βήματά της ακούγονται στην εσωτερική ξύλινη σκάλα, ως κι ο ήχος από το μακρύ ταφταδένιο της φόρεμα όπως το σηκώνει βιαστικά για να προλάβει, η μυστηριώδης σκιά χάνεται στα υπόγεια του σπιτιού. Έτσι λειτουργούν πιο αποδοτικά όλοι οι επιτυχημένοι συνεταιρισμοί: όλη μέρα δουλειά, εμπόρια, παζάρια, οικονομικές συμφωνίες, νοικοκυριό, παιδιά, και το βράδυ διασκέδαση ανάλογα με τα γούστα του καθενός.

 Με τέτοιους τρόπους – ή τερτίπια; - , άφηνα το μέλλον στην ανεμοδαρμένη τύχη του και ξοδευόμουν γαλήνια, στολίζοντας το πληκτικό παρόν, που με περιέβαλε, με τις ονειροπολήσεις του παρελθόντος. Σιωπηλοί μου συνοδοιπόροι ο κάθε μισογκρεμισμένος τοίχος, το κάθε σπασμένο και σαρακοφαγωμένο παντζούρι, η κάθε σκουριασμένη σαθρή καγκελόπορτα.

 Ο ήχος του πλήκτρου της φωτογραφικής μηχανής ενός κινητού πίσω μου διέκοψε βάναυσα την τόσο αποτυχημένα δημιουργική ενασχόλησή μου. Ένας άγνωστος είχε φωτογραφίσει το ερειπωμένο σπίτι, πιθανότατα με την πλάτη μου σε πρώτο πλάνο και τα γκρεμίσματα στο φόντο. Κοιταχτήκαμε για κάμποσο, δε χαμογέλασε, δε συστήθηκε, δε ζήτησε συγγνώμη, για την ακρίβεια δεν κουνήθηκε από τη θέση του ούτε άλλαξε η πραότητα του προσώπου του. Αυτή του η θρασύτατη απάθεια με συντάραξε περισσότερο από την ίδια τη θρασύτατη πράξη του. Όχι επειδή την εξέλαβα ως αγένεια, αλλά επειδή την ένιωσα ως σεβασμό στο μυστηριώδη κι αφανέρωτο διάλογό μου με το ακατοίκητο χάλασμα.

 «Με λένε Στράτο.», είπε στο τέλος. Του είπα κι εγώ το όνομά μου και κίνησα να κάνω αυτά τα τελευταία πέντε βήματα ως το καφενείο. «Μου θύμισε ένα ποίημα του Ασλάνογλου», τον άκουσα να λέει καθώς του γύρισα για δεύτερη φορά – κι εκούσια τώρα – την πλάτη μου. Ή μήπως είπε «μου θύμισες»; Προσπέρασα την πόρτα του καφενείου, χωρίς να παραλείψω να χαιρετήσω τους θαμώνες, που με κοιτούσαν με απορία, κι έτρεξα για το σπίτι μου.

 Υπάρχει, φαίνεται, για τον καθένα μας μια λέξη, ή μια σιωπή, ή ένα ψυχανέμισμα ικανό να γεννήσει αισθήματα τρομακτικής τρυφερότητας, και κατά συνέπεια επικίνδυνης ευαλωτότητας, τόσο που να μας κάνει να το βάλουμε στα πόδια.

 Όμως για πόσο αντέχουμε να τρέχουμε;

 

 

Πηγή έμπνευσης:

 

«ΕΣΥ ΠΟΥ ΜΑΧΕΣΑΙ ΕΦΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ»

 

Μεσ’ από τη μέθη της πόλης που μεγάλωσε, δόσε ξανά

το ίδιο αμάλγαμα από τρυφερό ανθεκτικό ατσάλι

σ’ όσους ψαύουν τη σκόνη του καιρού

δένοντας το παλιό με το καινούριο στην αιώνια χάραξη.

 

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία (1978)

 

 

 

 

 

 

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος ένατο


 

Βγήκα στο δρόμο αφήνοντας την πόρτα της πολυκατοικίας να κλείσει πίσω μου και στάθηκα μια στιγμή να χαζέψω το πλήθος των περαστικών. Η γειτονιά που έμενα, μια ήσυχη συνοικία της Αθήνας, σπάνια γνώριζε τέτοιες μέρες δόξας και κίνησης. Ήταν η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων, και το πανηγύρι της εκκλησίας, δυο τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι μου, είχε φαίνεται φέρει κόσμο στα μέρη μας και από τις γύρω γειτονιές.

 Θυμήθηκα επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις, σε ένα βιβλίο κάποτε, για τη συνήθεια των κατοίκων ενός χωριού στη Βόρεια Ελλάδα. Με το που έμπαινε η άνοιξη – καλή ώρα όπως και τώρα – κάθε χρόνο, έπαιρναν τις ιππήλατες άμαξές τους – κι όσοι δεν κατείχαν τέτοιου είδους μεταφορικό μέσο, νοίκιαζαν ένα για την περίσταση – φορούσαν τα πιο επίσημα ενδύματά τους, και ταξίδευαν ώρες για να διασκεδάσουν στα υπαίθρια πανηγύρια των γειτονικών περιοχών. Η περιγραφή των εθίμων από την χωρίς ήχο, μα κατά τα άλλα λαλίστατη, πένα του συγγραφέα αποτέλεσε για εμένα, τον αναγνώστη, μια τοιχογραφία της ελληνικής υπαίθρου της δεκαετίας του ’50.

 Πληθωρικοί σε κάθε συμπεριφορά τους τσιγγάνοι, που ίδρωναν σε αυτοσχέδιους αγώνες πάλης, «νόστιμες» νεαρές τσιγγάνες, που συνόδευαν τους αρκουδιάρηδες γονείς τους, επιδεικνύοντας τα κάλπικα τιμαλφή τους, πιότερο σε μια προσπάθεια να επιδείξουν τα, στην πρώτη γυναικεία ωριμότητα, στήθη τους. Οι εντόπιοι οργανοπαίχτες και τραγουδιστές σκόρπιοι σε ομάδες από ‘δω κι από ‘κει, κάλυπταν οι μεν τις φωνές των δε, σε ένα παραληρηματικό πανδαιμόνιο. Κόσμος χόρευε μπροστά τους, άλλοι σε μιαν αξιοθαύμαστη προσπάθεια να ακολουθήσουν τον – όποιο – ρυθμό, κι άλλοι απλά χοροπηδώντας ακολουθώντας το κέφι τους. Μεροκαματιάρηδες, κατάκοποι μεσόκοποι με τις οικογένειές τους. Κορίτσια κι αγόρια που πηδούσαν πάνω από φωτιές, με χάρη, νεύρο κι οπωσδήποτε υπερβάλλουσα επιτήδευση, γελώντας και στήνοντας έτσι το δικό τους νυφοπάζαρο, αφήνοντας τις φλόγες να καψαλίζουν τα πόδια τους και τις ερωτικές ματιές να καψαλίζουν τις καρδιές τους. Τα ψημένα κάστανα, το μαλλί της γριάς, η φτωχική πετσέτα στρωμένη στον απόσκιο μιας λεύκας με τη ζουμερή ντομάτα κομμένη πάνω της.

 Η αθωότητα, η απλότητα κι η ολιγάρκεια μιας άλλης εποχής, που συγκινεί η περιγραφή της. Ίσως επειδή το πιο ευγενές διήγημα είναι αυτό που ενεργοποιεί τη φαντασία, που υπερθεματίζει τη νοσταλγία για όσα ζήσαμε και κεντρίζει τη ζήλεια για όσα δεν προλάβαμε. Όμως καμία αφήγηση δεν έχει τη δύναμη να επηρεάσει, ούτε να μείνει στο θυμητικό, αν δε δίνει την αίσθηση μιας αλήθειας που μας αφορά. Τι μεγάλο φορτίο ενοχής, τι βαρύ φορτίο ανικανοποίητων επιθυμιών σηκώνουμε οι άνθρωποι. Σχεδόν όπως τα αποτρόπαια μυστικά που αντιστέκονται στη φρίκη της αποκάλυψής τους. Κι έτσι υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν με την καρδιά απελπισμένη από το άλγος για το παρελθόν, με το λαιμό φραγμένο από το ακατόρθωτο, παίρνοντας την ουσία κάθε ιδανικού κι ανάξιου – και άρα ατιμώρητου κι ακοινολόγητου – εγκλήματος στον τάφο τους.

 Αποφάσισα να λοξοδρομήσω και να μην κατευθυνθώ αμέσως προς το καφενείο του κυρ-Αναστάση. Πήρα το δρόμο κατά την εκκλησία. Ηλικιωμένες γυναίκες περπατούσαν σκυφτές δυο-δυο κρατώντας μικροσκοπικά, γυαλιστερά τσαντάκια, μαυροφορεμένες οι περισσότερες. Φτάνοντας στο προαύλιο έβγαζαν λίγα κέρματα από το πορτοφόλι τους και δυο διπλωμένα χαρτάκια. Τι μαρτυρικός κατευνασμός της αγωνίας του μυαλού κι αυτός! Να εξαρτάται η υγεία των ζώντων κι ανάπαυση της ψυχής των πεθαμένων από τη συγγραφή των ονομάτων τους σε δυο χαρτάκια. Στάθηκα και σκέφτηκα για λίγο τη δική μου ψυχική ιδιομορφία, αυτή που μάλλον με απομάκρυνε από τους άλλους ανθρώπους, και δεν ήταν άλλη από την επίσης μαρτυρική και κατευναστική συνήθεια της εντατικής παρατήρησης και της άοκνης σκέψης.

 Έστριψα και χώθηκα στα γύρω δρομάκια, εκεί που οι πλανόδιοι είχαν απλώσει τις ετερόκλητες πραμάτειες τους. Εκκλησιαστικά είδη, εικόνες αγίων και θυμιάματα που το άρωμά τους ανακατευόταν με το καμένο λάδι του υπαίθριου παρασκευαστηρίου λουκουμάδων πιο κάτω. Καντίνες με σουβλάκια, πάγκοι με φτηνά γυναικεία αξεσουάρ και ψεύτικα κοσμήματα, κι άλλοι ως και με παπούτσια και ρούχα. Και φυσικά μουσικές λογιών λογιών, παράφωνα αλλοιωμένοι ήχοι κλαρίνου από ηχεία της δεκαετίας του ’80, φερέλπιδες ή απελπισμένοι μουσικοί του δρόμου με κιθάρες, και στο βάθος όλων αυτών των ήχων – σαν δεύτερη φωνή σε ντουέτο – οι ψαλμωδίες από τα μεγάφωνα της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων.

 Ένας παππούς αγόραζε στο εγγονάκι του μαλλί της γριάς, προφανώς μόνο και μόνο για να έχει κάτι να κρατάει στο αριστερό του χέρι, αφού στο δεξί κρατούσε ήδη ένα τεράστιο πολύχρωμο γλειφιτζούρι, το οποίο έφερνε κάθε τόσο στη μικρή του γλωσσίτσα, χορταίνοντας τον γηραιό συγγενή του με βλέμματα άφατης ευγνωμοσύνης. Κι αυτός ο τελευταίος ξελιγωνόταν από χαρά κι αγαλλίαση σα να τσιμπολογούσε ο ίδιος το πιο θεσπέσιο γλύκισμα. Το σύγχρονο – με την έννοια του ταυτόχρονου – δίπολο μαρτυρίου και κατευνασμού φανερώθηκε πάλι μπροστά μου: η επιλογή του φέροντα συγκεκριμένη χρηματική αξία τρόπου να δείξεις στον άλλον άνθρωπο την αγάπη σου. Είτε επρόκειτο για ένα πολύτιμο κόσμημα, είτε για ένα πανηγυρτζίδικο ζαχαρωτό, ήταν – για εμένα – τρόπος φτηνός.

 Κι έτσι, αναλογιζόμενη τον τρόπο έκφρασης της αγάπης που θα με ικανοποιούσε – περισσότερο από τη συνήθεια της αδιάκοπης σκέψης, παρά ελπίζοντας ότι θα κατέληγα πλέον σε κάποιον ικανοποιητικό ορισμό – βρέθηκα να στέκομαι πίσω από τρεις κομψές και καλοντυμένες γυναίκες γύρω στα εξήντα. Ήταν με βεβαιότητα η συνομοταξία των καρδιακών γειτόνων. Θα πρέπει να τις ακολουθούσα για λίγη ώρα, γιατί καθώς βρέθηκαν να χαζεύουν μπροστά από έναν πάγκο με κομποσκοίνια, θυμιάματα και σχήματα σταυρών σε διάφορα μεγέθη, θυμάμαι να εκπλήσσομαι από το περήφανο στήσιμο του κορμιού τους, τις λεπτές κινήσεις τους και το υποχρεωμένο, ψευτοευγενικό χαμόγελό τους. Σαν λίγα λεπτά πριν να τις είχα πιάσει στα πράσα να κουτσομπολεύουν με κακεντρέχεια κάποια άλλη, τέταρτη γειτόνισσα. Μπορεί και να είχε πράγματι συμβεί έτσι, ήταν άλλωστε συνήθειό μου να υπνοβατώ ξύπνια, συλλογιζόμενη διάφορα κι αφήνοντας να περνούν – φαινομενικά – απαρατήρητα γεγονότα, που επέστρεφαν κάποτε ως αναπάντεχη ανάμνηση. Όπως κι αν είχε, οι τρεις αυτές γυναίκες εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκε ότι προσποιούνταν τις αξιοπρεπείς. Αν μπορεί ποτέ κανείς να συνταιριάξει την αξιοπρέπεια με την προσποίηση.

 Ζαλίστηκα από την πολυκοσμία. Πήρα το δρόμο για το καφενεδάκι μου. Όλοι τους, οι ευσεβείς προσκυνητές της χάρης των Αγίων και καιροσκόποι καταναλωτές των αγαθών του πανηγυριού – της χάρης των Αγίων και πάλι – είχαν κάτι να μου πουν. Μα μήπως ακόμη κι η ταπεινότερη καρδιά δε γινόταν, υπό το βλέμμα μου, βιβλίο πολυσέλιδο; Άραγε, πώς να φαινόμουν εγώ μέσα στο πλήθος τους; Αν είχε βρεθεί κάποιος να με παρακολουθεί κι εμένα με άκακη περιέργεια, τι θα μπορούσε να σκεφτεί; Μου άρεσε να βαυκαλίζομαι σκεπτόμενη ότι δεν έδινα σε κανέναν το δικαίωμα να με διαβάσει. Κι αυτό μου το επίτευγμα έλεγα ότι το χρωστάω στην επίδειξη της αυτάρκους και ευτυχούς μοναξιάς μου.

 Με ακόμη ένα βαυκάλημα για συντροφιά, άνοιξα την πόρτα του καφενείου. Ο κυρ-Αναστάσης μόλις με είδε σηκώθηκε από την παρέα του κι ήρθε κοντά μου, ο Σαϊμίρ έπιασε να γεμίζει το ποτήρι μου, κι όλοι καλωσόρισαν την άσωτη με φωνές και χαμόγελα.

 ----------

Πηγή έμπνευσης:  “Tout notre mal vient de ne pouvoir être seuls: de là le jeu, le luxe, la dissipation, le vin, les femmes, l’ignorance, la médisance, l’envie, l’oubli de soi-même et de Dieu. ”

(«Επιλογή από τους Χαρακτήρες», Jean de Labruyer, μετάφραση: Ζωγραφίδου – Δάγιου Ελένη, εκδ. Στιγμή, 2004)


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος όγδοο



«Αηδίες!», γράφει ο ποιητής ζώντας τη δική του Οδύσσεια, «ο χρόνος έγινε για να κυλάει, οι έρωτες για να τελειώνουν, η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο.»* Και φαίνεται ότι έτσι όπως είχα βάλει από παλιά σκοπό της ζωής μου να κάνω την ποίηση των άλλων ζωή, έφτασα απόψε στην ηλικία να πραγματώσω κι αυτόν τον αγαπημένο στίχο.

 Όχι ότι οι υπόλοιποι – ευκόλως ή δυσκόλως εκπληρούμενοι, μα πάντως αναμενόμενοι κατά τα ανθρώπινα μέτρα κι άρα αναπόφευκτοι – στόχοι εξέλειπαν από το έως τώρα διάβα μου στον κόσμο τούτο. Θέλω να πω, κάποτε σπούδασα, βρήκα δουλειά, έκανα κι ενάμισι παιδί. Μα η ευτυχία, όπως και η δυστυχία είναι έννοιες πολύμορφες. Το κακό είναι συνέπεια του καλού, σύμφωνα με τους νόμους της ηθικής. Από τη χαρά – το λοιπόν – γεννιέται η θλίψη, σύμφωνα με τους δικούς μου νόμους. Από κάθε τι όμορφο, έβρισκα πάντα έναν τρόπο – σχεδόν σα νοητική άσκηση, στοίχημα του μυαλού ή αποξήρανση της σκέψης – να αποκομίσω μια κατήφεια. Επειδή δεν είναι πάντα αυτό που συμβαίνει, αλλά αυτό που επιτρέπουμε να συμβεί. Με αχνές φαντασιώσεις ή με μια δύναμη – γιατί όχι κι  αδυναμία; - συλλογίζομαι τις σκηνοθετικές και πολλάκις σκηνοθετημένες λεπτομέρειες της κάθε όμορφης στιγμής σε μια διαρρύθμιση ανασχεδιασμένη με φόντο τη θλίψη.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την κάμαρα ενός φτωχικού νοικοκυριού του προπερασμένου αιώνα, τη μοναδική κάμαρα του σπιτιού με το ένα και μοναδικό κρεβάτι στη μία γωνία. Σ’ αυτό το κρεβάτι, λοιπόν, έσμιγε το ζευγάρι, η μάνα γεννούσε τα παιδιά της, τα κοίμιζε, αγωνιούσε πάνω από το εμπύρετο μέτωπό τους. Πάνω σ’ αυτό το ίδιο στρώμα η μάνα πέθαινε κάποτε, ίσως έχοντας ήδη αποκοιμίσει εκεί μια για πάντα κάποιο φιλάσθενο τέκνο της. Χαρές και λύπες γεννιούνται η μια από την άλλη και θανατώνονται η μία από το χέρι της άλλης στην ακινησία της μικρής κάμαρας της ζωής μας.

 Κι εξάλλου, μήπως η σημερινή οδύνη δεν πηγάζει από τη χθεσινή ευτυχία; Μήπως η σημερινή αγωνία δεν είναι ο καρπός της εκπλήρωσης της χθεσινής επιθυμίας; Όλα υπάρχουν μόνο για μια μέρα, ακόμα και τα μνημονευόμενα. Όλα δημιουργούνται από τη μεταβολή και κατόπιν μεταβάλλονται καθεαυτά σε άλλα παρόμοια. Ό,τι υπάρχει είναι ο σπόρος αυτού που θα υπάρξει. Κι αυτό που θα υπάρξει, υπήρχε αθέατο και θαμμένο από τα χέρια της ίδιας της φύσης στο πολυσχιδές χωράφι της ψυχής μας. Κάπως έτσι, το χωράφι της δικής μου ψυχής απέκτησε εκ γενετής ή εξ ασκήσεως την ικανότητα να διαθλά το φως της γαλήνης σε όλες τις αποχρώσεις της θλίψης.

 Η αντίληψη σχετικά με το πέρασμα του χρόνου έχει κάτι το – κατά τη γνώμη μου – παρεξηγημένο. Λέγαμε πάντα, και λέμε ακόμα, ότι η ρουτίνα και το χρονικό διάστημα που δεν τα συντάραξε κανένα ενδιαφέρον γεγονός, φαίνονται ατελείωτα. Τα μουντά χρόνια, όμως, δε διαρκούνε καθόλου. Από το τίποτα στο τίποτα δεν υπάρχει χρόνος, μόνο το κενό. Τα χρόνια όμως που διαβαίνουν ανθισμένα από μια έμπνευση, ένα έναυσμα του νου, από την υλοποίηση μιας ιδέας, από μια συνάντηση ή μια απώλεια, από το πιο θλιβερό μαντάτο, από τη ραγδαία κι ακατάπαυστα αντιμαχόμενη συνύπαρξη χαράς και λύπης, είναι αυτά που φαίνονται ανεξάντλητα και συχνά ανολοκλήρωτα. Είναι το μνημονικό που δίνει αυτήν την απειροσύνη, κι είναι αυτή η απειρία τους – η πηγάζουσα από το ανεκπλήρωτο – που τρέφει το μνημονικό.

«…κι εγώ να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο δρασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού, μονάχα όποιος τα διψάει όλα μπορεί να με προφτάσει.Ό,τι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου, και μόνο καμιά φορά τις νύχτες, θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη.»*

 Ο Σαϊμίρ τα έπινε με τον φίλο του Βανγκούς – Βαγγέλη για τους υπόλοιπους – μακριά από εμένα. Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που ήξερε, χωρίς να γνωρίζει γιατί, ότι έπρεπε να καθίσει στην απέναντι γωνία του καφενείου χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα επάνω μου. Είχα, άλλωστε, παρέα. Τον φίλο μου τον ποιητή, το βιβλίο του ανοιγμένο μπροστά μου, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Δε με είχε ρωτήσει ποτέ, επειδή ήξερε ότι την επόμενη ή τη μεθεπόμενη πάλι μαζί θα τα πίναμε ως αργά, μέχρι να του δώσει ο κυρ – Αναστάσης σχολώντας το μεροκάματο. Δεν ήταν δα ότι έδινα και δικαιώματα, αφού αποτελούσε προσφιλή μου συνήθεια πού και πού να διαβάζω πίνοντας το κρασί μου. Κι ευτυχώς για εμένα, η παρατηρητικότητα – ή μήπως η διακριτικότητα; - του αλλοδαπού φίλου μου δεν έφτανε – ή μήπως έφτανε και περίσσευε; - να σχολιάσει, έστω με τη ματιά του, ότι τη συγκεκριμένη Οδύσσεια τη θυμόμουν μόνο μια φορά το χρόνο.

 Ο Βανγκούς έδειχνε κάτι στο κινητό του χαμογελώντας κι αναζητώντας, σηκώνοντας κάθε τόσο τα μάτια από την οθόνη, το επαινετικό βλέμμα του Σαϊμίρ, την ευαρέσκεια και την επιδοκιμασία του φίλου του γι’ αυτό που του έδειχνε και φώτιζε το πρόσωπό του. Ένα πρόσωπο πρόωρα γερασμένο κι αυτό – όπως του Σαϊμίρ – μα τώρα δα λαμπυρίζον από το λευκό φως της οθόνης κι από μιαν ευδαιμονία αγνώστου, για εμένα, προελεύσεως. Θα μπορούσε να είναι η φωτογραφία μιας κοπέλας, ενός συγγενικού νεογέννητου βρέφους, ενός καινούριου αποκτήματος – ένα όχημα φερειπείν – ή ακόμα ακόμα κι αυτό το ίδιο το αντικείμενο, η συσκευή, όχι ως μέσον επίδειξης, αλλά ως αξιοθέατο με αξιόλογες και πολλαπλές δυνατότητες χρήσης. Αηδίες, λοιπόν! Η όμορφη κοπέλα κάποτε θα περνούσε στη λήθη, το βρέφος θα γινόταν ενήλικος με πάθη και εμπάθειες, το όχημα θα τα έτρωγε τα ψωμιά του κι η συσκευή του κινητού θα καταντούσε – πολύ νωρίτερα από τη συντέλεια όλων των προηγούμενων αξιοθαύμαστων! – παρωχημένης τεχνολογίας.

 Κι ενώ η ματιά μου ήξερε πάντα να απομονώνει τα χαρακτηριστικά κάθε χαρούμενης έκφρασης στα πρόσωπα των άλλων, με τρόπο θεμελιώδη και αποδομητικό, έτσι που να μυρίζομαι ή να οραματίζομαι τα αίτιά της, απόψε το μυαλό μου ραχάτιζε. Δεν ήταν η απλή κι εύκολα προσβάσιμη αίσθηση της ματαιότητας που με έκανε απαθή έως απαξιωτική. Ήταν η βαθειά γνώση, που πανηγύριζα ετησίως τέτοια μέρα, ότι όλα τα τεκταινόμενα του βίου μας υπάρχουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που συμβαίνουν μόνο ως αναμνήσεις. Αναμνήσεις μορφών, άυλων βλεμμάτων, ήχοι μουσικών - αλλά και πιότερο πραγματικών, χειροπιαστών εμπειριών, όπως η ανάμνηση του αναφισβήτητου αγγίγματος - που μοναδικός τους προορισμός είναι να γίνουν θύμησες, φευγαλέες σκιές και συν τω χρόνω αοριστίες ή αβεβαιότητες.

 Άφησα το ορισμένο αντίτιμο της οινοκατανάλωσής μου επάνω στο τραπέζι και με βέβαιο βήμα προχώρησα προς την πόρτα αποχαιρετώντας τους όλους με ένα νεύμα. Αύριο ή μεθαύριο ή ίσως σε ένα μήνα θα τους κερνούσα για τα σημερινά μου γενέθλια. Επειδή δε γιορτάζω αυτά που πέρασαν, ούτε καν αυτά που θα έρθουν. Το μέλλον είναι προβλέψιμο μόνο αφού έχει γίνει. Κι από όσα έγιναν, σημάδι αφήνει μόνο το κακό, κι ίσως δυο στόματα ενωμένα σε μιαν απόγνωση να καταπιούν την άβυσσο και τίποτα λιγότερο.

«Όσα δεν ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν.»*

 

 *Τάσος Λειβαδίτης, «25η Ραψωδία της Οδύσσειας», (εκδ. Κέδρος, 2000)