Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι, κάποτε έπιανε το ποτήρι του ή απασχολούσε τα δάχτυλά του σκαλίζοντας το μεζέ. Το τσιγάρο ακουμπισμένο στο κάτω χείλος, τα μεγάλα φρύδια απλωμένα πάνω από τα θολά του μάτια κι η μεγαλωμένη μα όχι μεγάλη μύτη του κοκκίνιζε ελαφρά στην άκρη της, πάνω στο χλωμό και ζαρωμένο πρόσωπό του.
Ήταν ο κυρίαρχος του χώρου απόψε, αν και μόνος και σιωπηλός. Οι υπόλοιπες παρέες οχλαγωγούσαν με γέλια και συζητήσεις, που μια τόση δα λεξούλα - και ποια άραγε θα ήταν αυτή; - περίμεναν για να γίνουν καυγάδες. Δεν αντιλέγω, προφανώς παρουσιάζει εξέχον ενδιαφέρον για τεμπέληδες πότες - σαν του λόγου μου - η "ωτακοΐα" των συνομιλιών των άλλων θαμώνων. Κάποιες φορές μπορεί να είναι διασκεδαστική, ή κάποιες άλλες διαφωτιστική, κι εν πάση περιπτώσει, ανώδυνη περιένδυση - και διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου - της προσωπικής μας σιωπής κι ακόμα ακόμα της μοναξιάς μας.
Α, τι βράδια είχα περάσει στα νιάτα μου, μόνη ή ακόμα χειρότερα με παρέα, κρυφακούγοντας τις συζητήσεις των διπλανών αγνώστων. Κι ας αναλογιστούμε οι συμπάσχοντες πότε υπήρξαμε περισσότερο ευτυχισμένοι: ακούγοντας μόνοι μας τους παρακείμενους θαμώνες ή ακούγοντάς τους από κοινού με τον σιωπηλό παρακείμενο συνοδό μας; Στιγμές οικτρών συνευρέσεων κι ελεεινών απομακρύνσεων, οι στιγμές που δεν έχουμε πια λέξεις - ή όρεξη να βρούμε λέξεις - για να απευθύνουμε στον διπλανό μας. Γιατί κάποτε σώνεται και το κρασί, σώνεται και το θάμβος, σώνονται κι οι λέξεις. Και τότε αλίμονο! Η μοναξιά είναι αβάσταχτη όταν πρέπει να τη μοιράζεσαι με αυτόν που στη γεννάει.
Θα ήταν όμορφος, σκέφτομαι, στα νιάτα του. Πιθανότατα ξανθός, ίσως γι' αυτό να έχει τώρα η όψη του καλυφθεί από όλες τις αποχρώσεις του γκρίζου. Ως και τα μάτια του είναι γκρίζα. Το παρουσιαστικό του, εκ πρώτης όψεως, μαρτυρά άνδρα προχωρημένης ηλικίας. Όχι όμως κι οι τρόποι του. Έχει βλέμμα ανήσυχο, αδιάκριτο, σχεδόν όσο το δικό μου. Ρουφάει το τσιγάρο του σαν τον έφηβο που βιάζεται να το απολαύσει πριν τον κάνουν τσακωτό οι γονείς του κ την ίδια στιγμή κατεβάζει ως κάτω τον καπνό για να διαστείλει τη στιγμή της άκρατης ευδαιμονίας. Σηκώνει το χέρι, κάνοντας νόημα στον Σαϊμίρ, με τον απαιτητικό αυταρχισμό του παραμελημένου πελάτη και τη ζωτική ανάγκη του παραμελημένου βρέφους. Συνδυάζει αλλόκοτα την εριστικότητα της παιδικής ηλικίας και την ήρεμη αξιοπρέπεια του υπερήλικα.
Ένα συναίσθημα που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω είχε κυριεύσει την ψυχή μου. Μου φαινόταν άσκοπο να προσπαθήσω να φανταστώ τι σκεφτόταν, πολύ δε περισσότερο να αφεθώ να τον τοποθετήσω σε μια ζωή - δική του ή δική μου; - τωρινή ή παρελθοντική. Μια αίσθηση, που δε θα αναλύσω, με εμπόδιζε από το να συγγράψω νοερά την ιστορία αυτού του άνδρα. Κι ήταν αυτό ένα εμπόδιο κατευναστικό, πιο πολύ σαν προστασία, σαν το χέρι της μάνας που κρατάει σφιχτά το παιδί της να μην πέσει, παρά σαν καταδυναστευτική απαγόρευση. Ούτε το παρουσιαστικό του είχα διάθεση να παρατηρήσω λεπτομερώς, τόσο τον είχα κοιτάξει που μου αρκούσε. Ούτε κινητό στο χέρι, ούτε βιβλίο στο τραπέζι, ούτε ματιές διερευνητικές των περιχώρων, ούτε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
Ο άνθρωπος αυτός μου μιλούσε με μια καθ' όλα αρμόζουσα και γαλήνια απραξία. Κι αυτό μου χάριζε εντελώς απροσδόκητα ενός είδους απόλαυση κι ανάπαυση. Όπως μια νήνεμη, ανεξερεύνητη ακτή με λευκά βότσαλα και διάφανα νερά μιλάει, με την ομορφιά της, μεγαλόφωνα στην καρδιά μας για το μεγαλείο του Θεού. Ολόκληρη η φύση γύρω μας βοά για το θαύμα, αειπάρθενη, κι εμείς ξοδευόμαστε σε μεγαλοστομίες, βρωμίζοντας τις στιγμές μας, σε μια προσπάθεια να κοινωνήσουμε ή να κατανοήσουμε την ομορφιά. Λόγια θαυμασμού, υποσχέσεις ή αποκαρδιωτικές αναιρέσεις, επεξηγήσεις κι απολογίες, ομολογίες ερώτων, ως κι η ίδια η ποίηση που τόσο υποβοηθητικά λειτουργεί σε όλο αυτό το αέναο τσιμπούσι φθόγγων κι εκφράσεων, όλα μοιάζουν τόσο ατελέσφορα μπροστά στην πιο αληθινή ομορφιά. Και τελικά, αυτό το αίσθημα, που είχε απόψε φωλιάσει στην ψυχή μου, συμπύκνωνε αβίαστα κι άρα αναντίρρητα μία και μόνη έννοια: αυτήν της σιωπής. Ήταν ολόκληρος η αδιαφιλονίκητη σιωπή, που είχε καταφέρει να συνταράξει αίφνης το μυαλό μου, που από χρόνια κώφευε.
Κι αυτό, ως τα τώρα, το είχα για καύχημα. Εννοώ το κωφεύον μυαλό και τη λαλίστατη καρδιά. Αυτό το τόσο κλισέ δίπολο μυαλού και καρδιάς, που όσο το πολεμούμε τόσο μας καταδιώκει. Που όσο το αρνούμαστε με τις επιλογές μας, τόσο αυτό επιστρέφει δριμύτερο. Αν είχαμε δυο μόνο οκάδες σιωπής, να τα κάνουμε να πάψουν και τα δύο, πόσο πιο απλά κι αγνά και μεγαλειωδώς ελάχιστα κι επαρκή θα ήταν όλα; Μια ζωή σαν απάτητο χιόνι. Δυο μάτια έκθαμβα μπρος στις πρωινές δροσοσταλίδες. Ένα χέρι θρασύτατο, χάριν της αθωότητάς του, με ένα ρόδο γεμάτο αγκάθια μπλεγμένο στα δάχτυλα.
Είναι όμως και κάτι σιωπές που φυτρώνουν εκεί που δεν τις σπέρνεις. Και τότε η σκέψη συγκροτείται βάναυσα σε ένα σχήμα ρεαλισμού κι απανθρωπιάς, τόσο ώστε να διαπραχθεί το έγκλημα ανώδυνα και να μη χρειαστεί να αναζητήσουμε άλλοθι στο μέλλον. Είναι το έγκλημα αυτό η απάντηση στην πιο θορυβώδη, ακάλεστη σιωπή. Μου αρέσει να σκέφτομαι αυτή τη στιγμή μου - τη στιγμή που έπρεπε να απαντήσω σε μια τέτοια ανάρμοστη σιωπή, απευθυνόμενη ευθέως σε εμένα - ως τη νίκη μου κόντρα στην άβυσσο. Αφού όλη μας η ζωή είναι μια καταδίκη να αιωρούμαστε στο χείλος του γκρεμού, χωρίς να κάνουμε ποτέ την τελειωτική βουτιά - ή μήπως τελικά την είχα κάνει ήδη; Πόσες αγωνίες δικαιούμαστε και πόσες μας αξίζουν; Πόσες αποφάσεις οφείλουμε και πόσες σβήστηκαν από το τεφτέρι; Αέναα μετέωροι, κυνηγημένοι από λέξεις που ειπώθηκαν και ξεχάστηκαν κι από άλλες που δεν ακούστηκαν ποτέ.
Το ξέρω, δε θα μπορέσω ποτέ να δώσω μια ικανοποιητική εξήγηση για τη φύση των ιδεών μου, αφού όλες τους είναι ακαθόριστες και πάντα εκπορεύονται από κάτι καινούριο, έτσι που οι παρελθοντικές μου γνώσεις καταλήγουν την κρίσιμη στιγμή ανεπαρκείς. Τυχαίες ζαριές, ευτυχώς ερασιτεχνικές και πάντα άτυχες. Αυτή όμως ήταν κι η μεγάλη μου επιτυχία. Χωρίς θεωρίες πιθανοτήτων, χωρίς μεθόδους ανάλυσης των εκφράσεων στα πρόσωπα των αντιπάλων, με μυαλό κωφό - κι ενίοτε κωφάλαλο - όλα ήταν πιθανά. Η καλή μου τύχη έφευγε κλωτσηδόν από μπροστά μου κι έτσι μπορούσα να αντικρίζω το καινούριο σαν ολοκαίνουριο κι αμόλυντο.
Βγήκα στο δρόμο. Το κρύο με χτύπησε αναζωογονητικά στο πρόσωπο. Τον κοίταξα πίσω από το μεγάλο τζάμι της πόρτας. Η βραδιά ήταν ήσυχη, οι δρόμοι άδειοι, κι όμως ήταν η δική του παρουσία μέσα στη βαβούρα του καφενείου, που χάρισε έστω και για λίγο στο μυαλό μου το πολύτιμο δώρο της σιωπής και της άφεσης.
Αντιμέτωπη ξανά με τους δαίμονές μου κατηφόρισα κατά το σπίτι μου. Σκεφτόμουν τις λογιών λογιών σιωπές που μας κατακλύζουν, μας έλκουν ή μας πνίγουν. Οι σιωπές οι συν τω χρόνω, οι ανάρμοστες κι οι βαλσαμώδεις σιωπές.
Άραγε πόσο καλύτερα θα ήμασταν αν δεν είχαν υπάρξει μεταξύ μας όλες αυτές οι λέξεις;
Το βάρος της σιωπής είναι αναλόγως δυσβάσταχτο κι η βαρύτητά της αναλόγως σημαίνουσα των λέξεων που προηγήθηκαν.
Εμένα θα με βοηθήσει η λήθη.
----------
Πηγή έμπνευσης: "Ours is a world of words: Quiet we call "Silence" - which is the merest word of all." (Edgar Allan Poe, "Al Aaraaf", 1829)



