Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο


Ολόκληρο εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα περπατούσα στους δρόμους της γειτονιάς. Όταν έπιασε να βραδιάζει για τα καλά πήρα το δρόμο για το καφενείο. Στάθηκα μπροστά από το μισογκρεμισμένο αρχοντικό, πέντε βήματα με χώριζαν από την πόρτα του κυρ-Αναστάση, και δε βιαζόμουν.

 Επιμήκεις ρωγμές αυλάκωναν τους εξωτερικούς τοίχους από ψηλά το πάνω πάτωμα ως κάτω και χάνονταν ανάμεσα στα αγριόχορτα που θέριευαν παντού ένα γύρο. Λες κι όλο αυτό το ρημάδι ακουμπούσε μαλακά πάνω σε ένα παχύ στρώμα πρασινάδας. Ο εξωτερικός σοβάς είχε ευτυχώς εγκαταλείψει τη μάχη με το χρόνο αποκαλύπτοντας σε σημεία διάσπαρτα τη μεγαλοπρεπή πέτρινη τοιχοποιία. Θρασεμένες μολόχες, τσουκνίδες και σπαθόχορτα παντού στην αυλή, ρουφούσαν το σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού, εγκαθιδρύοντας την κυριαρχία τους στο χώρο. Μελανόχρωμα, πλέον, ελλείψει φωτός, αγκάλιαζαν τη γερασμένη οικία από παντού με μιαν άγρια και κτητική τρυφερότητα, αφαιρώντας της – χάρη στις βραδινές σκιές και στην αντίθεση των χρωμάτων – το γκρίζο των καιρών και κάνοντάς τη να μοιάζει πάλλευκη και λαμπερή, τυλιγμένη σε μια μυστηριακή σιωπή.

 Δεν ήταν η πρώτη φορά, προφανώς, που έβλεπα το παλαιό αρχοντικό. Ζώντας, όμως, για χρόνια μέσα στον εαυτό μου, συχνά – όλο και συχνότερα πλέον – βυθιζόμουν σε στοχασμούς ενδελεχείς ακόμα και για – ή από – τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα ή συνηθισμένα συμβάντα. Με άλλα λόγια, μου συνέβαινε να προσηλώνεται η προσοχή μου για αρκετές στιγμές σε μια σκιά όπως έπεφτε σε κάποιον τοίχο, σε ένα φύλλο πεσμένο στο δρόμο, σε μια γάτα που πίνει νερό από έναν νερόλακκο ή σε μια φράση σε ένα βιβλίο. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση μάλιστα, επαναλάμβανα από μέσα μου τις λέξεις που με είχαν εντυπωσιάσει, τόσες φορές, ώσπου στο τέλος έχαναν εντελώς το νόημά τους. Οι αναγωγές που έκανα από αυτές μου τις «παρατηρήσεις» ήταν ασήμαντες κι ανούσιες, πλην όμως πολύ συχνά με οδηγούσαν – σχεδόν εν τη απουσία μου – σε τέλεια σκηνοθετημένες φαντασιώσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο νους μου αντλούσε άκρατη απόλαυση από αυτή την ολιγόλεπτη ρέμβη.

 Με παρόμοιο τρόπο, σκεφτόμουν τώρα, αυτό το θλιβερό ερείπιο που έστεκε εμπρός μου, θα προκαλούσε μελαγχολία ή και ενόχληση σε κάθε περαστικό. Το δικό μου πνεύμα, όμως, προσλάμβανε αυτήν την εικόνα ερημιάς, με έναν τρόπο ποιητικό και ευχάριστο. Τα σπασμένα παράθυρα που έχασκαν σαν άδειες κόγχες ματιών, η μισογκρεμισμένη στέγη που άφηνε να αιωρούνται ξεγυμνωμένα ξύλινα δοκάρια, η στενή αδιάβατη σκάλα που οδηγούσε εξωτερικά στο πάνω πάτωμα, συνέθεταν ένα σκηνικό θλίψης και παγωνιάς. Αντίθετα, στα μάτια μου ξεδιπλωνόταν ένα σκηνικό απαστράπτουσας μνήμης μέσα στο θαμπό παρόν των σύγχρονων τσιμεντένιων όγκων, ένα ορυχείο αστικής ιστορίας. Υπάρχουν, χωρίς αμφιβολία, συνδυασμοί αντικειμένων ή οπτικά ερεθίσματα που μας επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προκαλώντας μας μελαγχολία ή αποστροφή. Σε αυτή την περίπτωση, θα αρκούσε, μάλλον, η εξής δύσκολη νοητική πράξη, προκειμένου να απεμπλακούμε από την όποια ψυχική κατάπτωσή μας: ένας επιμερισμός των στοιχείων αυτών, προκειμένου να ιδωθούν αυτόνομα και άρα εκτός καταθλιπτικού πλαισίου. Ένα παλαιό εγκαταλειμμένο σπίτι, με λογιών λογιών σκουπίδια πεταμένα στην αυλή του, καρέκλες ξεκοιλιασμένες, πλαστικά μπουκάλια ή καμένα στρώματα, προκαλεί αποστροφή. Όχι όμως και τα ίδια αυτά σκουπίδια αν τα αντικρίζαμε σε έναν κάδο απορριμμάτων. Ούτε και το ίδιο το ερείπιο αν κυκλωνόταν από σκαλωσιές υποσχόμενες τον εξωραϊσμό του.

 Στην περίπτωσή μου, αντίθετα, οι αστικοί ερειπιώνες μού προκαλούσαν ασφάλεια και οικειότητα έτσι όπως ήταν, μετατρέποντας αυτή τη θλίψη σε γλυκιά νοσταλγία, χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσω τη λογική ή άλλες νοητικές δεξιότητες – που ούτως ή άλλως μάλλον δε διέθετα. Δεν μιλάω, σε καμία περίπτωση, για την εύκολη και εύπεπτη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου της μιας άλλης εποχής πρωτεύουσας. Απευχόμουν κάθε πιθανότητα αναστήλωσης των ρημαδιών μου, δεν τα ήθελα φρεσκοβαμμένα και λουστραρισμένα, τα ήθελα έτσι απάτητα και ετοιμόρροπα, αν υπήρχε τρόπος να μείνουν για πάντα έτσι χωρίς να σωριαστούν τελείως. Ονειροπαρμένη ή ονειροπόλα, η θέα αυτών των έρημων σπιτιών της πόλης, μου γεννούσε αισθήματα θαυμασμού για την υπέρμετρη ομορφιά τους. Ξεκινώντας από μια απλοϊκή λεπτομέρεια του χώρου, καταπιανόμουν ευθύς με έναν διαλογισμό και κατέληγα άλλοτε να πλάθω ιστορίες για τους ιδιοκτήτες του κι άλλοτε να ξανασυναντάω φράσεις που κάπου, κάποτε, είχα διαβάσει. Για παράδειγμα, η συκιά σε αυτήν την αυλή μπροστά μου φαινόταν να έχει ναρκοθετήσει με τις ρίζες της τα θεμέλια του, έτσι κι αλλιώς, ετοιμόρροπου σπιτιού. Σαν παλιές ερωμένες, που τις θυμάσαι άξαφνα μετά από χρόνια κι από μια αστεία ή ανύπαρκτη αφορμή, ήρθαν στο μυαλό μου αυτές οι λέξεις: «…οι ρίζες δεν είναι για να γυρίζουμε πίσω, είναι για να βγάζουμε κλαριά.»

 Ναι, ήμουν ανέκαθεν επιρρεπής στην αφηρημένη σκέψη.

 Και να, από την εξωτερική σκάλα κατεβαίνει κουστουμαρισμένος ο κύρης του αρχοντικού, φορώντας στενό γιλέκο και σακάκι, από την τσέπη του κρέμεται η λεπτή χρυσή αλυσιδίτσα του ρολογιού του, το λευκό του μαντήλι φέγγει άψογα διπλωμένο λίγο πιο δίπλα από το πέτο του. Μόνος, στην άδεια πόλη τέτοια ώρα, το δίχως άλλο πηγαίνει να διασκεδάσει. Μοιάζει μεγαλέμπορος ή βιομήχανος – πιο κάτω κατά τη θάλασσα τα φουγάρα των εργοστασίων καπνίζουν ακόμη. Η κυρία του σπιτιού έσβησε το φως στην κάμαρα των παιδιών της, τράβηξε λίγο το κουρτινάκι κι ακολούθησε με το βλέμμα τον σύζυγό της να τον ρουφάει η νύχτα με τα μεθύσια και τις κρυφές χαρές της. Παλιότερα ίσως με πίκρα, μα τώρα – μαντεύω – με αγωνία κι ανακούφιση. Το βλέμμα της μεταφέρεται στο μικρό πορτάκι στην πίσω μεριά του κήπου, μια σκιά εμφανίζεται κι αιωρούμενη φτάνει ως την πορτούλα που οδηγεί στο κατώι. Τα βήματά της ακούγονται στην εσωτερική ξύλινη σκάλα, ως κι ο ήχος από το μακρύ ταφταδένιο της φόρεμα όπως το σηκώνει βιαστικά για να προλάβει, η μυστηριώδης σκιά χάνεται στα υπόγεια του σπιτιού. Έτσι λειτουργούν πιο αποδοτικά όλοι οι επιτυχημένοι συνεταιρισμοί: όλη μέρα δουλειά, εμπόρια, παζάρια, οικονομικές συμφωνίες, νοικοκυριό, παιδιά, και το βράδυ διασκέδαση ανάλογα με τα γούστα του καθενός.

 Με τέτοιους τρόπους – ή τερτίπια; - , άφηνα το μέλλον στην ανεμοδαρμένη τύχη του και ξοδευόμουν γαλήνια, στολίζοντας το πληκτικό παρόν, που με περιέβαλε, με τις ονειροπολήσεις του παρελθόντος. Σιωπηλοί μου συνοδοιπόροι ο κάθε μισογκρεμισμένος τοίχος, το κάθε σπασμένο και σαρακοφαγωμένο παντζούρι, η κάθε σκουριασμένη σαθρή καγκελόπορτα.

 Ο ήχος του πλήκτρου της φωτογραφικής μηχανής ενός κινητού πίσω μου διέκοψε βάναυσα την τόσο αποτυχημένα δημιουργική ενασχόλησή μου. Ένας άγνωστος είχε φωτογραφίσει το ερειπωμένο σπίτι, πιθανότατα με την πλάτη μου σε πρώτο πλάνο και τα γκρεμίσματα στο φόντο. Κοιταχτήκαμε για κάμποσο, δε χαμογέλασε, δε συστήθηκε, δε ζήτησε συγγνώμη, για την ακρίβεια δεν κουνήθηκε από τη θέση του ούτε άλλαξε η πραότητα του προσώπου του. Αυτή του η θρασύτατη απάθεια με συντάραξε περισσότερο από την ίδια τη θρασύτατη πράξη του. Όχι επειδή την εξέλαβα ως αγένεια, αλλά επειδή την ένιωσα ως σεβασμό στο μυστηριώδη κι αφανέρωτο διάλογό μου με το ακατοίκητο χάλασμα.

 «Με λένε Στράτο.», είπε στο τέλος. Του είπα κι εγώ το όνομά μου και κίνησα να κάνω αυτά τα τελευταία πέντε βήματα ως το καφενείο. «Μου θύμισε ένα ποίημα του Ασλάνογλου», τον άκουσα να λέει καθώς του γύρισα για δεύτερη φορά – κι εκούσια τώρα – την πλάτη μου. Ή μήπως είπε «μου θύμισες»; Προσπέρασα την πόρτα του καφενείου, χωρίς να παραλείψω να χαιρετήσω τους θαμώνες, που με κοιτούσαν με απορία, κι έτρεξα για το σπίτι μου.

 Υπάρχει, φαίνεται, για τον καθένα μας μια λέξη, ή μια σιωπή, ή ένα ψυχανέμισμα ικανό να γεννήσει αισθήματα τρομακτικής τρυφερότητας, και κατά συνέπεια επικίνδυνης ευαλωτότητας, τόσο που να μας κάνει να το βάλουμε στα πόδια.

 Όμως για πόσο αντέχουμε να τρέχουμε;

 

 

Πηγή έμπνευσης:

 

«ΕΣΥ ΠΟΥ ΜΑΧΕΣΑΙ ΕΦΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ»

 

Μεσ’ από τη μέθη της πόλης που μεγάλωσε, δόσε ξανά

το ίδιο αμάλγαμα από τρυφερό ανθεκτικό ατσάλι

σ’ όσους ψαύουν τη σκόνη του καιρού

δένοντας το παλιό με το καινούριο στην αιώνια χάραξη.

 

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία (1978)

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου