Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος όγδοο



«Αηδίες!», γράφει ο ποιητής ζώντας τη δική του Οδύσσεια, «ο χρόνος έγινε για να κυλάει, οι έρωτες για να τελειώνουν, η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο.»* Και φαίνεται ότι έτσι όπως είχα βάλει από παλιά σκοπό της ζωής μου να κάνω την ποίηση των άλλων ζωή, έφτασα απόψε στην ηλικία να πραγματώσω κι αυτόν τον αγαπημένο στίχο.

 Όχι ότι οι υπόλοιποι – ευκόλως ή δυσκόλως εκπληρούμενοι, μα πάντως αναμενόμενοι κατά τα ανθρώπινα μέτρα κι άρα αναπόφευκτοι – στόχοι εξέλειπαν από το έως τώρα διάβα μου στον κόσμο τούτο. Θέλω να πω, κάποτε σπούδασα, βρήκα δουλειά, έκανα κι ενάμισι παιδί. Μα η ευτυχία, όπως και η δυστυχία είναι έννοιες πολύμορφες. Το κακό είναι συνέπεια του καλού, σύμφωνα με τους νόμους της ηθικής. Από τη χαρά – το λοιπόν – γεννιέται η θλίψη, σύμφωνα με τους δικούς μου νόμους. Από κάθε τι όμορφο, έβρισκα πάντα έναν τρόπο – σχεδόν σα νοητική άσκηση, στοίχημα του μυαλού ή αποξήρανση της σκέψης – να αποκομίσω μια κατήφεια. Επειδή δεν είναι πάντα αυτό που συμβαίνει, αλλά αυτό που επιτρέπουμε να συμβεί. Με αχνές φαντασιώσεις ή με μια δύναμη – γιατί όχι κι  αδυναμία; - συλλογίζομαι τις σκηνοθετικές και πολλάκις σκηνοθετημένες λεπτομέρειες της κάθε όμορφης στιγμής σε μια διαρρύθμιση ανασχεδιασμένη με φόντο τη θλίψη.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την κάμαρα ενός φτωχικού νοικοκυριού του προπερασμένου αιώνα, τη μοναδική κάμαρα του σπιτιού με το ένα και μοναδικό κρεβάτι στη μία γωνία. Σ’ αυτό το κρεβάτι, λοιπόν, έσμιγε το ζευγάρι, η μάνα γεννούσε τα παιδιά της, τα κοίμιζε, αγωνιούσε πάνω από το εμπύρετο μέτωπό τους. Πάνω σ’ αυτό το ίδιο στρώμα η μάνα πέθαινε κάποτε, ίσως έχοντας ήδη αποκοιμίσει εκεί μια για πάντα κάποιο φιλάσθενο τέκνο της. Χαρές και λύπες γεννιούνται η μια από την άλλη και θανατώνονται η μία από το χέρι της άλλης στην ακινησία της μικρής κάμαρας της ζωής μας.

 Κι εξάλλου, μήπως η σημερινή οδύνη δεν πηγάζει από τη χθεσινή ευτυχία; Μήπως η σημερινή αγωνία δεν είναι ο καρπός της εκπλήρωσης της χθεσινής επιθυμίας; Όλα υπάρχουν μόνο για μια μέρα, ακόμα και τα μνημονευόμενα. Όλα δημιουργούνται από τη μεταβολή και κατόπιν μεταβάλλονται καθεαυτά σε άλλα παρόμοια. Ό,τι υπάρχει είναι ο σπόρος αυτού που θα υπάρξει. Κι αυτό που θα υπάρξει, υπήρχε αθέατο και θαμμένο από τα χέρια της ίδιας της φύσης στο πολυσχιδές χωράφι της ψυχής μας. Κάπως έτσι, το χωράφι της δικής μου ψυχής απέκτησε εκ γενετής ή εξ ασκήσεως την ικανότητα να διαθλά το φως της γαλήνης σε όλες τις αποχρώσεις της θλίψης.

 Η αντίληψη σχετικά με το πέρασμα του χρόνου έχει κάτι το – κατά τη γνώμη μου – παρεξηγημένο. Λέγαμε πάντα, και λέμε ακόμα, ότι η ρουτίνα και το χρονικό διάστημα που δεν τα συντάραξε κανένα ενδιαφέρον γεγονός, φαίνονται ατελείωτα. Τα μουντά χρόνια, όμως, δε διαρκούνε καθόλου. Από το τίποτα στο τίποτα δεν υπάρχει χρόνος, μόνο το κενό. Τα χρόνια όμως που διαβαίνουν ανθισμένα από μια έμπνευση, ένα έναυσμα του νου, από την υλοποίηση μιας ιδέας, από μια συνάντηση ή μια απώλεια, από το πιο θλιβερό μαντάτο, από τη ραγδαία κι ακατάπαυστα αντιμαχόμενη συνύπαρξη χαράς και λύπης, είναι αυτά που φαίνονται ανεξάντλητα και συχνά ανολοκλήρωτα. Είναι το μνημονικό που δίνει αυτήν την απειροσύνη, κι είναι αυτή η απειρία τους – η πηγάζουσα από το ανεκπλήρωτο – που τρέφει το μνημονικό.

«…κι εγώ να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο δρασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού, μονάχα όποιος τα διψάει όλα μπορεί να με προφτάσει.Ό,τι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου, και μόνο καμιά φορά τις νύχτες, θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη.»*

 Ο Σαϊμίρ τα έπινε με τον φίλο του Βανγκούς – Βαγγέλη για τους υπόλοιπους – μακριά από εμένα. Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια που ήξερε, χωρίς να γνωρίζει γιατί, ότι έπρεπε να καθίσει στην απέναντι γωνία του καφενείου χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα επάνω μου. Είχα, άλλωστε, παρέα. Τον φίλο μου τον ποιητή, το βιβλίο του ανοιγμένο μπροστά μου, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Δε με είχε ρωτήσει ποτέ, επειδή ήξερε ότι την επόμενη ή τη μεθεπόμενη πάλι μαζί θα τα πίναμε ως αργά, μέχρι να του δώσει ο κυρ – Αναστάσης σχολώντας το μεροκάματο. Δεν ήταν δα ότι έδινα και δικαιώματα, αφού αποτελούσε προσφιλή μου συνήθεια πού και πού να διαβάζω πίνοντας το κρασί μου. Κι ευτυχώς για εμένα, η παρατηρητικότητα – ή μήπως η διακριτικότητα; - του αλλοδαπού φίλου μου δεν έφτανε – ή μήπως έφτανε και περίσσευε; - να σχολιάσει, έστω με τη ματιά του, ότι τη συγκεκριμένη Οδύσσεια τη θυμόμουν μόνο μια φορά το χρόνο.

 Ο Βανγκούς έδειχνε κάτι στο κινητό του χαμογελώντας κι αναζητώντας, σηκώνοντας κάθε τόσο τα μάτια από την οθόνη, το επαινετικό βλέμμα του Σαϊμίρ, την ευαρέσκεια και την επιδοκιμασία του φίλου του γι’ αυτό που του έδειχνε και φώτιζε το πρόσωπό του. Ένα πρόσωπο πρόωρα γερασμένο κι αυτό – όπως του Σαϊμίρ – μα τώρα δα λαμπυρίζον από το λευκό φως της οθόνης κι από μιαν ευδαιμονία αγνώστου, για εμένα, προελεύσεως. Θα μπορούσε να είναι η φωτογραφία μιας κοπέλας, ενός συγγενικού νεογέννητου βρέφους, ενός καινούριου αποκτήματος – ένα όχημα φερειπείν – ή ακόμα ακόμα κι αυτό το ίδιο το αντικείμενο, η συσκευή, όχι ως μέσον επίδειξης, αλλά ως αξιοθέατο με αξιόλογες και πολλαπλές δυνατότητες χρήσης. Αηδίες, λοιπόν! Η όμορφη κοπέλα κάποτε θα περνούσε στη λήθη, το βρέφος θα γινόταν ενήλικος με πάθη και εμπάθειες, το όχημα θα τα έτρωγε τα ψωμιά του κι η συσκευή του κινητού θα καταντούσε – πολύ νωρίτερα από τη συντέλεια όλων των προηγούμενων αξιοθαύμαστων! – παρωχημένης τεχνολογίας.

 Κι ενώ η ματιά μου ήξερε πάντα να απομονώνει τα χαρακτηριστικά κάθε χαρούμενης έκφρασης στα πρόσωπα των άλλων, με τρόπο θεμελιώδη και αποδομητικό, έτσι που να μυρίζομαι ή να οραματίζομαι τα αίτιά της, απόψε το μυαλό μου ραχάτιζε. Δεν ήταν η απλή κι εύκολα προσβάσιμη αίσθηση της ματαιότητας που με έκανε απαθή έως απαξιωτική. Ήταν η βαθειά γνώση, που πανηγύριζα ετησίως τέτοια μέρα, ότι όλα τα τεκταινόμενα του βίου μας υπάρχουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που συμβαίνουν μόνο ως αναμνήσεις. Αναμνήσεις μορφών, άυλων βλεμμάτων, ήχοι μουσικών - αλλά και πιότερο πραγματικών, χειροπιαστών εμπειριών, όπως η ανάμνηση του αναφισβήτητου αγγίγματος - που μοναδικός τους προορισμός είναι να γίνουν θύμησες, φευγαλέες σκιές και συν τω χρόνω αοριστίες ή αβεβαιότητες.

 Άφησα το ορισμένο αντίτιμο της οινοκατανάλωσής μου επάνω στο τραπέζι και με βέβαιο βήμα προχώρησα προς την πόρτα αποχαιρετώντας τους όλους με ένα νεύμα. Αύριο ή μεθαύριο ή ίσως σε ένα μήνα θα τους κερνούσα για τα σημερινά μου γενέθλια. Επειδή δε γιορτάζω αυτά που πέρασαν, ούτε καν αυτά που θα έρθουν. Το μέλλον είναι προβλέψιμο μόνο αφού έχει γίνει. Κι από όσα έγιναν, σημάδι αφήνει μόνο το κακό, κι ίσως δυο στόματα ενωμένα σε μιαν απόγνωση να καταπιούν την άβυσσο και τίποτα λιγότερο.

«Όσα δεν ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν.»*

 

 *Τάσος Λειβαδίτης, «25η Ραψωδία της Οδύσσειας», (εκδ. Κέδρος, 2000)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου