Μέρος ένατο
Βγήκα στο δρόμο αφήνοντας την πόρτα της πολυκατοικίας να κλείσει πίσω μου
και στάθηκα μια στιγμή να χαζέψω το πλήθος των περαστικών. Η γειτονιά που
έμενα, μια ήσυχη συνοικία της Αθήνας, σπάνια γνώριζε τέτοιες μέρες δόξας και
κίνησης. Ήταν η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων, και το πανηγύρι της εκκλησίας, δυο
τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι μου, είχε φαίνεται φέρει κόσμο στα μέρη μας και
από τις γύρω γειτονιές.
Θυμήθηκα επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις, σε ένα βιβλίο κάποτε, για τη συνήθεια
των κατοίκων ενός χωριού στη Βόρεια Ελλάδα. Με το που έμπαινε η άνοιξη – καλή
ώρα όπως και τώρα – κάθε χρόνο, έπαιρναν τις ιππήλατες άμαξές τους – κι όσοι
δεν κατείχαν τέτοιου είδους μεταφορικό μέσο, νοίκιαζαν ένα για την περίσταση –
φορούσαν τα πιο επίσημα ενδύματά τους, και ταξίδευαν ώρες για να διασκεδάσουν
στα υπαίθρια πανηγύρια των γειτονικών περιοχών. Η περιγραφή των εθίμων από την
χωρίς ήχο, μα κατά τα άλλα λαλίστατη, πένα του συγγραφέα αποτέλεσε για εμένα,
τον αναγνώστη, μια τοιχογραφία της ελληνικής υπαίθρου της δεκαετίας του ’50.
Πληθωρικοί σε κάθε συμπεριφορά τους τσιγγάνοι, που ίδρωναν σε αυτοσχέδιους
αγώνες πάλης, «νόστιμες» νεαρές τσιγγάνες, που συνόδευαν τους αρκουδιάρηδες
γονείς τους, επιδεικνύοντας τα κάλπικα τιμαλφή τους, πιότερο σε μια προσπάθεια
να επιδείξουν τα, στην πρώτη γυναικεία ωριμότητα, στήθη τους. Οι εντόπιοι
οργανοπαίχτες και τραγουδιστές σκόρπιοι σε ομάδες από ‘δω κι από ‘κει, κάλυπταν
οι μεν τις φωνές των δε, σε ένα παραληρηματικό πανδαιμόνιο. Κόσμος χόρευε
μπροστά τους, άλλοι σε μιαν αξιοθαύμαστη προσπάθεια να ακολουθήσουν τον – όποιο
– ρυθμό, κι άλλοι απλά χοροπηδώντας ακολουθώντας το κέφι τους.
Μεροκαματιάρηδες, κατάκοποι μεσόκοποι με τις οικογένειές τους. Κορίτσια κι
αγόρια που πηδούσαν πάνω από φωτιές, με χάρη, νεύρο κι οπωσδήποτε υπερβάλλουσα
επιτήδευση, γελώντας και στήνοντας έτσι το δικό τους νυφοπάζαρο, αφήνοντας τις
φλόγες να καψαλίζουν τα πόδια τους και τις ερωτικές ματιές να καψαλίζουν τις
καρδιές τους. Τα ψημένα κάστανα, το μαλλί της γριάς, η φτωχική πετσέτα στρωμένη
στον απόσκιο μιας λεύκας με τη ζουμερή ντομάτα κομμένη πάνω της.
Η αθωότητα, η απλότητα κι η ολιγάρκεια μιας άλλης εποχής, που συγκινεί η
περιγραφή της. Ίσως επειδή το πιο ευγενές διήγημα είναι αυτό που ενεργοποιεί τη
φαντασία, που υπερθεματίζει τη νοσταλγία για όσα ζήσαμε και κεντρίζει τη ζήλεια
για όσα δεν προλάβαμε. Όμως καμία αφήγηση δεν έχει τη δύναμη να επηρεάσει, ούτε
να μείνει στο θυμητικό, αν δε δίνει την αίσθηση μιας αλήθειας που μας αφορά. Τι
μεγάλο φορτίο ενοχής, τι βαρύ φορτίο ανικανοποίητων επιθυμιών σηκώνουμε οι άνθρωποι.
Σχεδόν όπως τα αποτρόπαια μυστικά που αντιστέκονται στη φρίκη της αποκάλυψής
τους. Κι έτσι υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν με την καρδιά απελπισμένη από το
άλγος για το παρελθόν, με το λαιμό φραγμένο από το ακατόρθωτο, παίρνοντας την
ουσία κάθε ιδανικού κι ανάξιου – και άρα ατιμώρητου κι ακοινολόγητου –
εγκλήματος στον τάφο τους.
Αποφάσισα να λοξοδρομήσω και να μην κατευθυνθώ αμέσως προς το καφενείο του
κυρ-Αναστάση. Πήρα το δρόμο κατά την εκκλησία. Ηλικιωμένες γυναίκες περπατούσαν
σκυφτές δυο-δυο κρατώντας μικροσκοπικά, γυαλιστερά τσαντάκια, μαυροφορεμένες οι
περισσότερες. Φτάνοντας στο προαύλιο έβγαζαν λίγα κέρματα από το πορτοφόλι τους
και δυο διπλωμένα χαρτάκια. Τι μαρτυρικός κατευνασμός της αγωνίας του μυαλού κι
αυτός! Να εξαρτάται η υγεία των ζώντων κι ανάπαυση της ψυχής των πεθαμένων από
τη συγγραφή των ονομάτων τους σε δυο χαρτάκια. Στάθηκα και σκέφτηκα για λίγο τη
δική μου ψυχική ιδιομορφία, αυτή που μάλλον με απομάκρυνε από τους άλλους
ανθρώπους, και δεν ήταν άλλη από την επίσης μαρτυρική και κατευναστική συνήθεια
της εντατικής παρατήρησης και της άοκνης σκέψης.
Έστριψα και χώθηκα στα γύρω δρομάκια, εκεί που οι πλανόδιοι είχαν απλώσει
τις ετερόκλητες πραμάτειες τους. Εκκλησιαστικά είδη, εικόνες αγίων και
θυμιάματα που το άρωμά τους ανακατευόταν με το καμένο λάδι του υπαίθριου
παρασκευαστηρίου λουκουμάδων πιο κάτω. Καντίνες με σουβλάκια, πάγκοι με φτηνά
γυναικεία αξεσουάρ και ψεύτικα κοσμήματα, κι άλλοι ως και με παπούτσια και
ρούχα. Και φυσικά μουσικές λογιών λογιών, παράφωνα αλλοιωμένοι ήχοι κλαρίνου
από ηχεία της δεκαετίας του ’80, φερέλπιδες ή απελπισμένοι μουσικοί του δρόμου
με κιθάρες, και στο βάθος όλων αυτών των ήχων – σαν δεύτερη φωνή σε ντουέτο –
οι ψαλμωδίες από τα μεγάφωνα της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων.
Ένας παππούς αγόραζε στο εγγονάκι του μαλλί της γριάς, προφανώς μόνο και
μόνο για να έχει κάτι να κρατάει στο αριστερό του χέρι, αφού στο δεξί κρατούσε
ήδη ένα τεράστιο πολύχρωμο γλειφιτζούρι, το οποίο έφερνε κάθε τόσο στη μικρή
του γλωσσίτσα, χορταίνοντας τον γηραιό συγγενή του με βλέμματα άφατης
ευγνωμοσύνης. Κι αυτός ο τελευταίος ξελιγωνόταν από χαρά κι αγαλλίαση σα να
τσιμπολογούσε ο ίδιος το πιο θεσπέσιο γλύκισμα. Το σύγχρονο – με την έννοια του
ταυτόχρονου – δίπολο μαρτυρίου και κατευνασμού φανερώθηκε πάλι μπροστά μου: η
επιλογή του φέροντα συγκεκριμένη χρηματική αξία τρόπου να δείξεις στον άλλον
άνθρωπο την αγάπη σου. Είτε επρόκειτο για ένα πολύτιμο κόσμημα, είτε για ένα
πανηγυρτζίδικο ζαχαρωτό, ήταν – για εμένα – τρόπος φτηνός.
Κι έτσι, αναλογιζόμενη τον τρόπο έκφρασης της αγάπης που θα με ικανοποιούσε
– περισσότερο από τη συνήθεια της αδιάκοπης σκέψης, παρά ελπίζοντας ότι θα
κατέληγα πλέον σε κάποιον ικανοποιητικό ορισμό – βρέθηκα να στέκομαι πίσω από
τρεις κομψές και καλοντυμένες γυναίκες γύρω στα εξήντα. Ήταν με βεβαιότητα η
συνομοταξία των καρδιακών γειτόνων. Θα πρέπει να τις ακολουθούσα για λίγη ώρα,
γιατί καθώς βρέθηκαν να χαζεύουν μπροστά από έναν πάγκο με κομποσκοίνια,
θυμιάματα και σχήματα σταυρών σε διάφορα μεγέθη, θυμάμαι να εκπλήσσομαι από το
περήφανο στήσιμο του κορμιού τους, τις λεπτές κινήσεις τους και το υποχρεωμένο,
ψευτοευγενικό χαμόγελό τους. Σαν λίγα λεπτά πριν να τις είχα πιάσει στα πράσα
να κουτσομπολεύουν με κακεντρέχεια κάποια άλλη, τέταρτη γειτόνισσα. Μπορεί και
να είχε πράγματι συμβεί έτσι, ήταν άλλωστε συνήθειό μου να υπνοβατώ ξύπνια,
συλλογιζόμενη διάφορα κι αφήνοντας να περνούν – φαινομενικά – απαρατήρητα
γεγονότα, που επέστρεφαν κάποτε ως αναπάντεχη ανάμνηση. Όπως κι αν είχε, οι
τρεις αυτές γυναίκες εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκε ότι προσποιούνταν τις αξιοπρεπείς.
Αν μπορεί ποτέ κανείς να συνταιριάξει την αξιοπρέπεια με την προσποίηση.
Ζαλίστηκα από την πολυκοσμία. Πήρα το δρόμο για το καφενεδάκι μου. Όλοι
τους, οι ευσεβείς προσκυνητές της χάρης των Αγίων και καιροσκόποι καταναλωτές
των αγαθών του πανηγυριού – της χάρης των Αγίων και πάλι – είχαν κάτι να μου
πουν. Μα μήπως ακόμη κι η ταπεινότερη καρδιά δε γινόταν, υπό το βλέμμα μου,
βιβλίο πολυσέλιδο; Άραγε, πώς να φαινόμουν εγώ μέσα στο πλήθος τους; Αν είχε
βρεθεί κάποιος να με παρακολουθεί κι εμένα με άκακη περιέργεια, τι θα μπορούσε
να σκεφτεί; Μου άρεσε να βαυκαλίζομαι σκεπτόμενη ότι δεν έδινα σε κανέναν το
δικαίωμα να με διαβάσει. Κι αυτό μου το επίτευγμα έλεγα ότι το χρωστάω στην επίδειξη
της αυτάρκους και ευτυχούς μοναξιάς μου.
Με ακόμη ένα βαυκάλημα για συντροφιά, άνοιξα την πόρτα του καφενείου. Ο κυρ-Αναστάσης
μόλις με είδε σηκώθηκε από την παρέα του κι ήρθε κοντά μου, ο Σαϊμίρ έπιασε να
γεμίζει το ποτήρι μου, κι όλοι καλωσόρισαν την άσωτη με φωνές και χαμόγελα.
----------
Πηγή έμπνευσης: “Tout notre mal vient de ne pouvoir être seuls: de là le jeu, le luxe, la dissipation, le vin, les femmes, l’ignorance, la médisance, l’envie, l’oubli de soi-même et de Dieu. ”
(«Επιλογή από τους Χαρακτήρες», Jean de Labruyer, μετάφραση: Ζωγραφίδου – Δάγιου Ελένη, εκδ. Στιγμή,
2004)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου