Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019


Να επαναλαμβάνεσαι ψυχή μου
                 να επαναλαμβάνεσαι

Μία είναι η ψυχή του ανθρώπου και
οι σημασίες του κόσμου λίγες

Διανύοντάς σε
              άλλη μια φορά
γνωρίζοντάς σε
ίσως σε αποστηθίσω...


(Ζέφη Δαράκη -"Ερήμωνε", εκδ. Ύψιλον, 2012)

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

"...με αβίαστη ελευθερία που έμοιαζε με υπακοή..."


Τη φίλησε στο στόμα. Τη φίλησε στο στήθος. Έπεσε γονατιστός στα πόδια της και της φίλησε τα πέλματα ψελλίζοντας το όνομά της. Κι έμεινε εκεί γονατιστός να την προσκυνάει, κι εκείνη σκυμμένη επάνω του εξέπνεε φιλώντας τα μαλλιά του.

Γερμένη πάνω στον λευκό τοίχο της εκκλησιάς. Τα χέρια του παντού, γύρω της, πάνω της, μέσα της, παντού. Το κορμί της δεκτικό, "σαν έτοιμο από καιρό" για το άγγιγμά του. Απελπισμένα χέρια, ασυγκράτητα, ελεύθερα.

"Πρέπει να κάνουμε έρωτα", του είπε. Έτσι απλά, αβίαστα και ξεδιάντροπα.
Η πόρτα του σπιτιού του ήταν μισάνοιχτη κι ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει.
Τον καλημέρισε χαμογελαστή, εκείνος έστεκε σαστισμένος από την έκπληξη της πραγματοποίησης του πιο τολμηρού του ονείρου.
"Σε περίμενα...κορίτσι μου, σε περίμενα, κι ήρθες εσύ σε εμένα!"
Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του. Γδύθηκε και λούστηκε το κορμί της στο πρωινό φως.
Ξάπλωσαν και ξαναγεννήθηκαν μαζί,  άσπιλοι κι ελεύθεροι, μέσα στην οδύνη του δεινότερου ετεροκαθορισμού, γιατί είχαν βαρεθεί τους ίδιους εαυτούς αιώνες τώρα. 

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Η πρώτη αγάπη


Πρέπει νὰ ἤμουν ὡς δώδεκα χρονῶν καὶ πρέπει νὰ ἦταν ἐκείνη ὡς ἕντεκα. Δὲ τὴν ἔβλεπα μήτε στὴν ἐκκλησιά, μήτε στὸν κλήδωνα, μήτε στὴ βρύση, μήτε στὸ παράθυρι. Ἡ μάνα της κι ἡ μάνα μου δὲν εἴχανε πολλὲς φιλίες.

Ἐκεῖ ποὺ τὴν ἔβλεπα δὲν εἴμαστε οἱ δυὸ μοναχοί. Εἴμαστε ὀχτὼ-δέκα ἀγόρια τῆς προκοπῆς, ἀποφασισμένα νὰ μάθουμε τί θὰ πεῖ παρέμφατο καὶ νὰ φέρουμε τὸν πολιτισμὸ στὸ χωριό. Καὶ πέντ-ἕξι κορίτσια, ποὺ ἐρχόντανε δυὸ ὧρες τὴ μέρα καὶ κάθιζαν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλάγι τοῦ γέρου δάσκαλου καὶ τεχνολογούσανε μὲ μία χάρη, ποὺ σ᾿ ἔκαναν, ἤθελες δὲν ἤθελες, νὰ τὴν ἀγαπᾷς τὴ γραμματική.

Τὴ χάρη φυσικὰ τὴν εἴχανε, γιατὶ ἦταν ὅλες μικροῦλες, ὄχι πὼς ἤτανε κι ὄμορφες ὅλες. Γιὰ τὸ δικό μου τὸ γοῦστο, ὄμορφη ἤτανε μία μοναχὴ κι αὐτὴ ἦταν ἡ ...ἀγαπητικιά μου!

Τί λόγο ξεστόμισα! Ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ ἀγαπητικιά! Μήτε λέξη δὲν τῆς εἶπα ποτές. Μήτε μὲ τὸ δαχτυλάκι μου δὲν τ᾿ ἄγγιξα τ᾿ ἀφράτο τὸ χέρι της. Μήτ᾿ ἡ ἀναπνοή μου δὲν μποροῦσε νὰ πάει κοντά της καὶ νὰ τὴ χαϊδέψει. Τὸ μόνο ποὺ πηδοῦσε κάποτες ἀπὸ τὰ χείλη μου στὰ χειλάκια της ἤτανε τὸ ρῆμα ῾λείπω᾿, σὰν τὸ κλίναμε ὁ καθένας ἀπ᾿ ἕνα χρόνο μὲ τὴ σειρὰ καὶ ταίριαζε νὰ εἶμαι ἐγὼ στερνὸς στὴ δική μας τὴ σειρὰ κι ἐκείνη πρώτη στῶν κοριτσιῶν. ῾Ἐλελείμεθα, ἐλέλειφθε᾿ πήγαινε νὰ πεῖ καὶ σκόνταβε καὶ χαμογελοῦσε καὶ τότες πιὰ ἐγώ, ποὺ περίμενα μέρες καὶ μέρες ἀφορμὴ νὰ τῆς δώσω ἕνα, ἂς εἶναι καὶ συμμαζεμένο, χαμόγελο, ἔλαμπα ὁλοπρόσωπος καθὼς τὴν κοίταζα, χωρὶς φόβο νὰ μὴ τὸ νιώσει ὁ δάσκαλος τὸ τρομερὸ μυστικό μας. Ἔπεφταν τότες τὰ μάτια της στὸ βιβλίο ἀπάνω, κοκκινίζανε τὰ δυὸ μάγουλά της κι ἄρχιζε τὸ πλαγινὸ κορίτσι τὸν ἄλλο χρόνο.

Μάτια καὶ πάλι μάτια! Δίχως ἐσᾶς, μήτε πρώτη, μήτε στερνὴ ἀγάπη δὲ θὰ εἴχαμε! Οἱ ματιές μου σὰν ἔμπαινε στὴν παράδοση, οἱ ματιές της σὰν ἔβγαινε νὰ πάει σπίτι, αὐτὲς ἦταν οἱ ὅρκοι μας, τὰ τραγούδια μας, τὰ φιλιά μας, αὐτὲς ἤτανε καὶ τὰ ραβασάκια μας. Μὲ τὸ καιρὸ καὶ χωρὶς ν᾿ ἀλλάξουμε ἀναμεταξύ μας μιὰ λέξη, τὴν κάμαμ᾿ ἐπιστήμη τὴ τέχνη αὐτὴ τῶν ματιῶν. Ἤτανε λογῆς-λογῆς οἱ ματιές της. Ἡ ματιὰ τῆς ἀδιαφορίας, ποὺ μοῦ τὴν ἔσκιζε τὴ καρδιά, τοῦ θυμοῦ, ποὺ μ᾿ ἔκαιγε σὰν τ᾿ ἀστροπελέκι. Ἡ ἄπιστη ἡ ματιὰ σὲ κανέναν ἄλλο, ποὺ μ᾿ ἕλιωνε σὰν τὸ κερὶ καὶ μ᾿ ἀφάνιζε. Ὕστερα πάλι ἡ ἥρεμη καὶ γλυκιὰ ματιὰ τῆς ἀγάπης, ποὺ ξανάβαζε τὴ ψυχή μου στὸ τόπο της καὶ σύχαζα. Οἱ δικιές μου οἱ ματιές, ὅσο πολυσήμαντες κι ἂν ἤτανε κι αὐτές, δὲν εἶχαν ὅμως τέτοιες τρομερὲς ἀλλαγές. Ἡ ἴδια ἡ ἀφοσίωση, ὁ ἴδιος ὁ καημός, τὸ ἴδιο βάσανο, πάντα.

Τρεῖς μῆνες πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι. Ξυπνοῦσ᾿ ἀπὸ τὸ πρῶτο τὸ λάλημα καὶ τὴν ὥρα δὲν ἔβλεπα νὰ πάω σκολειό. Ἡ μάνα μου μὲ καμάρωνε καὶ μ᾿ ἔβλεπε ἀπὸ τώρα Δεσπότη.

Ἤμουνε πρῶτος-πρῶτος στὸ σκολειὸ πάντα κι ὡστόσο δὲ τὸ κατάφερα νὰ τὴ βρῶ μοναχὴ μία φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αὐτὸ ἦταν ἡ λαχτάρα μου τώρα, αὐτὸ ἤτανε τ᾿ ὄνειρό μου. Νὰ τὴ δῶ μοναχή, ἂς εἶναι καὶ μία στιγμή. Νὰ τῆς πῶ μιὰ καὶ καλὴ πὼς πεθαίνω, πὼς ἔσβησα, ἄλλη σωτεριὰ δὲν ἔχ᾿ ἡ ζωή μου παρὰ τὴ παντοτινή της ἀγάπη. Τά ῾λεγα ὅλ᾿ αὐτὰ μὲ τὶς φλογερὲς τὶς ματιές μου, μὰ ἡ ἀχόρταγη ἡ καρδιὰ γύρευε λόγια. Αὐτὴ δὲν ἤξερε τί θὰ πεῖ μέτρο καὶ γνώση, αὐτὴ ὅλο μοῦ φώναζε: «Μπρός! Ἔχει κι ἄλλες ἀπόλαψες ἡ ἀγάπη!»

Μὰ πῶς νὰ τῆς δώσω νὰ καταλάβει, πὼς θέλω νὰ τῆς μιλήσω! Ἐδῶ οἱ ματιὲς δὲ σῴνουν. Ἐδῶ χρειάζεται ραβασάκι. Χίλιες φορὲς τό ῾γραψα καὶ τὸ ξανάγραψα. Τό ῾παιρνα μαζί μου ἀποφασισμένος νὰ μὴ ντραπῶ, νὰ μὴ φοβηθῶ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο νὰ τῆς δώσω κρυφὰ τὸ χαρτάκι σ᾿ ἕνα βιβλίο, καλαμάρι, ὅ,τι τύχει. Ἤρχουνταν ἡ ὥρα καὶ κόβουνταν ἡ καρδιά μου! Δὲν ἀποκοτοῦσα! Κι ἔπαιρνα μαζί μου τὸ χαρτὶ βγαίνοντας καὶ τό ῾κανα κομμάτια καὶ καταριόμουνε τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκα τέτοιος ἀνωφέλητος φοβητσιάρης.

Ἦταν ὅτι ἄρχιζε καλοκαίρι σὰ σηκώθηκα ἕνα πρωῒ καὶ πῆγα μπροστὰ στὴ Παναγιὰ καὶ τό ῾καμα ὅρκο, πῶς θὰ τῆς δώσω ἐκείνη τὴ μέρα τὸ ραβασάκι κι ἂ δὲ τῆς τὸ δώσω, νὰ πέσει φωτιὰ νὰ μὲ κάψει.

Πῆγα σκολειὸ πρῶτος πάλι. Ἔρχουνται ὅλα τ᾿ ἀγόρια, ὅλα τὰ κορίτσια. Μαυρίζουνε τὰ μάτια μου νὰ κοιτάζω τὴ πόρτα, τοῦ κάκου! Ἡ μικρή μου δὲ φαίνεται! Διαβάζει ὁ δάσκαλος τὸν κατάλογο, ἔρχεται στὴν Ἀργυρώ... σιωπή.

- «Ποῦ εἶναι ἡ Ἀργυρώ;» ρωτᾷ ὁ δάσκαλος μία συντρόφισσά της.

Ἡ μάνα της ἀρρώστησε κι ἔμεινε σπίτι. Βαριὰ καρδιὰ ποὺ τὴν ἔπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι τὸ μεσημέρι ἐκεῖνο! Τί νὰ κάμω, ποῦ νὰ πάω, νὰ βραδιάσει γλήγορα καὶ νὰ ξημερώσει!

Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω σκολειό... τὰ ἴδια! Περνᾷ μιὰ βδομάδα, δυὸ βδομάδες... ἕνας μήνας ἤτανε περασμένος σὰν εἶπε μία μέρα ἕνα κορίτσι τοῦ δασκάλου, πὼς πέθανε ἡ μάνα τῆς Ἀργυρῶς καὶ πὼς δὲ θὰ ξανάρθει πιὰ σκολειὸ ἡ μικρή.

Πρέπει νά ῾μουν ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν τότε ποὺ πρωτογύρισα ἀπὸ τὴ ξενιτιὰ νὰ δῶ τοὺς δικούς μου. Ἦρθαν ὅλοι οἱ παλιοὶ οἱ φίλοι κι ὅλες οἱ παλιὲς οἱ φιλενάδες νὰ μὲ δοῦν. Ἦρθε ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ χωριοῦ κι ἡ Ἀργυρώ, παντρεμένη κοπέλα μὲ δυὸ παιδιά. Τῆς μίλησα καὶ μοῦ μίλησε πρώτη φορά. Τῆς εἶπα καὶ μοῦ ῾πε χίλια πράματα, γιὰ τὰ παιδιά της, τὴν ὀμορφιὰ καὶ ξυπνάδα τους, τὴ χαρά μου ποὺ βρίσκω τὴ γριά μου τόσο καλά. Γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ χύθηκ᾿ ἕνας ποταμὸς λόγια καὶ γιὰ τὴ πρώτη μας τὴν ἀγάπη, τὴν ἀξέχαστη ἐκείνη τὴν ἀγάπη, καθὼς τότες, ἔτσι καὶ τώρα, δὲν εἴπαμε μήτε λέξη!

Αργύρης Εφταλιώτης

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Η προσευχή



Ο Πέτρος άνοιξε προσεκτικά το παράθυρο. Αθόρυβα, για να μην τρομάξει η μάνα. Είχε ήδη ξημερώσει για τα καλά, αλλά η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ακόμη ξαπλωμένη.

"Δε θα σηκωθείς μάνα;" της μίλησε τρυφερά.
"Γιατί να σηκωθώ παιδί μου; Τις δουλειές μου τις έχω καμωμένες και τα παιδιά μου μεγαλωμένα."
"Σήκω, μάνα, να ετοιμαστείς. Έρχεται η Σταυρούλα μας σήμερα, το ξέχασες;"

Η μεγάλη του αδερφή, παντρεμένη από χρόνια σε άλλη πόλη, θα τους επισκεπτόταν εκείνη τη μέρα.
Τα είχε όλα έτοιμα ο Πέτρος από την προηγούμενη. Το σπίτι καθαρό, το ψυγείο γεμάτο, τους κήπους περιποιημένους.
Του έμενε μόνο να λούσει και να πλύνει τη γριά μάνα τους, να τη βρει κι αυτή η Σταυρούλα όμορφη και νοικοκυρεμένη, μη στεναχωρηθεί.

Κάθε πρωί τούς έπαιρνε τηλέφωνο η Σταυρούλα, να δει πώς ξημερώθηκαν. Από αγάπη, αγωνία και τύψεις.
Τύψεις γιατί είχε φύγει τόσο μακριά κι είχε μείνει ο αδερφός της μόνος να φροντίζει τη μάνα. Κι αγωνία για το πρωινό που θα ξημέρωνε και θα άκουγε τον Πέτρο να της λέει ότι η μάνα κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε.

Είχε ένα μήνα να τους δει. Τους βρήκε καλά και χάρηκε. Άκουσε τη μάνα να της λέει τις ίδιες ιστορίες για τα νιάτα της στο χωριό, τα ίδια παράπονα για τον Πέτρο που έμεινε ανύπαντρος, την είδε πάλι να βουρκώνει για τον πατέρα που έφυγε ξαφνικά στον ύπνο του πριν δέκα χρόνια.
Τα άκουγε όλα η Σταυρούλα για χιλιοστή φορά κι έλεγε μέσα της "δόξα τω Θεώ" που μπορούσε ακόμη να κουβεντιάζει με τη μάνα της.

Σαν ήρθε το βράδυ έστρωσε να κοιμηθεί στον καναπέ.
"Καλό ξημέρωμα, αδερφέ."
"Καλό ξημέρωμα Σταυρούλα μου. "

Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιο αργά από ό,τι συνήθως. Της φάνηκε περίεργη η τόση ησυχία.
Από το δωμάτιο της μάνας ακουγόταν η φωνή της ψιθυριστή να λέει μια προσευχή.
Από το δωμάτιο του Πέτρου δεν ακουγόταν τίποτα.

Ήταν εκείνο το πρωινό που φοβόταν κάθε φορά που τους τηλεφωνούσε. Εκείνο το φοβερό πρωινό που τη γέμιζε αγωνία, αλλά λίγο διαφορετικό.

Από το διπλανό δωμάτιο ακουγόταν ακόμη η ψιθυριστή προσευχή της μάνας. Και γιατί να τη διακόψει;
Τις δουλειές της τις είχε καμωμένες, την κόρη της μεγαλωμένη μακριά και το γιο της νεκρό δίπλα της.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Φυλακισμένοι πίσω από πόρτες κλειδωμένες για πάντα.
Κι η μικρή οπή διαφυγής προς το όνειρο που τολμήσαμε, ασφαλώς και σίγουρα κλεισμένη με κόντρα πλακέ.
Να μας θυμίζει τη φτήνια και την ασχήμια μας.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Εκκλησίες*

Τα σώματα που αγαπάμε είναι εκκλησίες.
Χρειάζεται πίστη για να τα διαλέξεις
Κατάνυξη για να τα ασπαστείς
Να κάνεις τον σταυρό σου πριν διαβείς.

Αν δεν πιστεύεις
είναι δοχεία κενά
τουριστικά τα προσεγγίζεις
κι ύστερα ούτε που θυμάσαι πια.

Τα σώματα που αγαπάμε είναι εκκλησίες
Αν δεν νιώσεις δέος, απόγνωση
Ανάγκη από κει να κρατηθείς
Αν δεν τα χρειάζεσαι
Η προσευχή σ’ αυτά δεν σε λυτρώνει.

*ένα ποίημα της Γιάννας Τζιβελέκη