« Πες μου μια
αλήθεια, φρικτή σαν τη ζωή, ν’ αποκοιμηθώ, βρε Γωγούλα μου…»
Ποτέ της δε ζητούσε
παραμύθια η Ουρανία, ούτε από εμένα, ούτε από κανέναν άλλο. Στην αλήθεια
υπάρχει περισσότερη ομορφιά, ακόμα κι αν είναι μια ομορφιά αποτρόπαια. Τα
παραμύθια είναι για τους δειλούς και για τους τεμπέληδες, για όσους έχουν μυαλό
περιορισμένο κι ιδέες μεγάλες. Το ψέμα θρέφει την αδυναμία, δεν αφήνει την
καρδιά και το μυαλό να φτερουγίσουν. Η αλήθεια θέλει θάρρος, όχι για να την
υποστηρίξεις, μα για να την κατανοήσεις. Η αλήθεια είναι απαράδεκτη, κι εκεί
είναι όλη η ομορφιά της, κι όλη η θεράπουσα δύναμή της. Το πιο γλυκό βλέμμα
είναι το καρφωμένο με πείσμα κι αντοχή στη φρίκη.
Αγαπώ να τη
θυμάμαι την Ουρανία. Η Ουρανία ήταν μια γυναίκα με σάρκα και οστά, που όμως δεν
έμοιαζε με καμία άλλη. Η Ουρανία ήταν ελεύθερη, άρα μόνη. Η Ουρανία αγαπούσε
τους ανθρώπους, και κάπως έτσι ξέχασε να αγαπάει τον εαυτό της. Αγαπώ να τη
θυμάμαι, όχι για τις ιστορίες της, όχι για τα όνειρά της, όχι για τους αγώνες
της, ούτε για την καλοσύνη της, μήτε για τη συμπόνια που της χρωστούν οι ενοχές
μου, αλλά για το έρημο, πρωτοπόρο προβάδισμά της. Γιατί η Ουρανία με έμαθε ότι
όποιος αποφασίζει, πρέπει να τα περιμένει όλα. Κι όποιος στέκει αναποφάσιστος
πρέπει να τα παθαίνει όλα.
Ήταν Σαββατόβραδο,
καλοκαίρι, η πόλη είχε αδειάσει. Στα παγκάκια της πλατείας τα τσιγάρα έφερναν
τις γυροβολιές τους με ντάμες τα χείλη μας και τα τρεμάμενα δάχτυλά μας. Η
Ουρανία δεν είχε φανεί, ως συνήθως, αλλά κανείς δεν αναρωτιόταν πού να
βρισκόταν. Κάπου θα τα έπινε, με κάποιον ιδανικό κι ανάξιο εραστή, από αυτούς
που της άρεσαν. Καραβάκι το κορμί της, όχι κάνα γερό σκαρί, μα ταξιδιάρικο, σαν
την ψυχή της. Ποιος να αντέξει να μείνει δίπλα της; Κι η ζωή της αταξίδευτη.
Ο Μάνος μού έδωσε
το τσιγάρο διορθώνοντας το σχήμα της τζιβάνας. Ξίδια πίναμε, μπύρες τις
περισσότερες φορές, άλλοτε αγορασμένες κι άλλοτε όχι. Κρασί, ούζο, τσίπουρο και
σπανιότερα βότκα. Όπως μπορούσαμε κάθε φορά κι αναλόγως το ποιος κερνούσε. Τα καλοκαίρια
στα παγκάκια, τους χειμώνες – τους σκοτεινούς της νιότης μας χειμώνες – στα
υπόγεια.
Πουθενά δεν είναι
η θέα και μην ακούτε τι λένε, μήτε στις πλατείες μήτε στα υπόγεια. Παντού
ντουβάρια. Ντουβάρια πολυώροφα, με παντζούρια κλειστά και μπαλκόνια
ετοιμόρροπα, ή ντουβάρια χαμηλοτάβανα, μαυρισμένα από τη μούχλα. Καμία
διέξοδος, μόνο μια μικρή πορτούλα ή ένα στενό δρομάκι με ρημαγμένα πεζοδρόμια.
Ποτέ δε θα καταφέρναμε να χωρέσουμε να ξεφύγουμε όλοι. Κάποιοι θα έμεναν πίσω.
Λέγαμε ότι κυνηγούσαμε τη ζωή, το δίκιο μας, μα στην πραγματικότητα μέναμε
αραχτοί, καθηλωμένοι σε μια καθημερινή μιζέρια, χωρίς την παρηγοριά μιας έστω
μίζερης καθημερινότητας.
Ήρθε ο Σωτήρης κι
άρχισε τις οδηγίες και τις ρητορείες του. Τους σοβαρούς σχεδιασμούς τους κάναμε
στα υπόγεια, ακόμα και το καλοκαίρι. Πίσω του η Λένα, με τον ενός έτους
Νικολάκη τους στην αγκαλιά της. Ο Τάκης, ο Διονύσης, η Ηλέκτρα κι οι υπόλοιποι
γύρω τριγύρω τον άκουγαν με προσοχή.
«Η Ουρανία;»
ρώτησε σε μια στιγμή.
«Κάπου θα
πηδιέται!» πετάχτηκε από δίπλα μου ο Μάνος.
Του έριξα μια
γροθιά ακριβώς κάτω από τα πλευρά, στο σημείο που ο ίδιος μου είχε δείξει να χτυπάω όταν τα έβρισκα σκούρα στις
πορείες. Βόγγηξε βήχοντας, γέλασε και συνέχισε να καπνίζει.
Φάνηκε στη γωνία
του δρόμου τρεκλίζοντας. Είχε αργήσει περισσότερο απ’ όσο συνήθως, αλλά το
αμφίβολο βήμα της δεν έκανε εντύπωση. Η Ουρανία σπάνια πια βολευόταν μόνο με
ξίδια. Πήγα κοντά της και τη βοήθησα να κάτσει σε ένα παγκάκι. Το καραβάκι
μισοτσακισμένο, με κουφάρι γειρτό και κατάρτια σπασμένα από καιρό. Κατάλαβα ότι
έπρεπε να την πάρω από εκεί. Σχεδόν την κουβάλησα ως το σπίτι μου, χωρίς να τη ρωτήσω,
χωρίς να μου το ζητήσει. Εξάλλου η Ουρανία δε ζητούσε ποτέ βοήθεια, κι αν τύχαινε
να το κάνει, τότε στα σίγουρα θα ζητούσε βοήθεια από χέρια ανήμπορα.
Δοκίμασα να της
δώσω να πιει καφέ, αρνήθηκε. Δοκίμασα να της δώσω να φάει, δεν ήθελε. Πήγα να
της στρώσω να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου, τακτοποίησε μόνη της τα μαξιλάρια του
καναπέ και βολεύτηκε όπως όπως. Λέξη δεν έβγαλε από το στόμα της, κι όταν
άνοιγε τα μάτια της με κοιτούσε μα δε με έβλεπε. Μάτια απλανή, κοφτερά και
διαπεραστικά, έβλεπαν εμένα και την ίδια στιγμή έβλεπαν μέσα μου και πίσω και
πέρα από εμένα. Ούτε ένας μυς στο πρόσωπό της δεν τρεμόπαιζε. Κάθιδρη. Την
ξάπλωσα κι άφησα δίπλα της ένα μπουκάλι νερό.
Το επόμενο πρωί
με ξύπνησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Πετάχτηκα επάνω γεμάτη τύψεις που με
είχε πάρει ο ύπνος. Σα να είχα παραμελήσει το άρρωστο παιδί μου, μάλλον. Δεν
ήμουν μάνα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν υπεύθυνη για την υγεία της Ουρανίας, κι
αντί να έχω το νου μου, είχα αποκοιμηθεί. Μήπως κάπως έτσι δε θα ένιωθε και μια
μητέρα που αμέλησε να παρασταθεί στο παιδί της; Φαντάστηκα ένα παιδάκι να
ψήνεται όλη νύχτα στον πυρετό και να παραμιλάει ασυναρτησίες μόνο του. Η
Ουρανία μου μόνη, ημιλιπόθυμη να με φωνάζει μέσα στον ύπνο της κι εγώ να μην
την ακούω.
Ο καναπές άδειος,
το μπουκάλι το νερό άδειο, δυο κουτάκια μπύρας πάνω στο τραπέζι άδεια κι αυτά.
Ποιον να έπαιρνα τηλέφωνο και τι να του έλεγα; Όλοι θα κοιμόντουσαν και κανείς
δε θα μου έδινε σημασία. Κανείς δε θα έδινε σημασία στην αγωνία μιας «μάνας». Ίσως
μόνο η Λένα, αλλά αυτή είχε άλλους λόγους να ξεσυνερίζεται την Ουρανία.
Η Ουρανία ήταν
αερικό, ενταγμένη στην παρέα κι ανυπότακτη. Η Ουρανία ήταν άνεμος και σταγόνα,
σ’ ένα κορμί φλεγόμενο, κι έσβηνε μέρα τη μέρα. Η Ουρανία ήταν το όνειρο που
μέσα του βρυχάται ένας χείμαρρος αγωνίας, ελπίδας και ματαιότητας. Η Ουρανία
ήταν η καρδιά που κυνηγούσε κάτι ν’ αγαπήσει, κι αφού δεν έβρισκε τίποτα άξιο
μέσα σε μια εποχή ξεψυχισμένη, είχε αποφασίσει να αγαπάει το κάθε τι.
Μια παρέα ήμασταν
– άλλοτε φίλοι, άλλοτε συμμορίτες – που έψαχναν να σμίξουν, να αναγνωριστούν,
να ταιριάξουν, να αγωνιστούν και να ερωτευθούν. Κι η Ουρανία ήταν εκεί, ανάμεσά
μας, για να μας υπενθυμίζει ότι η ωραιότερη ερωτοτροπία συμβαίνει στην απουσία
συναντήσεων και ραντεβού και σχεδιασμών και πολλά υποσχόμενων λόγων ή
ρομαντικών ρητορεύσεων.
Μπήκε αλαφιασμένη
κι όρμησε στο ψυγείο. Άρπαξε δυο ντομάτες, ένα κομμάτι τυρί, με ρώτησε αν έχω
ψωμί, έγνεψα όχι και της έδειξα άφωνη ένα πακέτο φρυγανιές πάνω στον πάγκο. Τα
έχωσε όλα σε μια σακούλα, άνοιξε να τρίτο κουτάκι μπύρας κι ήπιε το μισό
μονορούφι.
«Είναι ένα παιδί
έξω από την εκκλησία που ζητάει φαγητό! Σου έφερα αντίδωρο!»
Άφησε στο ένα μου
χέρι το αντίδωρο και στο άλλο το μισογεμάτο κουτάκι της μπύρας κι εξαφανίστηκε
τρεχάτη. Κοινώνησα τον άρτον και τον ζύθον από το χέρι της ιέρειας μάνας, που
έλιωνε κλείνοντας μέσα της τη φωτιά της κόλασης, για να μπορεί να χαρίζει λίγο
Παράδεισο.
Αυτή ήταν η
Ουρανία, γι’ αυτό αγαπώ να τη θυμάμαι. Γιατί δεν ξέρω τι θα είχα γίνει χωρίς
αυτήν, δεν ξέρω σε ποια κόλαση θα ξοδευόμουν.
(Συνεχίζεται…)
Πηγές έμπνευσης:
- «Λίνα» (Νικόλας Άσιμος)
- «Βράδυ Σαββάτου» (Χρήστος Κυριαζής)
- «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» (Νίκος
Καββαδίας)
- «Ταξιδιάρα ψυχή» (Γιάννης Αγγελάκας)
- «Απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική»
(Παντελής Ροδοστόγλου)
- «Δε μου ‘χει μείνει φωνή» (Νικόλας Άσιμος)
- «Σπασμένο καράβι» (Γιάννης Σκαρίμπας)
- «Έγινε η απώλεια συνήθειά μας»
(Παντελής Ροδοστόγλου)
- «Εγώ δεν είμαι άνεμος» (Δημήτρης
Μητσοτάκης)
- «Απ’ τα’ άπειρο σε εσένα» (Παντελής
Ροδοστόγλου)