Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ίσως η πιο αγαπημένη

 Μου έδωσες την κακοκαιρία την ελαφριά σκιά του χεριού σου περνώντας από το πρόσωπό μου.

Μου έδωσες το κρύο, την απόσταση,
τον πικρό καφέ τα μεσάνυχτα
ανάμεσα σε άδεια τραπέζια.

Πάντα άρχιζε να βρέχει
στη μέση της ταινίας,
το λουλούδι που σου έφερα είχε
μια αράχνη να περιμένει ανάμεσα στα πέταλα.

Πιστεύω πως το ήξερες
και πως ευνόησες την κακοτυχία.

Πάντα ξεχνούσα την ομπρέλα
πριν βγω να σε αναζητήσω,
το εστιατόριο ήταν γεμάτο
και κραύγαζαν τον πόλεμο στις γωνίες.

Υπήρξα ένα γράμμα του τάγκο
για την αδιάφορή σου μελωδία.

Julio Cortazar

----------

Πηγή: cignialo.gr

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου

σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;


Βύρων Λεοντάρης, "Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976"  (εκδ. Ύψιλον)

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

 


ΕΙΣΟΔΟΣ

Το σώμα κειτόταν μπρούμυτα.
Το σαγόνι σπασμένο, τα μαλλιά μια λασπωμένη μάζα ζυμωμένη στο πηγμένο αίμα.
Το πρόσωπο της κόκκινο, τα χέρια της κι αυτά.
Ντυμένη ολάκερη την αυτοκρατορική πορφύρα.


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Η βασίλισσα πέθανε, ζήτω η βασίλισσα.
Η βασίλισσα πέθανε, στο δρόμο,
    στο πεδίο της μάχης που δεν εγκατέλειψε ποτέ.
Η βασίλισσα πέθανε και μην την αγγίξετε.
Μην ψάχνετε ν' αντικρύσετε τη συντριμμένη όψη της.
Ούτε ένα οίκτου βλέμμα μη σύρετε πάνω στο σβησμένο βλέμμα της.
Είναι η βασίλισσα όλων σας των αμαρτιών.
Η ψυχή της έφτασε στις πόρτες του άπειρου, κι εκεί δεν υπάρχει θεός να την περιμένει.


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Δεν είναι θάνατος ο αυτοακρωτηριασμός.
Δεν είναι θάνατος η αυτοκαταστροφή.
Θάνατος είναι ο έρωτας για το κάθε τι.
Το άγγιγμα στ' ακροδάχτυλα που σε αφανίζει.
Ο ξεσηκωμός που σε αφήνει ανερμάτιστο κι αγκυροβολημένο μες στα κύματα,
    χωρίς καμίαν έγνοια αν ο κόσμος είναι απλός, ή αν έτσι απλώς εσένα σου μοιάζει.


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Μάνα μου,
    οι πληγές στους καρπούς των χεριών σου
    είναι η ντροπή τους, είναι η τρέλα μας, είναι η αλήθεια σου.

Αδελφή μου,
    στις κομμένες φλέβες σου τρέχει ακόμα το αίμα μιας αγάπης παντοτινής κι αδυσώπητης.
    Της αγάπης που μας κάνει όλους αδέλφια σου, 
    που υπήρχε πριν από εμάς και που θα υπάρχει και μετά από εμάς.

Κόρη μου,
    στη νεκρή καρδιά σου άνθισε ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
    όπως τότε που πρωτοπερπάτησες δίπλα μου κι άνθιζε μαζί μας όλη η γη.
    Στα μαλλιά σου μπλεγμένα περιστέρια.
    Η ακίνητη πλάτη σου είναι η ακυμάτιστη γαλάζια θάλασσα της Αλκυόνης.


ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα πόδια μόνο σου τσάκισαν
    κι έπεσες στη γη με το πρόσωπο χάμω για να νεκροφιλήσεις τους δρόμους που σε ανάσταιναν.
 Τα πόδια σου μόνο μπόρεσαν, πιο ψηλά δε σ' έφταναν.

Δεν ήσουν ποτέ όμορφη, τώρα είσαι απλά ο ευατός σου.

Το θάνατο τον κέρδισες την ώρα που ανοιγόταν η ζωή μπροστά σου βιβλίο άγραφο.

Σου χαρίστηκε αυτό που δε θα δοθεί ποτέ σε εμάς: η κόκκινη μπογιά που δε σβήνει.


ΕΞΟΔΟΣ

Κι έμεινε αυτό το πράγμα,
    το λερωμένο, το φθαρτό της δικιάς μας ζωής,
    το βουτηγμένο στο ψέμα, το ξύλινο, το φλύαρο,
    που κάνει τη ζωή μας να εξατμίζεται και να χάνεται,
    έμεινε για εσένα απόκοσμο κι αμάλαγο.
Αυτό το πράγμα το είχες κιόλας περισώσει αγκαλιάζοντάς το με τα ματωμένα σου δάχτυλα.

Ο θάνατος είναι επικοινωνία.
Ο θάνατος είναι εναντίωση.
Είναι αγκαλιά ο θάνατος.

Και μείναμε όλοι εμείς οι ζωντανοί, μόνοι, να απαγγέλουμε το πιο όμορφο ποίημα:
    αυτό που ποτέ δε γράφτηκε.


----------

Πηγές έμπνευσης:
1. "Πάνω σε έναν ξένο στίχο" (Γιώργος Σεφέρης)
2. "Πρωινό άστρο" (Γιάννης Ρίτσος)
3. "Έκθεση αυτοψίας (Κατερίνα Γώγου)
4. "Προσευχή" (Μαρίνα Τσβετάγιεβα)
5. "Εσύ, Δόκτωρ Μάρτιν" (Ανν Σέξτον)
6. "Βροχοποιός" (Παύλος Παυλίδης)
7. "Κύκνειο άσμα" (Horror Vacui)
8. "Κάθε στιγμή (Τραγούδι στον ανεμο)" (Θοδωρής Δημητρίου)
9. "Χρόνια σιωπηλά" (Θοδωρής Δημητρίου)
10. "Porcelina" (Έρεβος)
11. "Η ώρα του stuff" (Παύλος Σιδηρόπουλος)
12. The crystal ship (The Doors)
13. "Η κυρία Ντάλογουεϊ" (Βιρτζίνια Γουλφ)

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

 Η γνήσια τρυφερότητα είναι χαμηλότονη, δεν τη συγχέεις με τίποτα.

Μάταια μου τυλίγεις προσεκτικά
τους ώμους και το στήθος με γουναρικά.

Και μάταια λες λόγια ταπεινά
για την πρώτη αγάπη,
πόσο καλά ξέρω αυτά τα επίμονα
λαίμαργα βλέμματά σου!

Άννα Αχμάτοβα, "Ροζάριο" (1913)
Απόδοση: Ελένη Κστσιώλη

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

 


Αν με ρωτήσουν σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ, θα απαντήσω ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ήταν – μάλλον – απλά μια συναυλία. Συναυλία, διαδήλωση, ή δήλωση διαμαρτυρίας, το ίδιο έκανε. Δεν είχε καν σημασία τι ήταν. Είχαμε μαζευτεί στο μεγάλο πάρκο για να ακούσουμε μουσική και να τραγουδήσουμε, για όλους εμάς και για εκείνους τους άλλους στις διπλανές γειτονιές, και για το κάθε παιδί της κάθε πλατείας και της κάθε γειτονιάς, το εθισμένο στα παραπτώματα, το εθισμένο στην αθωότητα, το μεθυσμένο με το άφταστο όνειρο.

Κι ήταν κι ο Λευτέρης κι η Κατερίνα, που μετρούσαν τριάντα πέντε μέρες απεργίας πείνας στη φυλακή.

 Δε θέλαμε να τσακωθούμε, ούτε να χτυπηθούμε με κανέναν. Θέλαμε μόνο να ακουστούμε, γρυλίζοντας τραγούδια σε μια τζάμπα συναυλία. Να γίνουμε, θέλαμε, αυλητές σε μια ελεγεία λύπης, και καταλήξαμε ακροατές ενός κακέκτυπου θούριου.

 Είναι κάποιες ιστορίες σκοτεινές κι άδικες, είναι οι επιθυμίες, οι φόβοι, η σιγουριά του δικού και ξένου δίκαιου, η ανυπόταχτη αλληλεγγύη κι η αναπόφευκτη συντροφικότητα, που γίνονται τραγούδια – στίχοι και φωνές ενωμένες χορωδιακά – κι αντιλαλούν ως ιαχές αγωνιστικές στους δρόμους, στα πάρκα και στις λεωφόρους, ως μέσα στα κελιά της φυλακής.

 Άρχισαν να μας χτυπάνε από παντού και παντού. Όπου μπορούσαν κι όπως μπορούσαν. Πηχτή η νύχτα, χωρίς φεγγάρι. Όλα γύρω μου έμοιαζαν μαύρα. Τα φώτα της πόλης σα να έσβησαν ξαφνικά, συνωμοτικά, κι όλα είχαν βυθιστεί στο σκοτάδι, για να μπορούν να μας χτυπάνε στο ψαχνό χωρίς να τους βλέπουμε. Μόνο τα γκλοπ γυάλιζαν, αντανακλώντας ένα φως ερεβώδες. Μα πού βρέθηκε τόσο φως συγκεντρωμένο σ’ αυτά τα ραβδιά μια τέτοια νύχτα; Ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά στις πλάτες μας. Θυμήθηκα τα λόγια μιας άλλης Κατερίνας, που πρόλαβε να «την κάνει» νωρίς για να μη δει πως τίποτα δεν αλλάζει, όσα δάκρυα κι αν χύσεις για το χατίρι των δακρυγόνων: «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος.»

 Μαέστροι με μπαγκέτες φονικές, εμφανίστηκαν πίσω από τα δέντρα για να καθορίσουν το τέμπο της δικιάς μας συναυλίας, για να διευθύνουν και να σιγάσουν τις άναρχες φωνές της δικιάς μας χορωδίας. Έπρεπε να μας φιμώσουν για να νικήσουν. Ποιον πόλεμο και γιατί; Είναι άνθρωποι ηττημένοι μέσα τους, που δεν μπορούν να ανεχτούν κανενός είδους ήττα.

 Τι παράλογο μεθύσι που είναι το μίσος κι η βία. Ποιος ποιητής πρόσταξε να μεθάμε με την πίκρα της εχθρότητας; Παιδιά στην ηλικία μας, κάποιοι από αυτούς, ζούσαμε στην ίδια πόλη, ίσως με κάποιον από αυτούς να είχαμε συναντηθεί στο περίπτερο αγοράζοντας τσιγάρα. Ζούσαμε ζωές παράλληλες, σε αντίθετες τροχιές. Και τώρα, μες στα σκοτάδια εκείνης της νύχτας, είχαν γίνει για εμάς φιγούρες άυλες, κι εμείς έπρεπε να γίνουμε για εκείνους φιγούρες άλαλες.

 Έπειτα άρχισε να βρέχει. Οι σταγόνες αδιαφανείς, χυλωμένες και μαύρες, σαν το αίμα που δεν προλάβαινε να πήξει πάνω στις πληγές μας. Τα αστραφτερά γκλοπ έγιναν ηλεκτροφόροι κεραυνοί, που όσο δυνάμωνε η μπόρα τόσο πιο λυσσασμένα έπεφταν πάνω στα κορμιά μας και μας έκαιγαν, για να διώξουν από πάνω μας κάθε αμαρτία, για να κυλήσουν τα παραπτώματά μας, μαζί με τα λασπόνερα, στο καθαρτήριο των υπονόμων.

 Βρέθηκα μπροστά στη Λένα και τον Σωτήρη. Έγκυος ακόμα εκείνη, η τρελή…Ο Σωτήρης με είδε και την έσπρωξε στην αγκαλιά μου. Τα μάτια του έλαμψαν για μια στιγμή καθώς με κοίταξε, με την αγωνία και τη σιγουριά πιλότου βραδινού αεροπλάνου που κάνει κύκλους στον αέρα παλεύοντας να προσγειωθεί εν μέσω καταιγίδας. Τράβηξα τη Λένα από το χέρι, πιο πέρα ο Τάσος έφαγε μια γερή στην πλάτη για να μας ανοίξει δρόμο να περάσουμε, δίπλα μας κόλλησε κι η Ηλέκτρα, μαζεύοντας στη δικιά της πλάτη τις υπόλοιπες ξέμπαρκες.

 Πώς βγήκαμε στη λεωφόρο, πώς περπατήσαμε ως το σπίτι της Ηλέκτρας, πώς και πότε ξημέρωσε η επόμενη μέρα, δε θυμάμαι. Τα υπόλοιπα τα μάθαμε το επόμενο βράδυ στο σπίτι του Σωτήρη και της Λένας. Εκεί γνωρίσαμε για πρώτη φορά την Ουρανία.

 Καθισμένη στο κρεβάτι, χτυπημένη και σιωπηλή. Το πρόσωπό της πρησμένο και ματωμένο, έκανε τα φλογερά της μάτια να ξεχωρίσουν ακόμα πιο πολύ. Ποιος άγγελος της είχε δώσει αυτά τα μάτια και ποιος διάολος τα οδηγούσε; Ο Σωτήρης τη βρήκε στριμωγμένη να τις τρώει άσχημα και τη μάζεψε. Αυτό ήταν όλο. Σχεδόν όλοι πειστήκαμε, εκτός από τη Λένα – που ήταν ερωτευμένη – κι εμένα – που δεν πίστευα στην αθωότητα. Κάτι έλειπε από την αλήθεια του Σωτήρη. Έλειπε αυτό που θα στερούσε από εκείνον τη φωτεινότητα του αναμάρτητου συντρόφου και πατέρα. Έλειπε αυτό που θα με έκανε να πιστέψω και πάλι στην αγνότητα. Έλειπε ο μοναδικός τρόπος της Ουρανίας να αυτοσυστηθεί.

 Τρεις μέρες έμεινε η Ουρανία στο σπίτι μου. Ξαπλωμένη σε μια αμμουδιά υγρή από τη μεγάλη θάλασσα. Αιώνες τα κύματα πάλευαν να διαλύσουν αυτά τα βράχια, να τα κάνουν σκόνη, για να έρθει να ξαπλώσει εκείνο το κορίτσι σ’ ακρογιάλι γνώριμο μα πρωτοϊδωμένο. Γερμένη εκεί, ανάμεσα στο βογγητό μιας θαλασσόδαρτης ακτής, πώς θα κατάφερνε άραγε να γλιτώσει από το ανήλεο κύμα; Δεν καταλάβαινα αν πονούσε. Κι αν πονούσε, ήξερε να θάβει τον πόνο της, να μη φαίνεται. Μέχρι που τελικά έθαψε τη ζωή της μέσα στους πόνους της, αλλά αυτό έγινε δυο χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μας γνωριμία.

 Ο Σωτήρης την είχε κουβαλήσει στα χέρια του ως το διαμέρισμά του. Την περιποιήθηκε όπως μπορούσε. Εκείνη συνήλθε κάπως κι εκείνος ξάπλωσε δίπλα της. Γνώριμο το άγγιγμα στο αναιμικό κορμάκι της κι ας ήταν από χέρι άγνωστο.

«Δεν θέλεις;» τη ρώτησε.

«Θέλω μόνο να με πάρεις αγκαλιά.» του είπε.

«Δεν μπορώ.»

«Για λίγο μόνο.»

«Δεν μπορώ. Αγαπώ άλλην.»

 Αυτά όλα τα έμαθα από την ίδια την Ουρανία, και για τα επόμενα δυο χρόνια ήταν το μυστικό μας, δικό μου, δικό της και του Σωτήρη. Το πολύτιμο μυστικό της πανάρχαιας γνωριμίας μας, που ξεκίνησε σε εκείνη τη συναυλία. Η φυσική και θαρραλέα παραδοχή του ενστίκτου και της ανάγκης. Η αποκάλυψη της τέλειας ανομοιότητας, που όταν λουστεί το φως της ειλικρίνειας καταλήγει στην καθαρότερη ομοιομορφία.

 Ο Σωτήρης δεν άγγιξε ποτέ ξανά την Ουρανία κι η Ουρανία δε ζήτησε ποτέ τίποτε άλλο από κανέναν άλλον. Όλους τους χρειαζόταν, κανέναν δε χρησιμοποίησε. Δεχόταν όση τρυφεράδα της έδιναν. Σκληρή και παγερή τρυφεράδα, μα δεν ήξερε να ζητήσει τίποτα περισσότερο. Όλα ήθελε να τα αλλάξει, εκτός από τον εαυτό της. Άπλωνε τα χέρια της σε όλους τους ανθρώπους, μήπως βρεθεί κάποιος να τα κρατήσει. Κανείς όμως δεν ήξερε πώς να την αγγίξει.

 

(Συνεχίζεται…)

 

 

Πηγές έμπνευσης:

 

  1. «Βάλτε να πιούμε» (Κ. Καρθαίος)
  2. «Όνειρο μέσα σε όνειρο» (Edgar Allan Poe)
  3. «Venceremos (Θα νικήσουμε)» (Νικόλας Άσιμος)
  4. «Μόχα» (Παύλος Παυλίδης)
  5. «Ζωές παράλληλες» (Δημήτρης Μητσοτάκης)
  6. «Καίνε τις μάγισσες στα δάση» (Έρεβος)
  7. «Οργή» (Έρεβος)
  8. «Ο αμετανόητος» (Πάνος Ηλιόπουλος)
  9. «Μεθύστε» (Charles Baudelaire)
  10. «Ιθάκη» (Κωνσταντίνος Καβάφης)
  11. «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…» (Κώστας Καρυωτάκης)
  12. «Άγιοι» (Θάνος Ανεστόπουλος)
  13. «Πάρε με» (Αφροδίτη Μάνου)

Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

 


« Πες μου μια αλήθεια, φρικτή σαν τη ζωή, ν’ αποκοιμηθώ, βρε Γωγούλα μου…»

 Ποτέ της δε ζητούσε παραμύθια η Ουρανία, ούτε από εμένα, ούτε από κανέναν άλλο. Στην αλήθεια υπάρχει περισσότερη ομορφιά, ακόμα κι αν είναι μια ομορφιά αποτρόπαια. Τα παραμύθια είναι για τους δειλούς και για τους τεμπέληδες, για όσους έχουν μυαλό περιορισμένο κι ιδέες μεγάλες. Το ψέμα θρέφει την αδυναμία, δεν αφήνει την καρδιά και το μυαλό να φτερουγίσουν. Η αλήθεια θέλει θάρρος, όχι για να την υποστηρίξεις, μα για να την κατανοήσεις. Η αλήθεια είναι απαράδεκτη, κι εκεί είναι όλη η ομορφιά της, κι όλη η θεράπουσα δύναμή της. Το πιο γλυκό βλέμμα είναι το καρφωμένο με πείσμα κι αντοχή στη φρίκη.

 Αγαπώ να τη θυμάμαι την Ουρανία. Η Ουρανία ήταν μια γυναίκα με σάρκα και οστά, που όμως δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Η Ουρανία ήταν ελεύθερη, άρα μόνη. Η Ουρανία αγαπούσε τους ανθρώπους, και κάπως έτσι ξέχασε να αγαπάει τον εαυτό της. Αγαπώ να τη θυμάμαι, όχι για τις ιστορίες της, όχι για τα όνειρά της, όχι για τους αγώνες της, ούτε για την καλοσύνη της, μήτε για τη συμπόνια που της χρωστούν οι ενοχές μου, αλλά για το έρημο, πρωτοπόρο προβάδισμά της. Γιατί η Ουρανία με έμαθε ότι όποιος αποφασίζει, πρέπει να τα περιμένει όλα. Κι όποιος στέκει αναποφάσιστος πρέπει να τα παθαίνει όλα.

 Ήταν Σαββατόβραδο, καλοκαίρι, η πόλη είχε αδειάσει. Στα παγκάκια της πλατείας τα τσιγάρα έφερναν τις γυροβολιές τους με ντάμες τα χείλη μας και τα τρεμάμενα δάχτυλά μας. Η Ουρανία δεν είχε φανεί, ως συνήθως, αλλά κανείς δεν αναρωτιόταν πού να βρισκόταν. Κάπου θα τα έπινε, με κάποιον ιδανικό κι ανάξιο εραστή, από αυτούς που της άρεσαν. Καραβάκι το κορμί της, όχι κάνα γερό σκαρί, μα ταξιδιάρικο, σαν την ψυχή της. Ποιος να αντέξει να μείνει δίπλα της; Κι η ζωή της αταξίδευτη.

 Ο Μάνος μού έδωσε το τσιγάρο διορθώνοντας το σχήμα της τζιβάνας. Ξίδια πίναμε, μπύρες τις περισσότερες φορές, άλλοτε αγορασμένες κι άλλοτε όχι. Κρασί, ούζο, τσίπουρο και σπανιότερα βότκα. Όπως μπορούσαμε κάθε φορά κι αναλόγως το ποιος κερνούσε. Τα καλοκαίρια στα παγκάκια, τους χειμώνες – τους σκοτεινούς της νιότης μας χειμώνες – στα υπόγεια.

 Πουθενά δεν είναι η θέα και μην ακούτε τι λένε, μήτε στις πλατείες μήτε στα υπόγεια. Παντού ντουβάρια. Ντουβάρια πολυώροφα, με παντζούρια κλειστά και μπαλκόνια ετοιμόρροπα, ή ντουβάρια χαμηλοτάβανα, μαυρισμένα από τη μούχλα. Καμία διέξοδος, μόνο μια μικρή πορτούλα ή ένα στενό δρομάκι με ρημαγμένα πεζοδρόμια. Ποτέ δε θα καταφέρναμε να χωρέσουμε να ξεφύγουμε όλοι. Κάποιοι θα έμεναν πίσω. Λέγαμε ότι κυνηγούσαμε τη ζωή, το δίκιο μας, μα στην πραγματικότητα μέναμε αραχτοί, καθηλωμένοι σε μια καθημερινή μιζέρια, χωρίς την παρηγοριά μιας έστω μίζερης καθημερινότητας.

 Ήρθε ο Σωτήρης κι άρχισε τις οδηγίες και τις ρητορείες του. Τους σοβαρούς σχεδιασμούς τους κάναμε στα υπόγεια, ακόμα και το καλοκαίρι. Πίσω του η Λένα, με τον ενός έτους Νικολάκη τους στην αγκαλιά της. Ο Τάκης, ο Διονύσης, η Ηλέκτρα κι οι υπόλοιποι γύρω τριγύρω τον άκουγαν με προσοχή.

«Η Ουρανία;» ρώτησε σε μια στιγμή.

«Κάπου θα πηδιέται!» πετάχτηκε από δίπλα μου ο Μάνος.

Του έριξα μια γροθιά ακριβώς κάτω από τα πλευρά, στο σημείο που ο ίδιος μου είχε  δείξει να χτυπάω όταν τα έβρισκα σκούρα στις πορείες. Βόγγηξε βήχοντας, γέλασε και συνέχισε να καπνίζει.

 Φάνηκε στη γωνία του δρόμου τρεκλίζοντας. Είχε αργήσει περισσότερο απ’ όσο συνήθως, αλλά το αμφίβολο βήμα της δεν έκανε εντύπωση. Η Ουρανία σπάνια πια βολευόταν μόνο με ξίδια. Πήγα κοντά της και τη βοήθησα να κάτσει σε ένα παγκάκι. Το καραβάκι μισοτσακισμένο, με κουφάρι γειρτό και κατάρτια σπασμένα από καιρό. Κατάλαβα ότι έπρεπε να την πάρω από εκεί. Σχεδόν την κουβάλησα ως το σπίτι μου, χωρίς να τη ρωτήσω, χωρίς να μου το ζητήσει. Εξάλλου η Ουρανία δε ζητούσε ποτέ βοήθεια, κι αν τύχαινε να το κάνει, τότε στα σίγουρα θα ζητούσε βοήθεια από χέρια ανήμπορα.

 Δοκίμασα να της δώσω να πιει καφέ, αρνήθηκε. Δοκίμασα να της δώσω να φάει, δεν ήθελε. Πήγα να της στρώσω να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου, τακτοποίησε μόνη της τα μαξιλάρια του καναπέ και βολεύτηκε όπως όπως. Λέξη δεν έβγαλε από το στόμα της, κι όταν άνοιγε τα μάτια της με κοιτούσε μα δε με έβλεπε. Μάτια απλανή, κοφτερά και διαπεραστικά, έβλεπαν εμένα και την ίδια στιγμή έβλεπαν μέσα μου και πίσω και πέρα από εμένα. Ούτε ένας μυς στο πρόσωπό της δεν τρεμόπαιζε. Κάθιδρη. Την ξάπλωσα κι άφησα δίπλα της ένα μπουκάλι νερό.

 Το επόμενο πρωί με ξύπνησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Πετάχτηκα επάνω γεμάτη τύψεις που με είχε πάρει ο ύπνος. Σα να είχα παραμελήσει το άρρωστο παιδί μου, μάλλον. Δεν ήμουν μάνα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν υπεύθυνη για την υγεία της Ουρανίας, κι αντί να έχω το νου μου, είχα αποκοιμηθεί. Μήπως κάπως έτσι δε θα ένιωθε και μια μητέρα που αμέλησε να παρασταθεί στο παιδί της; Φαντάστηκα ένα παιδάκι να ψήνεται όλη νύχτα στον πυρετό και να παραμιλάει ασυναρτησίες μόνο του. Η Ουρανία μου μόνη, ημιλιπόθυμη να με φωνάζει μέσα στον ύπνο της κι εγώ να μην την ακούω.

 Ο καναπές άδειος, το μπουκάλι το νερό άδειο, δυο κουτάκια μπύρας πάνω στο τραπέζι άδεια κι αυτά. Ποιον να έπαιρνα τηλέφωνο και τι να του έλεγα; Όλοι θα κοιμόντουσαν και κανείς δε θα μου έδινε σημασία. Κανείς δε θα έδινε σημασία στην αγωνία μιας «μάνας». Ίσως μόνο η Λένα, αλλά αυτή είχε άλλους λόγους να ξεσυνερίζεται την Ουρανία.

 Η Ουρανία ήταν αερικό, ενταγμένη στην παρέα κι ανυπότακτη. Η Ουρανία ήταν άνεμος και σταγόνα, σ’ ένα κορμί φλεγόμενο, κι έσβηνε μέρα τη μέρα. Η Ουρανία ήταν το όνειρο που μέσα του βρυχάται ένας χείμαρρος αγωνίας, ελπίδας και ματαιότητας. Η Ουρανία ήταν η καρδιά που κυνηγούσε κάτι ν’ αγαπήσει, κι αφού δεν έβρισκε τίποτα άξιο μέσα σε μια εποχή ξεψυχισμένη, είχε αποφασίσει να αγαπάει το κάθε τι.

 Μια παρέα ήμασταν – άλλοτε φίλοι, άλλοτε συμμορίτες – που έψαχναν να σμίξουν, να αναγνωριστούν, να ταιριάξουν, να αγωνιστούν και να ερωτευθούν. Κι η Ουρανία ήταν εκεί, ανάμεσά μας, για να μας υπενθυμίζει ότι η ωραιότερη ερωτοτροπία συμβαίνει στην απουσία συναντήσεων και ραντεβού και σχεδιασμών και πολλά υποσχόμενων λόγων ή ρομαντικών ρητορεύσεων.

 Μπήκε αλαφιασμένη κι όρμησε στο ψυγείο. Άρπαξε δυο ντομάτες, ένα κομμάτι τυρί, με ρώτησε αν έχω ψωμί, έγνεψα όχι και της έδειξα άφωνη ένα πακέτο φρυγανιές πάνω στον πάγκο. Τα έχωσε όλα σε μια σακούλα, άνοιξε να τρίτο κουτάκι μπύρας κι ήπιε το μισό μονορούφι.

«Είναι ένα παιδί έξω από την εκκλησία που ζητάει φαγητό! Σου έφερα αντίδωρο!»

 Άφησε στο ένα μου χέρι το αντίδωρο και στο άλλο το μισογεμάτο κουτάκι της μπύρας κι εξαφανίστηκε τρεχάτη. Κοινώνησα τον άρτον και τον ζύθον από το χέρι της ιέρειας μάνας, που έλιωνε κλείνοντας μέσα της τη φωτιά της κόλασης, για να μπορεί να χαρίζει λίγο Παράδεισο.

 Αυτή ήταν η Ουρανία, γι’ αυτό αγαπώ να τη θυμάμαι. Γιατί δεν ξέρω τι θα είχα γίνει χωρίς αυτήν, δεν ξέρω σε ποια κόλαση θα ξοδευόμουν.

 

(Συνεχίζεται…)

 

 

Πηγές έμπνευσης:

  1. «Λίνα» (Νικόλας Άσιμος)
  2. «Βράδυ Σαββάτου» (Χρήστος Κυριαζής)
  3. «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» (Νίκος Καββαδίας)
  4. «Ταξιδιάρα ψυχή» (Γιάννης Αγγελάκας)
  5. «Απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική» (Παντελής Ροδοστόγλου)
  6. «Δε μου ‘χει μείνει φωνή» (Νικόλας Άσιμος)
  7. «Σπασμένο καράβι» (Γιάννης Σκαρίμπας)
  8. «Έγινε η απώλεια συνήθειά μας» (Παντελής Ροδοστόγλου)
  9. «Εγώ δεν είμαι άνεμος» (Δημήτρης Μητσοτάκης)
  10. «Απ’ τα’ άπειρο σε εσένα» (Παντελής Ροδοστόγλου)

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

 





Αν μια φορά ο ήλιος σβυστή,
και πέσει σκοτεινιά στις καρδιές των ανθρώπων,
Άφησε αγαπημένε, το χλωμό μου φως
να σου φέγγει τον τραχύ σκληρό δρόμο...
Άφησε να γελώ μόνο σα γελάς εσύ.. 
Άφησε τα γκρεμισμένα χέρια μου να πλέξω
στο λαιμό σου, να γιομίσουν δύναμη
να χτίσω την αυριανή μας ευτυχία...

Κατερίνα Γώγου (ποιήματα σε φωτογραφίες)
20 Δεκέμβρη [...]

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

 Ο κόσμος χανόταν γύρω μας και ξαναγεννιόταν μέσα μας.

Η αθωότητα της γεννετήσιας πείνας στο βλέμμα σου.

Ο χρόνος μηδένιζε και μετρούσε ως την αιωνιότητά του στο άγγιγμά σου. 

Το δευτερόλεπτο της (ε)αυτοθυσίας μας, που ευαγγελίζεται την παρουσία του Θεού και την οδύνη του απείρου. 

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

"Σου το λέω, δεν είμαι μεγάλος ποιητής, αλλά καλός μάστορας. 
Ελέγχω το γραπτό μου σαν έμπορος. 
Δεν έχω νέες ιδέες, αλλά επεξεργάζομαι τις παλιές, ώστε να γίνουν πρωτότυπες."

                        Ντίνος Χριστιανόπουλος (2007) 

----------
Σωτηρία Σταυρακοπούλου, "Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Μια εκ βαθέων δεκαετής συνομιλία: 2004-2012"
εκδ. Ιανός (2019)

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

ΤΑΞΙΔΙ

 

Έσπαγα το κορμί σου σα ζαχαροκάλαμο 
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση 
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό. 
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας
και με ταξίδευες όλο τον δρόμο 
από το αγρίμι ως τον άνθρωπο. 

                                Σίφνος, Αύγουστος 1959


Τίτος Πατρίκιος, "Λυσιμελής πόθος", 
εκδ. Κίχλη (2014)

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020



Ο χρόνος δολοφόνος της πρόσκαιρης αθανασίας 
κι οι αναμνήσεις μισθοφόροι με αιμοσταγή σπαθιά. 
Αδιάκριτα μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε ανίατοι, κι έπειτα αυτοκτονούν. 

Μυροβόλοι Φοίνικες γεννιούνται ξανά και ξανά, εσαεί. 
Και μαζί τους ξαναγεννιέται κι ο κόσμος όλος. 

Χωρίς τις θλιβερές αναμνήσεις της θνητής αθανασίας, ο χρόνος θα είχε αθωωθεί για την ανηλεή του βαρβαρότητα. 

Η ανατολή θα είχε για πάντα την αθωότητα του βρέφους. 
Κι ο ήλιος θα σώπαινε για μια στιγμή να ακούσει το ευτυχισμένο, σπαρακτικό κλάμα του νιογέννητου.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Η πανσέληνος

Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ
 Απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο 
Απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα 
Τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου
Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου 
Ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου 
Θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.
----------

Αντώνης Φωστιέρης
Από τη συλλογή "Σκοτεινός Έρωτας" (Κέδρος, 1977)



Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Στα μάτια ύμνος


Κι α δεν είχε η ζωή χίλια χρώματα,χίλια σκήματα, πρόσωπα, κάλλη,κι α δεν έλαμπε κι έτσι η ζωή,στη ζωή θεία λαμπράδα, θεία κάλλη
τα δικά σας θα χύνανε χρώματα,η δική σας, ω μάτια, ζωή.
Μάτια τρίσβαθα, μάτια ηλιογέννητα,διαλαλείτε του ήλιου τη δόξαμε τη γλώσσα την άλαλη εσείς,
εσείς είστε τ’ ανθρώπου κι η δόξα,μάτια τρίσβαθα, μάτια ηλιογέννητα,τα πετράδια τ’ ατίμητα εσείς.
Μες στα πάντα —ο σοφός το διαλάλησε—ένας είναι ναός, ένας μόνο,
και τ’ ανθρώπινο σώμα είν’ αυτός.Άγιο φως, εσείς φέγγετε μόνοτου ναού —ο σοφός το διαλάλησε—φως που ανάφτει ο Θεός, πάντ’ αυτός.
Στης καρδιάς μας τα βάθη εσείς κάνετεό,τι κάνει στην όλη την πλάση,ό,τι κάνει ο θεός του φωτός·ολοπράσινη, ολόανθη πλάσητης καρδιάς μας τα βάθη τα κάνετε,μάτια, αστέρευτες βρύσες φωτός.

Από νύχτα δεμένη αξημέρωτημες στα μάτια των άλλων πλασμάτωνμια θαμπή παραδέρνει ψυχή·μια φορά σαν των άλλων πλασμάτων,από νύχτα δεμένη αξημέρωτη,
θαμποζούσε τ’ ανθρώπου η ψυχή,
μα, νά! πρόβαλε μέρα αβασίλευτη·μάτια ανθρώπινα, μέσα σας τώρααϊτοβλέπει καθάρια ψυχή,καθρεφτίζει την όψη της τώρα,
που της φέγγει μια μέρα αβασίλευτη,στην αιώνια του κόσμου Ψυχή.
Ο θεός του φωτός ήρθε κι άνοιξετων πλασμάτων τα μάτια εδώ πέρα,μα παλάτι του διάλεξ’ εσάς·
από τ’ άφταστα ύψη εκεί πέρατων πλασμάτων τα μάτια ήρθε κι άνοιξε,μα έχει θρόνο του μόνον εσάς.
Και για τούτο σαν ήλιος φωτίζετεκαι σα θάλασσα τρέμετε, μάτια,
κι είστε ολόβαθα σαν ουρανός,σα φουρτούν’ αγριεύετε, μάτια,και του νου τα σκοτάδια φωτίζετεκαι το γέλιο σας είναι ουρανός.
Ένα πνέμα, ποιός ξέρει! Ένας άγγελος
των πνεμάτων τη χάρη σάς δίνει·τίποτ’ άλλο δεν έχει στη γητ’ αγαθά τα δικά σας· τα δίνειένα πνέμα, ποιός ξέρει! ένας άγγελος…—Μάτια μου, είναι δική σας η γη,

είν’ ο κόσμος δικός σας, ω μάτια μου,απλωθείτε, χαρείτε τον κόσμο,κάθε ωραίαν αγκαλιάστε θωριά,γιατί απ’ όλα τα ωραία στον κόσμοτ’ ομορφότερον ένα είναι, μάτια μου·
αρχή, τέλος, του ωραίου η θωριά!
Κάθε ωραίο είναι χνούδι ευκολότριφτο,το φλογίζ’ η αγκαλιά, και το χέριτο ξεφτίζει, κι αυτό το φιλίπου το γγίζει, βαραίνει σα χέρι·
κάθε ωραίο είναι χνούδι ευκολότριφτο,του ματιού θέλει μόνο φιλί.
Μ’ αυτό μόνο ξανοίγω και χαίρομαιτους κρυφούς θησαυρούς σας και κόσμους,πόθοι, ελπίδες, αγάπες, χαρές·
βλέπω· ορίζω σαν άρχοντας κόσμους,τους κρατώ με τα μάτια, τους χαίρουμαι,και ποτέ δεν περνάν οι χαρές.
Σα βασίλεμα, σα γλυκοχάραμα,ω παρθένα, σε βλέπω, με φτάνει,τίποτ’ άλλο από σε δε ζητώ στης καρδιάς μου τ’ απόκρυφα φτάνειαπ’ τα μάτια μου σα γλυκοχάραμαό,τι μέσα στα μάτια ζητώ.
Μάτια αθώα και μάτια πολύτροπα,
μάτια ξάστερα, μάτια από δάκρυαθολωμένα, γλυκιά είν’ η ζωή!Κλαίτε! θρέφεται, ανθίζει με δάκρυα,μάτια αθώα και μάτια πολύτροπα,τ’ ανεμόδαρτο δέντρο, η ζωή.

Αλλά πρώτα κι απ’ όλα κοιτάτε μας,μάτια κάθε ψυχής π’ αγαπούμε!Τη δική σας δεν κάνει ματιάκανενός ήλιου αχτίνα, κοιτάτε μας,ζούμε, σβήνουμε, ανθούμε, αγαπούμε
με τα μάγια που κλει μια ματιά.
Και το φως των ονείρων ανάφτετεκαι τη γη χρυσοδένετε πάνταμε τ’ αγνά του μεγάλου ουρανού,και σα σβηέστε, δε χάνεστε· πάντα
κι άλλα μάτια απ’ το φως σας ανάφτετεκι είστε αστέρια τ’ ανθρώπου — ουρανού.
Κι α δεν είχε η ζωή χίλια χρώματα,χίλια σκήματα, πρόσωπα, κάλλη,κι α δεν έλαμπε κι έτσι η ζωή,
στη ζωή θεία λαμπρότη, θεία κάλλητα δικά σας θα χύνανε χρώματα,η δική σας, ω μάτια, ζωή!


Κωστής Παλαμάς 

Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1634

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Πεθαίνοντας

Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·
όταν φτασμένη απάνω στον ορίζοντα,
 θα ιδείς μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ΄άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα·
την ώρα την υπέρτατη που θέ να θυμηθείς
μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;
ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

Κ.Γ.Καρυωτάκης
Από τη συλλογή Νηπενθή (1921)

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Πάντα σου γενναιόδωρος στο ζύγι.
Λίγα γραμμάρια παραπάνω χθες, περισσότερα παραπάνω σήμερα.
Κουβαρντάς κατά λάθος ή από υπερβάλλοντα ζήλο.
Τ' αφήνεις έτσι, παραπανίσια, χωρίς να τα χρεώνεις.
Όλοι πληρώνουν για την ποσότητα που ζήτησαν, ή και καθόλου.

"Μεγάλες προσφορές εντός", με κόκκινα γράμματα στη βιτρίνα.
"Ευκολίες πληρωμής. Αγορές επί πιστώσει", με μαύρα ξεθωριασμένα γράμματα πάνω από το ταμείο.

Κλείσε τα τεφτέρια και τα μπακαλόχαρτα.
Άσε τους λογαριασμούς και τις προσθαφαιρέσεις κατά μέρος.

Αυτό το αλισβερίσι δεν είναι για μπακάληδες.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020


Η αγάπη είναι συντροφιά.
Δεν ξέρω πια να οδεύω μόνος μου τους δρόμους,
γιατί πια μόνος δεν μπορώ να οδεύω.
Μια σκέψη ορατή με κάνει να πηγαίνω πιο γρήγορα
να βλέπω λιγότερο, και μαζί να χαίρομαι που οδεύω
βλέποντας τα πάντα.
Ακόμη κι η απουσία της είναι κάτι που είναι μαζί μου.
Κι εγώ την αγαπάω τόσο που δεν ξέρω πώς
 να την επιθυμώ.
Σαν δεν τη βλέπω, τη φαντάζομαι κι είμαι
 δυνατός σαν τα ψηλά δέντρα.
Αλλά σαν τη βλέπω τρέμω, δεν ξέρω τι έγινε αυτό που αισθάνομαι στην απουσία της.
Ολόκληρος είμαι κάποια δύναμη που 
με εγκαταλείπει.
Όλη η πραγματικότητα με κοιτάζει σαν ένα ηλιοτρόπιο που 'χει στο κέντρο του
 το πρόσωπό της.

----------

Fernando Pessoa, Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, εισαγωγή-μετάφραση Μ. Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2014

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, "ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ"

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ
                                Α'
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.
Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

                                Β'
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό
ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!
Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού...
Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.
Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

                                Γ'
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.
Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:
"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.
Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.
Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.
Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."
Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.
...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

                                Δ'
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.
Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.
Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...
Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.
Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

                                Ε'
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.


             Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30


----------
Γιώργος Σεφέρης 
Ποιήματα
Εκδ. Ίκαρος (2018)