Σάββατο 28 Μαρτίου 2020


Άπλωσε και της έπιασε το χέρι, μια κίνηση φυσική, δικαιωματική.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή η γλύκα του ανοιξιάτικου απομεσήμερου του φάνηκε πως είχε κάνει την αριστερή γωνία των χειλιών της να ανασηκωθεί ελαφρά, σε μια ανεπαίσθητη, ανυποψίαστη αποτύπωση ευχαρίστησης.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή οι γιατροί τής είχαν συστήσει ηρεμία και βόλτες στην εξοχή. Κι ήταν πραγματικά ένα υπέροχο ανοιξιάτικο απόγευμα στο μικρό πάρκο.
Ο ήλιος σχεδόν κέρδιζε τη μάχη με τα απομεινάρια της εξασθενημένης κι ανίσχυρης παγωνιάς του χειμώνα, μετατρέποντάς τη σε σχεδόν απολαυστική δροσιά.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή την υποχρέωνε να ακολουθεί κατά γράμμα τις συμβουλές των γιατρών, που θα την έκαναν και πάλι την πολύχρωμη, λουλουδένια, κελαρυστή κοπέλα που παντρεύτηκε πριν χρόνια.
Καθόταν δίπλα της στο παγκάκι και της κρατούσε το χέρι κι ένιωθε μόνος.
Η μοναξιά είναι δυστυχία.
Η σκέψη, για μια ντροπιαστική, επίπονη στιγμή άγγιξε τους νευρώνες του εγκεφάλου του κι αμέσως εκδιώχθηκε.
Να, όπως αυτή η μέλισσα στο απέναντι παρτέρι, που πλησιάζει διστακτικά ένα λουλούδι και χωρίς να το αγγίξει - ή μπορεί και να το αγγίζει (ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα;) για κλάσματα δευτερολέπτου με τα τριχωτά αηδιαστικά τρία ζεύγη ποδιών της - τινάζεται βουίζοντας ενοχλημένη για να βολευτεί και να τρυγήσει τη γύρη στο διπλανό μπουμπούκι.
Βουίζοντας ενοχλημένη η σκέψη του τινάχτηκε για να βολευτεί στον ανθό της αξιοπρέπειας.
Χάσματα χωρίζουν τους ανθρώπους, ακόμα και τα ανδρόγυνα. Τη σιωπή του συντρόφου σου πρέπει να τη σέβεσαι και να μην προσπαθείς να την εξορκίσεις ενάντια στη θέλησή του.
Είναι θέμα ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, δικής του και δικής σου.
Λοιπόν, όχι, δεν ήταν μόνος, της κρατούσε το χέρι κι ήταν αξιοπρεπής.
Κι εκείνη, όχι, δεν ήταν ψυχρή. Το ταραγμένο μυαλό της που χρειαζόταν ηρεμία και βόλτες στην εξοχή, δεν τον είχε εγκαταλείψει, τον άφηνε να της κρατάει το χέρι κι ήταν ανεξάρτητη.

---

Κι εκείνη, άφηνε το χέρι της μέσα στο δικό του χωρίς συναίσθημα, με μια συγκαλυμμένη ενόχληση για τα επίμονα δείγματα φροντίδας του.
Ας της κρατούσε το χέρι, λοιπόν, αφού το ήθελε - αν το ήθελε στ' αλήθεια - ή αφού έτσι είχαν πει οι γιατροί.
Θα του πετούσε κι αυτή ένα κόκαλο, το κρύο χέρι της μέσα στο δικό του, κούτσουρο, ξερό κλαδάκι, η μοναδική μάλλον απόδειξη χειμώνα μέσα στο καταπράσινο κι ολάνθιστο πάρκο.
Χα! Το μικρό παρκάκι κοντά στο σπίτι τους, αυτή ήταν λοιπόν η ερμηνεία του για το "βόλτες στην εξοχή".
Ήταν από πάντα του δειλός, με τρόπο τυπολατρικό. Του άρεσε πάντα να προσδίδει μια ποιότητα στους τρόπους του, με το ελάχιστο δυνατό για εκείνον κόστος, με κάτι τέτοιες κινήσεις αβρής λεπτότητας.
Αλλά στην πραγματικότητα ήταν πάντα δειλός.
Κι αυτή η δειλία είχε γίνει, τώρα στα πενήντα του, συμβατικότητα. Και την είχε κάνει κι εκείνη μια σύμβαση, αναγκασμένη να τρέχει από γιατρό σε γιατρό για να μπορεί να κάνει συνταγογραφημένες βόλτες στην "εξοχή".
Θα του πετούσε, λοιπόν, ένα κόκαλο, επειδή εκείνη ήταν κάποτε γενναία, αλλά ηττήθηκε από τη δειλία της υποχρεωτικής τήρησης των συμβάσεων.
Ήταν εκείνη η καταδικασμένη μολόχα που διάλεξε να φυτρώσει κάτω από αυτό το πεύκο δίπλα της στο παγκάκι, και τώρα πνιγόταν στις ξερες πευκοβελόνες.
Θα του πετούσε ένα κόκαλο, επειδή ήταν καταδικασμένη.
Θα του πετούσε ένα κόκαλο για να διασκεδάσει (ή μήπως να επικυρώσει;) την εξαχρείωση του έγγαμου βίου.
Όσο περνούσε η ώρα (τα χρόνια), η μάχη πρώιμου ανοιξιάτικου ήλιου (νεανικής γενναιότητας) και όψιμης χειμωνιάτικης παγωνιάς (μεσήλικης αναλγησίας) αντιστρεφόταν.
Δεν ένιωθε τίποτα.
Όλη η φύση γύρω της κραύγαζε με πολύχρωμες ντουντούκες στα ανθισμένα παρτέρια, στα πράσινα, φουσκωμένα, γεμάτα χυμούς κλαδιά, κι εκείνη δεν ένιωθε τίποτα.
Όπως αυτό το σπουργίτι - αλήθεια, δε θυμόταν ποτέ να έχει δει δυο σπουργίτια να χαζολογάνε παρέα σε κάποιο μονοπάτι κάποιου αγρού - που περπάτησε ατάραχο μπροστά τους, και ξάφνου, αδιάφορα κι αποφασιστικά πέταξε μακριά, πάντα μόνο.
Θα του πετούσε, λοιπόν, ένα κόκαλο, επειδή δεν ένιωθε τίποτα.

***

Πηγή έμπνευσης: 
"Το κρυφό σινιάλο που περνά από μια γενιά, συγκαλυμμένα, στην επόμενη είναι η αποστροφή, το μίσος, η απόγνωση."
Βιρτζίνια Γουλφ, "Η κυρία Ντάλογουέι", μετάφραση Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου, Μεταίχμιο 2005

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Το χτικιό* εν έτει 1934: η τρομερή νόσος κι ο νοσηρός τρόμος


Ο Γερασιμάκης περίμενε να νυχτώσει για να τρυπώσει στο προαύλιο του νοσοκομείου. Είχε καταφέρει να βγει από το σπίτι χωρίς να τον καταλάβει ο θείος του, ο οποίος είχε αναλάβει την επιμέλειά του από τότε που το χτικιό σκότωσε τον πατέρα του κι έστειλε τη μάνα του στο νοσοκομείο.

Ο θείος του, αδερφός της μάνας του Γερασιμάκη, ενθουσιάστηκε στην προοπτική να κηδεμονεύσει τον (σχεδόν) ορφανό ανιψιό του. Τρεις μέρες μετά την εισαγωγή της αδερφής του Διονυσίας στο νοσοκομείο, κατάφερε το απίστευτο: να πουλήσει σε καλή συγκριτικά τιμή το δίπατο σπίτι του συχωρεμένου γαμπρού του στο Ληξούρι κι όλα τα υπάρχοντά τους.
Κι ήταν αυτή η πώληση απίστευτη πραγματικά, διότι εκείνα τα χρόνια δεν τολμούσες ούτε απ' έξω από τα σπίτια όπου είχε φωλιάσει το χτικιό να περάσεις.
Ο μπάρμπα-Παναής, όμως, ήταν άνθρωπος σκληρός, πονηρός κι άκαρδος. Αμέσως μόλις αρρώστησε ο γαμπρός του, πλεύρισε μυστικά εναν Ληξουριώτη ομογενή από την Αμερική, με πολλά λεφτά κι ανοιχτά μυαλά.
Μαθημένος αλλιώς ο "Αμερικάνος", άφοβος καθότι γαλουχημένος με την ιδέα της σίγουρης επιτυχίας λόγω "υπερατλαντικής" καταγωγής, τολμηρός λόγω αλαζονείας κι αποφασιστικός λόγω τόλμης, περίμενε να αδειάσει από τους ιδιοκτήτες του το αρχοντικό του Σπύρου και της Διονυσίας Προκοπάτου για να το αγοράσει.

Ο Γερασιμάκης ένιωσε, έτσι, στα έξι του τι σημαίνει πατερναλιστής. Ο μπάρμπα-Παναής τον κρατούσε σε ενός είδους κατ' οίκον περιορισμό, σε καραντίνα σα να λέμε σήμερα, στο κατώγι του σπιτιού του στο Αργοστόλι. Φοβόταν μήπως είχε κολλήσει κι ο μικρός το χτικιό. Θα έμενε εκεί μέχρι να περνούσε ικανό χρονικό διάστημα χωρίς να νοσήσει.
Στην πραγματικότητα, θα έμενε εκεί μέχρι ο θείος του να ξεπουλήσει ολόκληρη την περιουσία των γονιών του, πάντα με την πρόφαση της προστασίας του ανήλικου ανιψιού του από τους κακόβουλους που θα έβαζαν στο μάτι τα κτήματα του ορφανού.

Μ' ένα σκοινί κρεμούσε κάθε μέρα το φαγητό του Γερασιμάκη από το επάνω πάτωμα. Σαν άκουγε τη φωνή του θείου του, ο μικρός άνοιγε το παραθυρόφυλλο κι άπλωνε τα χεράκια του να το πιάσει. Δεν τα κατάφερνε πάντα, το παράθυρο ήταν μικρό και ψηλά στον τοίχο του κατωγιού, συχνά το φαγητό έπεφτε στο χώμα κι ο Γερασιμάκης το τραβούσε με έναν κασμά.
Έτσι έμαθε να τρώει ψωμί βρώμικο και ντοματόφλουδες λιωμένες.

Των περισσοτέρων η ψυχή σκουριάζει από την καρφωμένη μέσα τους αδικία, του Γερασιμάκη η ψυχή ανδρώθηκε ευαίσθητη κι ελεύθερη.
Μπορεί γι' αυτό να άντεξε την πείνα της κατοχής, επτά χρόνια μετά, όταν οι ξενόφερτοι ηγέτες πατερναλιστές του επέβαλαν για δεύτερη φορά στη ζωή του την απαγόρευση κυκλοφορίας.
Μπορεί γι' αυτό να τόλμησε ένα άλλο βράδυ, τριάντα πέντε χρόνια μετά, να συναντήσει τους πέντε συντρόφους του σε ένα υπόγειο στην Καισαριανή, όταν οι ντόπιοι ηγέτες πατερναλιστές είχαν απαγορεύσει - για τρίτη φορά στη ζωή του Γερασιμάκη - την κυκλοφορία.

Εκείνο το βράδυ του 1934 ήταν αποφασισμένος να πάει να δει τη μάνα του. Είχαν περάσει είκοσι μέρες που χωρίστηκαν και κανείς δεν του έλεγε τίποτα για εκείνη.

Δυσκολεύτηκε να τη βρει. Το νοσοκομείο του Αργοστολίου θύμιζε πρόχειρα στημένο θάλαμο νοσηλείας σε μέτωπο μάχης. Παντού ψυχές που αργοσβήναν σε ντιβάνια, σε καρέκλες, στις σκάλες, στο πάτωμα. Παντού βογγητά, βήχας και ματωμένα ξερατά. Έκλαιγαν οι ετοιμοθάνατοι ανήμποροι, έκλαιγαν κι οι γιατροί κι οι νοσοκόμοι επίσης ανήμποροι.

Η Διονυσία Προκοπάτου ήταν από τους "τυχερούς", το χτικιό τη χτύπησε νωρίς και νοσηλευόταν σε θάλαμο με κρεβάτι. Είχε κλειστά τα μάτια κι ανέπνεε με δυσκολία, αλλά ήταν ζωντανή. Ο Γερασιμάκης άπλωσε το χεράκι του διστακτικά. Το χτικιό κολλάει κι από τα ρούχα, σκέφτηκε.
Το ξαπλωμένο ημιλιπόθυμο ξόανο, ελάχιστα θύμιζε την όμορφη αρχόντισσα Διονυσία Προκοπάτου. Το βλέμμα της μάνας, όμως, ανυπότακτο, δεν ακολουθεί τις βουλές του κορμιού. Άνοιξε τα μάτια της κι είδε τον γιο της να κουβαλάει αγέρωχος το βαρύ φορτίο της μοναξιάς και της αδικίας.
Κι ήταν το βλέμμα της αυτό γεμάτο χάδια ορφανεμένα.

"Μάκη μου, δεν κάνει να είσαι εδώ, αφέντη μου**. Φύγε να γλιτώσεις εσύ παιδί μου. "
Έπνιξε το βήχα της και συνέχισε.
"Τρως; Αδυνάτισες. Λεφτά έχεις; Στάσου, κάπου έχω φυλάξει ένα τάληρο."
Άπλωσε το χέρι της στο κομοδινάκι δίπλα, μα το μάζεψε βιαστικά.
Το χτικιό φωλιάζει σε ό,τι αγγίζει ο άρρωστος, σκέφτηκε.
"Πήγαινε, αφέντη μου, στην ευχή μου. Ο Άγιος*** μαζί σου."

Δεν την ξαναείδε τη μάνα του ο Γερασιμάκης, κι ούτε αρρώστησε ποτέ ο ίδιος από το χτικιό.

Σήμερα, στα ενενήντα δύο του χρόνια, ζει για τέταρτη φορά την πατερναλιστική απαγόρευση κυκλοφορίας.

Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, ακόμα κι αυτά που αποφασίζουν οι άλλοι για το καλό του.
Κάθε αιώνας έχει τις πανδημίες του και τις τρομολαγνείες του.
Κάθε αιώνας έχει τους αλληλέγγυους και τους ατομιστές του.
Μόνη ελπίδα, ίσως, το κουράγιο κι όση γενναιότητα αντέχει ο καθένας.

----------

*η φυματίωση 
**χαϊδευτική προσφώνηση που χρησιμοποιούν στην Κεφαλονιά για τα αγόρια 
***ενν. ο Άγιος Γεράσιμος, πολιούχος της Κεφαλονιάς 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

21 Μαρτίου

Παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων.
Παγκόσμια ημέρα ποίησης.

Ο ρατσισμός έχει πολλά πρόσωπα, ύπουλα κρυμμένα. Ρατσισμός δεν είναι μόνο το Απαρτχάιντ. Ρατσισμός είναι να αποτραβιέσαι με βδελυγμία από τον συμπολίτη σου που περπατάει στο ίδιο πεζοδρόμιο με εσένα, επειδή απλά έβηξε.

Ευτυχώς, η ποίηση έχει μόνο ένα πρόσωπο, πολύχρωμο μα ίδιο σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου.
Η ποίηση έχει "ένα γλυκύτατο χαμόγελο" και μπορεί και ταξιδεύει παντού "χωρίς πάσο".

----------

Το παιδί που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στη Νυάνγκα (1) - Ένα ποίημα της Ίνγκριντ Γιόνκερ σε μετάφραση της Χριστίνας Λιναρδάκη (Πηγή: vakxikon.gr)
Το παιδί δεν είναι νεκρό
το παιδί υψώνει τις γροθιές του ενάντια στη μητέρα του
που ουρλιάζει Αφρική     ουρλιάζει τη μυρωδιά
της ελευθερίας και της ερείκης (2)
στα μέρη της καρδιάς υπό κατάληψη
Το παιδί υψώνει τις γροθιές του ενάντια στον πατέρα του
στην παρέλαση των γενεών
που ουρλιάζουν Αφρική     ουρλιάζουν τη μυρωδιά
της δικαιοσύνης και του αίματος
στους δρόμους της ένοπλης περηφάνιας του
Το παιδί δεν είναι νεκρό
ούτε στη Λάνγκα ούτε στη Νυάνγκα
ούτε στο Ορλάντο ούτε στο Σάρπβιλ
ούτε στο αστυνομικό τμήμα στους Φιλίππους
όπου κείτεται με μια σφαίρα στο κεφάλι
Το παιδί είναι η σκιά των στρατιωτών
που στέκουν σε ετοιμότητα με όπλα, μαχαίρια και κλομπ
το παιδί είναι παρόν σε όλες τις συσκέψεις και τα νομοθετήματα
το παιδί κρυφοκοιτάζει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών μες στις καρδιές των μανάδων
το παιδί που απλώς ήθελε να παίξει κάτω απ’ τον ήλιο στη Νυάνγκα είναι παντού
το παιδί που έγινε άντρας διατρέχει όλη την Αφρική
το παιδί που έγινε γίγαντας ταξιδεύει όλο τον κόσμο
Χωρίς πάσο. (3)
 
Σημειώσεις
*Η Ίνγκριντ Γιόνκερ (Ingrid Jonker,1933-1965) ήταν Νοτιοαφρικανή ποιήτρια.  Συχνά αποκαλείται «Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ», λόγω της έντασης των ποιημάτων της και της τραγικής κατάληξης της ταραχώδους ζωής της: όταν πνίγηκε, τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1965, ήταν μόλις 31 ετών. Είχε εκδώσει μέχρι τότε δύο ποιητικές  συλλογές. Η τρίτη της συλλογή εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1966. Έγραψε στα αφρικάανς, τα ποιήματά της όμως μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες.Παρόλο που άφησε πίσω της μικρό έργο, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποίηση και τον πολιτισμό των Αφρικάνερ, δηλ. των Ολλανδικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό της, έγινε αντικείμενο λατρείας  στη Νότια Αφρική και γνωστή παγκοσμίως. Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της.
1. Η Γιόνκερ έγραψε το ποίημα αφού επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα των Φιλίππων για να δει το πτώμα ενός παιδιού που σκοτώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του από πυροβολισμό αστυνομικών στον δήμο Νυάνγκα του Κέηπ Τάουν. Το περιστατικό σημειώθηκε μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ (όπου, το 1960, η αστυνομία σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180 έγχρωμους φοιτητές που συμμετείχαν σε ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ), νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Το ποίημα  επίσης απήγγειλε ο Νέλσον Μαντέλα κατά την πρώτη του ομιλία στο κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, τον Μάιο του 1994.
2. Η ερείκη (callunavulgaris, αγγλ. heather) είναι σύμβολο καθαρότητας και θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.
3. Αν κάποιος τολμούσε να διασχίσει απαγορευμένο δρόμο χωρίς να έχει πάσο, τον εκτελούσαν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.
----------
Για τον "δικό μας" Γιάννη Ρίτσο δε χρειάζονται συστάσεις:
Ο ποιητής (Από τη συλλογή "Τα αρνητικά της σιωπής" που γράφτηκαν στο Καρλόβασι από τις 29 Ιουνίου ως τις 30 Ιουλίου του 1987)
Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι, το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. 
Το χέρι του είναι αδιάβροχο στη νύχτα. 
Όταν θα φύγει (γιατί όλοι θα φύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον που αδιάκοπα θα λέει "ναι" και πάλι "ναι" σ' όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες. 

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Το χτικιό* εν έτει 1934: η αλληλεγγύη

Η Φώτο τύλιξε λίγο ψωμί και μια ντομάτα στο τουλπάνι και βγήκε στην αυλή. Περπάτησε ως το σπιτάκι παρακάτω με το πρόσωπό της κρυμμένο στο μαντήλι της, άφησε τον μικρό μπόγο στην αυλόπορτα και φώναξε τη Μαρίνα να βγει να τον πάρει.

Κάθε μέρα, δέκα μέρες τώρα, της πήγαινε φαγητό παρακούοντας κι αψηφώντας τις φωνές του άντρα της.
Η Μαρίνα ήταν κουνιάδα της Φώτος, αδερφή του Σεραφείμ από άλλη μάνα.

Δέκα μέρες κουβαλούσε η Μαρίνα το χτικιό, δέκα μέρες τώρα ψηνόταν στον πυρετό και πνιγόταν με το αίμα της κάθε φορά που έβηχε. Κλεισμένη στο μικρό σπιτάκι της -προίκα από τη συχωρεμένη τη μάνα της - άνθρωπος δεν την πλησίαζε, ούτε καν ο αδερφός της.
Το χτικιό είχε θερίσει το μισό νησί, πανδημία σα να λέμε σήμερα.
Το χτικιό, έλεγαν, φώλιαζε παντού: στον αέρα που ανέπνεε ο άρρωστος, στα ρούχα του, στο σπίτι του.
Το χτικιό, έλεγαν, φώλιαζε στην ίδια την οικογένεια και στους απογόνους του αρρώστου, ακόμη κι αν δε νοσούσαν: όποιον αρρώσταινε τον ξέγραφε όλο το χωριό, κι αυτόν - που πέθαινε έτσι κι αλλιώς - αλλά και τους συγγενείς του.

"Πάλι στη χτικιασμένη πήγες;", φώναζε κάθε βράδυ ο Σεραφείμ.
"Αδερφή σου είναι και δεν έχει κανέναν", του απαντούσε η Φώτο.
"Κουρλάθηκες Φώτο! Το χτικιό φωλιάζει στην κάσα του πατερού** κι εμείς έχουμε κόρη να παντρέψουμε!"
Η Φώτο δεν άκουγε, όχι πως δε φοβόταν, αλλά δεν της πήγαινε καρδιά να την αφήσει τη Μαρίνα. Ως και κινίνο*** έβρισκε όπως όπως κι όποτε και της πήγαινε.

Η Μαρίνα περίμενε να νυχτώσει κι έβγαινε στην αυλόπορτά της κάθε βράδυ να μαζέψει τη φροντίδα και την έγνοια της Φώτος. Φροντίδα κι έγνοια άλλοτε τυλιγμένες σε τουλπάνια, άλλοτε σε μπακαλόχαρτα κι άλλοτε στα ασημόχαρτα του φαρμακοτρίφτη.

Ένα μήνα άντεξε μόνη της η χτικιασμένη Μαρίνα, και τα κατάφερε.
Όταν έκλεισε μια εβδομάδα απύρετη, βγήκε πρωί πρωί στην αυλή με τα μαλλιά της πλεγμένα σε κοτσίδες κοριτσίστικες, ξυπόλυτη, χορεύοντας και φορώντας τα νυφικά της εσώρουχα που της είχε αφήσει η μάνα της μαζί με τα υπόλοιπα προικιά της, κλεισμένα στην ντιβανοκασέλα της.
Ασπρόρουχα για εκείνη κι όποιον τυχερό την έπαιρνε για γυναίκα του.
Αλλά η Μαρίνα είχε την τύχη να σωθεί από το χτικιό, μοναδική σε ολόκληρο το νησί που τα κατάφερε χωρίς νοσηλεία, κι αυτή η τύχη ήταν αρκετή για να μη δει άλλο "τυχερό" στη ζωή της.

Το μυαλό της είχε γυρίσει μια για πάντα στην παιδική της ηλικία, κι ας είχε ήδη κλείσει τα είκοσι.
Η Φώτο συνέχισε να τη φροντίζει σα να ήταν η Μαρίνα η δεύτερη κόρη της. Ο Σεραφείμ δεν ξαναέφερε καμία αντίρρηση.

Πρώτη και τελευταία φορά την είδα τη Μαρίνα όταν ήμουν στην ηλικία του μυαλού της. Φάνηκε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα παιχνίδια μου παρά για τις συζητήσεις της οικογένειας που ξαναέσμιγε στο χωριό της Κεφαλονιάς μετά από χρόνια.

Η μαμά μου της κράτησε για λίγο συντροφιά, από αγάπη και συμπόνια για εκείνη και για εμένα που τρόμαξα όπως τρόμαζε όλο το χωριό πριν περίπου πενήντα χρόνια, όταν ακόμα η Μαρίνα κουβαλούσε το χτικιό.

"Ήμουν όμορφη κάποτε Σωτηρούλα μου", είχε  πει στη μαμά μου, "είχα και προίκα, αλλά έδωσε ο Θεός κι αρρώστησα."

Η Μαρίνα είναι σήμερα εκατόν έξι χρονών, η Φώτο κι ο Σεραφείμ έχουν συγχωρεθεί από χρόνια. Τη φροντίζει η ανιψιά της, που παντρεύτηκε τελικά,  μολονότι είχε φωλιάσει το χτικιό στην κάσα του πατερού της.


*η φυματίωση

**τα δοκάρια, το ξύλινο στήριγμα της κεραμοσκεπής, ορατό από το εσωτερικό του σπιτιού, χρήσιμο μόνο για τη στήριξη της στέγης αφού άφηνε ακάλυπτα τα κεραμίδια τα οποία ήταν κι αυτά ορατά από το εσωτερικό των σπιτιών της εποχής. 

***φαρμακευτικό σκεύασμα σε χάπι κίτρινου χρώματος, εξαιρετικά πικρό στη γεύση, μοναδικό αντίδοτο, κι όχι πάντα επιτυχημένο, στη φυματίωση. 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Επιστροφή στο σπίτι μου (αυτό στον αριθμό 9)



Πού είναι το σπίτι μου; Ερώτημα αναπάντητο για χρόνια.

Μια σύμπτωση, ένα τυχαίο συναπάντημα, ένας μοιραίος συγχρωτισμός κι η βαριά μπόχα νεκραΐλας του μέχρι πρότινος "σπιτιού" μου, έδωσαν την απάντηση.

Όχι, σπίτι μου δεν είναι τα λεπτομερώς περιγραφόμενα τετραγωνικά στο Ε9 μου.
Σπίτι μου είναι το διαμέρισμα όπου η κόρη μου γέλασε λέγοντας "η μαμά άρχισε να γίνεται αστεία!"

Σπίτι μου είναι η κατηφορίτσα που ο μικρός αδερφός μου έπεσε με το ποδήλατο και χτύπησε το κεφάλι του.

Σπίτι μου είναι η μυρωδιά των λουλουδιών στο πάρκο απέναντι από το μπαλκόνι μου, που κλείνει μέσα της όλη την παιδική μου ηλικία.

Σπίτι μου είναι τα βηματάκια της κόρης μου στα πεζοδρόμια που κάποτε πατούσαν τα δικά μου πατουσάκια.

Σπίτι μου είναι το βιβλιοπωλείο στη γωνία, απ' όπου ψώνιζα ως φοιτήτρια, και το οποίο με καλωσορίζει και πάλι στη γειτονιά - Μάρτη μήνα - και γιορτάζει μαζί μου αυτή την άνοιξη με ένα ποίημα στη βιτρίνα του.

Σπίτι μου είναι οι αναμνήσεις και τα αρώματα που δεν ξεθυμαίνουν.
Η παιδικότητα των οκτώ, των δεκαοκτώ, κι επιτέλους των τριάντα οκτώ ετών μου.

Δεν κατοικώ πουθενά, παρά μόνο στο μυαλό μου.
Κι εκεί έχεις αποκτήσει εσύ την πλήρη κυριότητα, με χρησικτησία.

----------

ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΝΟΥ
Μες στη διαφάνεια του πρωινού άνοιξα τα παράθυρά μου
Και σ' είδα απ' όλα τα σημεία χαρούμενη να κατεβαίνεις
Πλαγιά-πλαγιά τους ουρανούς, πλαγιά-πλαγιά τους λόφους
Σα νάρχεσαι από την πηγή κι' απ' την αρχή του κόσμου.
Κουδούνια και χαμόγελα σέρνει το φόρεμά σου
Που το φιλούν και το σηκώνουν οι αύρες στο γαλάζιο
Κι' είσαι παντού με μι' αγκαλιά τριαντάφυλλα που φέγγουν
Τις πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου όταν βραδιάζει.
Μα όταν νυχτώνει, κλείνοντας τα τέσσερα παράθυρά μου,
Ενώ στο σκούρο θαλασσί παίρνουν να τρέμουν τ' άστρα,
Σμίγω έξω με το μέγα του σύμπαντος το φως σου
Λυώνοντας την εικόνα σου σε άχνινα συννεφάκια.
Κι ενώ κάτω από τη στέγη μου γέρνω το μέτωπό μου
Κι ακούω σκυμμένος του δικού μου κόσμου τις καμπάνες
Απ' έξω υπάρχεις εσύ φως, στερέωμα, ουρανός.

Νικηφόρος Βρεττάκος, από το "Το βιβλίο της Μαργαρίτας", 1949



Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Η επιστροφή στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας με τον αριθμό 9


Ο νοικάρης έφυγε μέσα Γενάρη.
Η απώλεια του εσόδου του ενοικίου ήταν η μικρότερη έγνοια της.
Ήταν, άλλωστε, συνηθισμένη στις ανα-απο-χωρήσεις.

Το σπίτι της, η ιδιοκτησία της, όπως συνήθως σε άριστη κατάσταση. Σα να πέρασε ο νοικάρης και να μην άγγιξε.
Με μια γρήγορη ανακαίνιση, τα ντουβάρια της ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ νοικάρης.
Όλα επισκευάζονται κι επανέρχονται στην αρχική τους κατάσταση.
Οι τοίχοι μας, τα τείχη μας, τα σπίτια μας, οι ψυχές μας.

Τίποτα δεν της έλειψε από τη σύμβαση του ενοικιοστασίου. Ούτε η μηνιαία καταβολή του μισθώματος - δεν ήταν εξάλλου αυτό το είδος αναγνώρισης της ιδιοκτησίας που εκτιμούσε - ούτε η κατά συνθήκην απαγόρευση εισόδου στο προικώο της - ποτέ δε ζήτησε άδεια εισόδου ούτε της απαγορεύτηκε η είσοδος οπουδήποτε.
Η αποχή κι η εισβολή ήταν πάντα επιλογές ασύμβατες κι ασυμβίβαστες, υπαγορευμένες μόνο και μόνο από τις επιθυμίες του εκάστοτε ενοικιαστή.

Ο μόνος που της έλειψε ήταν ο θυρωρός της πολυκατοικίας στον αριθμό 9.
Βγήκε στη σύνταξη.
Δεν κατάλαβε πώς και γιατί.
Φαινόταν νέος ακόμα.

Συνηθισμένος στη "σταθερή απεμπόληση της ευτυχίας" αναμένοντάς την, φαίνεται, γέρασε πρόωρα. Και τώρα που αυτή επέστρεψε, εκείνος αποφάσισε να αποσυρθεί.

Μικρό το κακό.

Ποιος επαφίεται στις μέρες μας στην έγκαιρη παράδοση της φυσικής αλληλογραφίας;
Ποιος έχει ανάγκη από μια "καλημέρα" το πρωί;


Όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι, πριν ένα χρόνο::

https://monhstonparadeiso.blogspot.com/2019/02/9.html?m=1

https://monhstonparadeiso.blogspot.com/2019/02/9_22.html?m=1

...όταν η επιστροφή κι η ιδιοκατοίκηση (του σπιτιού, του προικώου, της ιδιοκτησίας, της ψυχής μου) δεν υπήρχαν ούτε ως επιθυμία. 





Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Ένα ημισφαίριο στα μαλλιά, του Σαρλ Μπωντλαίρ

Άσε με ν’ αναπνεύσω ώρα πολλή, πολλή, το μύρο των μαλλιών σου, να βυθίσω όλο το πρόσωπό μου σαν άνθρωπος λουσμένος στα νερά κάποιας πηγής, αναταράζοντάς τα με τα χέρια μου σαν ένα μαντίλι μοσκοβολημένο, διαλύοντας τις αναμνήσεις στον αέρα. Αν ήξερες όλα όσα βλέπω, όλα όσα νιώθω, όλα όσα ακούω μέσα απ’ τα μαλλιά σου. Η ψυχή μου πλέει πάνω στο μόσκο όπως των άλλων πλέει πάνω στη μουσική. Τα μαλλιά σου κλείνουν ένα καθολικό όνειρο γεμάτο κατάρτια και πανιά, μεγάλες θάλασσες με θερμούς άνεμους ωθώντας με σε κλίματα ιλαρά, εκεί όπου το διάστημα βασιλεύει βαθύτερο και γαλανότερο, όπου η ατμόσφαιρα πάλλεται αρωματική μαζί με φύλλα με καρπούς και δέρμα ανθρώπινο. Στο πέλαο των μαλλιών σου το μάτι μου ξεκρίνει ένα λιμάνι πρησμένο με τραγούδια μελαγχολικά, στιβαρούς άντρες κάθε τόπου, πλεούμενα κάθε λογής, διαγράφοντας την πλέον περίπλοκη, λεπτοφυέστατη αρχιτεκτονική τους στο φόντο ενός απέραντου ουρανού όπου κυριαρχεί αέναη θερμότητα. Μέσα στα χάδια των μαλλιών σου ξαναβρίσκω τη νωχέλεια των αργόσυρτων ωρών πάνω σε ένα ανάκλιντρο μες στην καμπίνα κάποιου ωραίου καραβιού, βαυκαλισμένος από το ανεπαίσθητο λίκνισμα των νερών του λιμανιού, ανάμεσα σε γλάστρες και στάμνες με δροσερό νερό.
Μες στο σπινθηροβόλο τζάκι των μαλλιών σου, ανασαίνω τη μυρουδιά καπνού ανακατωμένου με όπιο και ζάχαρη. Μέσα στη νύχτα των μαλλιών σου βλέπω να λάμπει το άπειρο του τροπικού κυανού.
Μέσα στις χαμηλές αμμουδιές των μαλλιών σου, μεθώ από τις διάχυτες οσμές του μόσχου, της πίσσας, και του κακαόλαδου.
Άσε με να δαγκάσω ώρα πολλή, πολλή, τις μελανές, βαριές πλεξούδες σου. Σαν τραγανίζω τα μαλλιά σου, ελαστικά και επαναστατικά, θαρρώ ότι μασώ τις αναμνήσεις.
Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Ο αποφασιστικός Ηλίας Πετρίδης


Η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου είχε έναν αξιοζήλευτο τρόπο να ενημερώνει κάθε βράδυ τον σύζυγό της για τις οικογενειακές εξελίξεις της ημέρας.
Του σέρβιρε το ποτό του, καθόταν δίπλα του στον καναπέ και με βλέμμα ίδιο επαναλαμβανόμενη ρίμα σε επαναστατικό, αναρχικό ραπ τραγούδι του επαναλάμβανε σιωπηλά: "...Ενώ δεν ήσουν εδώ."

Έτσι κι εκείνο το βράδυ, που ο Ηλίας Πετρίδης έκατσε στον καναπέ περασμένες εννιά, έχοντας προηγουμένως σκηνοθετήσει στο στόμα της Όλγας την κωμωδία του άνανδρου ανδρισμού του, η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου έκατσε δίπλα του χαμογελαστή δίνοντάς του το ποτήρι με το ποτό του.
"Τηλεφώνησε ο Θανάσης, το πέρασε το ποινικό (...μου είχε πει πριν ένα μήνα ότι τον δυσκόλευε, ενώ δεν ήσουν εδώ).
Μεθαύριο είναι η συναυλία της Πηνελόπης, το θυμάσαι; (Κανονίστηκε πριν δυο μήνες ενώ δεν ήσουν εδώ.)
Η Μπλάνσι χειροτέρεψε σήμερα (...ο κτηνίατρος διέγνωσε καρκίνο πριν ένα μήνα, ενώ δεν ήσουν εδώ.)"

"Και θα την αφήσουμε μόνη της για να πάμε στη συναυλία στη Θεσσαλονίκη;"
Ήταν η μόνη φράση που αντείπε ο Ηλίας Πετρίδης στο μονότονο μονόλογο των ματιών της συζύγου του.

Η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου φόρεσε το δεύτερο αγαπημένο της βλέμμα: "(Χαίρομαι που κι απόψε σε διευκόλυνα ώστε να μην είσαι εκεί. ) Καληνύχτα!"

Το επόμενο βράδυ ο Ηλίας Πετρίδης επέστρεψε την ίδια ώρα στο σπίτι του, ήπιε το ποτό του κι άκουσε τη σύζυγό του να του λέει: "Αύριο φεύγουμε για Θεσσαλονίκη (βγάλαμε τα εισιτήρια πριν είκοσι μέρες, ενώ δεν ήσουν εδώ). Η συναυλία είναι μεθαύριο. Τα χάπια της Μπλάνσι είναι εκεί, σου έχω γράψει και οδηγίες. Αν γίνει οτιδήποτε τηλεφώνησέ μου."

Ο Ηλίας Πετρίδης πέρασε το πρώτο του βράδυ μόνος, παρέα με την ετοιμοθάνατη γάτα.
Δεν ήπιε ποτό, αφού δεν ήταν εκεί η σύζυγός του για να τον σερβίρει, ούτε έφαγε το μαγειρεμένο φαγητό που του είχε αφήσει στο ψυγείο.
Συζυγικά τερτίπια, ελλείψει πόθου, για να της αποδείξει πόσο ανάγκη την είχε.

Ο Ηλίας Πετρίδης δεν είχε ζήσει ποτέ δίπλα σε άρρωστο ή ετοιμοθάνατο. Η αργή, βαριά αναπνοή της Μπλάνσι και το θέαμα του φαινομενικά ήδη νεκρού ζώου, του προκαλούσε αδημονία. Δεν ήταν ότι ήθελε να πεθάνει η γάτα, ήθελε απλά κάτι να συμβεί.

Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στον κτηνίατρο, για πρώτη φορά μέσα στα επτά χρόνια που η γάτα έμενε μαζί τους. Ο γιατρός τού επιβεβαίωσε ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη και του υπενθύμισε ότι υπάρχει η λύση της ευθανασίας, αν τους ήταν πολύ οδυνηρό να βλέπουν την Μπλάνσι να αργοσβήνει.

Ο Ηλίας Πετρίδης σκέφτηκε ότι εκείνη τη στιγμή ήταν μόνος, ήταν οι υπόλοιποι που δεν ήταν εκεί. Αναλογίστηκε ακόμη πόσο τραυματικό θα ήταν για την ήδη υπερευαίσθητη ψυχή της κόρης του, να ζει καθημερινά την αναμονή ενός αναπόφευκτου θανάτου. Κι ένας θεός ήξερε πώς θα αντιδρούσε όταν τελικά η γάτα θα κατέληγε.

Οδήγησε με τη γάτα στο καλαθάκι, στη θέση του συνοδηγού, μέχρι το κτηνιατρείο, ο κτηνίατρος έκανε μια ένεση στη γάτα, η οποία ούτε καν κουνήθηκε, και της έκλεισε τα μάτια.
Οδήγησε πάλι πίσω στο σπίτι με τη γάτα στην ίδια ακριβώς θέση. Κατάφερε αυτό το κάτι που ανυπομονούσε να συμβεί. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός από τη μακάβρια ανάσα του ετοιμοθάνατου ζώου που δεν ακουγόταν πια. Την έθαψε στον κήπο και τηλεφώνησε στη σύζυγό του να της πει ότι η Μπλάνσι πέθανε. Λεπτομέρειες θα της εξηγούσε από κοντά.

Ή μπορεί και όχι.

Πήρε μια απόφαση ενώ εκείνη δεν ήταν εκεί, για το καλό της κόρης τους.
Είχε τη γενναιότητα να φέρει στο παρόν ένα ήδη τετελεσμένο μελλοντικό γεγονός, ενώ οι Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου, Αθανάσιος Πετρίδης ο νεότερος και Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου δεν ήταν εκεί.

Είχε τη γενναιότητα να κάνει κάτι δειλό, κάτι που εκείνοι δε θα αποφάσιζαν ποτέ να κάνουν.
Θα είχε τη γενναιότητα να επιστρέψει στη σύζυγό του το βλέμμα "δεν ήσουν εδώ", όταν εκείνη θα τον κατηγορούσε για την πράξη του.

Ή μπορεί και όχι.


ΤΕΛΟΣ

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Ο οικογενειάρχης Ηλίας Πετρίδης


Ο Αθανάσιος Πετρίδης ο νεότερος γεννήθηκε ενόσω και οι δυο γονείς του ασκούσαν τη δικηγορία.

Δυο χρόνια μετά, ο Ηλίας Πετρίδης ξεκίνησε ταχύρρυθμες σπουδές στο marketing, σε ιδιωτικό κολλέγιο. Οι ώρες που έλειπε από το σπίτι αυξήθηκαν, γεγονός το οποίο δε φαινόταν να διαφέρει και πολύ από τις ώρες παρουσίας του στο σπίτι, κλεισμένος καθώς ήταν στο γραφείο του κι ευτυχισμένος ανάμεσα στην προώθηση πωλήσεων και στις δικογραφίες.

Ο Αθανάσιος Πετρίδης ο νεότερος θα μπορούσε να είναι ένα δύστροπο, αντικοινωνικό πλουσιόπαιδο που μεγάλωνε με τους καλύτερους παιδαγωγούς κι έβλεπε τους γονείς του ελάχιστα. Αντίθετα, ο Αθανάσιος Πετρίδης ο νεότερος μεγάλωνε και γινόταν ένα παιδί έξυπνο και πειθαρχημένο.

Όταν ο Αθανάσιος Πετρίδης ο νεότερος ήταν πέντε, γεννήθηκε η αδερφή του, η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου.

Η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου δε θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από αυτό που ήταν: ένα παιδί διαφορετικό από τα υπόλοιπα της ηλικίας της.
Την ενοχλούσαν τα δυνατά φώτα, διαμαρτυρόταν συνεχώς ότι τα ρούχα της της προκαλούσαν φαγούρα και διέκοπτε τις συζητήσεις των γονιών της με φωνές κατηγορώντας τους ότι κάνουν πολλή φασαρία.
Προτιμούσε να περνάει όλη την ημέρα στο δωμάτιό της, με τα παντζούρια κλειστά.
Η τηλεόραση, η κίνηση στους δρόμους, οι πολυσύχναστοι χώροι την εκνεύριζαν.

Κάθε βράδυ, την ώρα του φαγητού, ώρα που ο Ηλίας Πετρίδης επεδείκνυε την ταυτότητα του συζύγου-οικογενειάρχη - χωρίς πομπώδεις και καταλυτικές παρεμβάσεις στις αποφάσεις επί των οικογενειακών υποθέσεων φυσικά - απλά και μόνο δίνοντας το παρόν, η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου τακτοποιούσε σε νοητές παράλληλες γραμμές το πηρουνάκι, το κουταλάκι και τη χαρτοπετσέτα της. Κάθε φορά που έτρωγε μια μπουκιά τα επέστρεφε στη θέση τους για να τα ξαναπιάσει μετά από λίγο μόλις κατάπινε.

Η Αντιγόνη Δουράκη-Πετρίδου εγκατέλειψε τη δικηγορία αμέσως μόλις η κόρη της διαγνώστηκε με σύνδρομο Asperger. Βιοποριστική ανάγκη για εργασία δεν είχε, τα εισοδήματα του συζύγου της έφταναν και με το παραπάνω. Την ίδια εποχή, ο Ηλίας Πετρίδης αποφάσισε να επεκτείνει την εταιρεία του εγκαινιάζοντας τα γραφεία στη Θεσσαλονίκη κι αναλαμβάνοντας την προώθηση προϊόντων στις γειτονικές χώρες των Βαλκανίων.

Η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου, στο μεταξύ, δεν είχε ούτε ένα φίλο, συζητούσε ελάχιστα και μόνο με τη μητέρα της για τις βασικές καθημερινές της ανάγκες. Οποιαδήποτε άλλη συναναστροφή με οποιονδήποτε άλλον της προκαλούσε άγχος. Μπορούσε όμως να μονολογεί για ώρα σε εντυπωσιακά άπταιστα ελληνικά για την ηλικία της κι έδειχνε να μη βρίσκει καθόλου εκνευριστικό τον ήχο του πιάνου, του σόλο πιάνου.

Αποφασίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη των επιστημόνων ψυχικής υγείας, να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου κατ' οίκον.
Σύντομα, η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου κατάφερε να δώσει ένα μικρό ρεσιτάλ σε στενούς συγγενείς και φίλους των γονιών της κι αργότερα κανονίστηκε ένα λίγο μεγαλύτερο ρεσιτάλ σε μια σχολική γιορτή του Λυκείου του αδερφού της. Οι σπουδές της στο πιάνο προχωρούσαν θεαματικά, κι η σολίστ είχε ευτυχώς άγνοια του ταλέντου της γι' αυτό και μπορούσε να απολαμβάνει πραγματικά τη δημιουργικότητά της.

Με επόμενη γνώμη των επιστημόνων ψυχικής υγείας αποφασίστηκε ότι η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου έπρεπε να αναλάβει τη φροντίδα ενός κατοικιδίου της επιλογής της. Κι εκείνη διάλεξε μια γάτα. Τα σκυλιά είναι απαιτητικά και θορυβώδη. Τα λοιπά πουλιά, κουνέλια, ποντίκια δεν είναι καν κατοικίδια. Διάλεξε, λοιπόν, ένα κατοικίδιο ήσυχο, πειθήνιο κι αυτόνομο. Ένα κατοικίδιο που δε ζητούσε βόλτες, μόνο φαγητό, ένα χάδι και λίγο παιχνίδι πού και πού. Αλλά που θα μπορούσε - όπως όλα τα ζώα - με εφόδιο το έμφυτο ένστικτο αυτοσυντήρησης, να τα αναζητήσει οπουδήποτε ή να ζήσει κερδίζοντας μόνο του το ελάχιστο των αναγκών του, το φαγητό , χωρίς τελικά να έχει ανάγκη τη φροντίδα ενός αφεντικού.

Η Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου επέλεξε ένα κατοικίδιο το οποίο επέλεξε την Πηνελόπη-Αιμιλία Πετρίδου χωρίς να την έχει ανάγκη.
Ακριβώς ό,τι δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν οι γονείς της, ακριβώς ό,τι δε θα κατάφερνε ποτέ να κάνει η ίδια.

(Συνεχίζεται...)