Ο Γερασιμάκης περίμενε να νυχτώσει για να τρυπώσει στο προαύλιο του νοσοκομείου. Είχε καταφέρει να βγει από το σπίτι χωρίς να τον καταλάβει ο θείος του, ο οποίος είχε αναλάβει την επιμέλειά του από τότε που το χτικιό σκότωσε τον πατέρα του κι έστειλε τη μάνα του στο νοσοκομείο.
Ο θείος του, αδερφός της μάνας του Γερασιμάκη, ενθουσιάστηκε στην προοπτική να κηδεμονεύσει τον (σχεδόν) ορφανό ανιψιό του. Τρεις μέρες μετά την εισαγωγή της αδερφής του Διονυσίας στο νοσοκομείο, κατάφερε το απίστευτο: να πουλήσει σε καλή συγκριτικά τιμή το δίπατο σπίτι του συχωρεμένου γαμπρού του στο Ληξούρι κι όλα τα υπάρχοντά τους.
Κι ήταν αυτή η πώληση απίστευτη πραγματικά, διότι εκείνα τα χρόνια δεν τολμούσες ούτε απ' έξω από τα σπίτια όπου είχε φωλιάσει το χτικιό να περάσεις.
Ο μπάρμπα-Παναής, όμως, ήταν άνθρωπος σκληρός, πονηρός κι άκαρδος. Αμέσως μόλις αρρώστησε ο γαμπρός του, πλεύρισε μυστικά εναν Ληξουριώτη ομογενή από την Αμερική, με πολλά λεφτά κι ανοιχτά μυαλά.
Μαθημένος αλλιώς ο "Αμερικάνος", άφοβος καθότι γαλουχημένος με την ιδέα της σίγουρης επιτυχίας λόγω "υπερατλαντικής" καταγωγής, τολμηρός λόγω αλαζονείας κι αποφασιστικός λόγω τόλμης, περίμενε να αδειάσει από τους ιδιοκτήτες του το αρχοντικό του Σπύρου και της Διονυσίας Προκοπάτου για να το αγοράσει.
Ο Γερασιμάκης ένιωσε, έτσι, στα έξι του τι σημαίνει πατερναλιστής. Ο μπάρμπα-Παναής τον κρατούσε σε ενός είδους κατ' οίκον περιορισμό, σε καραντίνα σα να λέμε σήμερα, στο κατώγι του σπιτιού του στο Αργοστόλι. Φοβόταν μήπως είχε κολλήσει κι ο μικρός το χτικιό. Θα έμενε εκεί μέχρι να περνούσε ικανό χρονικό διάστημα χωρίς να νοσήσει.
Στην πραγματικότητα, θα έμενε εκεί μέχρι ο θείος του να ξεπουλήσει ολόκληρη την περιουσία των γονιών του, πάντα με την πρόφαση της προστασίας του ανήλικου ανιψιού του από τους κακόβουλους που θα έβαζαν στο μάτι τα κτήματα του ορφανού.
Μ' ένα σκοινί κρεμούσε κάθε μέρα το φαγητό του Γερασιμάκη από το επάνω πάτωμα. Σαν άκουγε τη φωνή του θείου του, ο μικρός άνοιγε το παραθυρόφυλλο κι άπλωνε τα χεράκια του να το πιάσει. Δεν τα κατάφερνε πάντα, το παράθυρο ήταν μικρό και ψηλά στον τοίχο του κατωγιού, συχνά το φαγητό έπεφτε στο χώμα κι ο Γερασιμάκης το τραβούσε με έναν κασμά.
Έτσι έμαθε να τρώει ψωμί βρώμικο και ντοματόφλουδες λιωμένες.
Των περισσοτέρων η ψυχή σκουριάζει από την καρφωμένη μέσα τους αδικία, του Γερασιμάκη η ψυχή ανδρώθηκε ευαίσθητη κι ελεύθερη.
Μπορεί γι' αυτό να άντεξε την πείνα της κατοχής, επτά χρόνια μετά, όταν οι ξενόφερτοι ηγέτες πατερναλιστές του επέβαλαν για δεύτερη φορά στη ζωή του την απαγόρευση κυκλοφορίας.
Μπορεί γι' αυτό να τόλμησε ένα άλλο βράδυ, τριάντα πέντε χρόνια μετά, να συναντήσει τους πέντε συντρόφους του σε ένα υπόγειο στην Καισαριανή, όταν οι ντόπιοι ηγέτες πατερναλιστές είχαν απαγορεύσει - για τρίτη φορά στη ζωή του Γερασιμάκη - την κυκλοφορία.
Εκείνο το βράδυ του 1934 ήταν αποφασισμένος να πάει να δει τη μάνα του. Είχαν περάσει είκοσι μέρες που χωρίστηκαν και κανείς δεν του έλεγε τίποτα για εκείνη.
Δυσκολεύτηκε να τη βρει. Το νοσοκομείο του Αργοστολίου θύμιζε πρόχειρα στημένο θάλαμο νοσηλείας σε μέτωπο μάχης. Παντού ψυχές που αργοσβήναν σε ντιβάνια, σε καρέκλες, στις σκάλες, στο πάτωμα. Παντού βογγητά, βήχας και ματωμένα ξερατά. Έκλαιγαν οι ετοιμοθάνατοι ανήμποροι, έκλαιγαν κι οι γιατροί κι οι νοσοκόμοι επίσης ανήμποροι.
Η Διονυσία Προκοπάτου ήταν από τους "τυχερούς", το χτικιό τη χτύπησε νωρίς και νοσηλευόταν σε θάλαμο με κρεβάτι. Είχε κλειστά τα μάτια κι ανέπνεε με δυσκολία, αλλά ήταν ζωντανή. Ο Γερασιμάκης άπλωσε το χεράκι του διστακτικά. Το χτικιό κολλάει κι από τα ρούχα, σκέφτηκε.
Το ξαπλωμένο ημιλιπόθυμο ξόανο, ελάχιστα θύμιζε την όμορφη αρχόντισσα Διονυσία Προκοπάτου. Το βλέμμα της μάνας, όμως, ανυπότακτο, δεν ακολουθεί τις βουλές του κορμιού. Άνοιξε τα μάτια της κι είδε τον γιο της να κουβαλάει αγέρωχος το βαρύ φορτίο της μοναξιάς και της αδικίας.
Κι ήταν το βλέμμα της αυτό γεμάτο χάδια ορφανεμένα.
"Μάκη μου, δεν κάνει να είσαι εδώ, αφέντη μου**. Φύγε να γλιτώσεις εσύ παιδί μου. "
Έπνιξε το βήχα της και συνέχισε.
"Τρως; Αδυνάτισες. Λεφτά έχεις; Στάσου, κάπου έχω φυλάξει ένα τάληρο."
Άπλωσε το χέρι της στο κομοδινάκι δίπλα, μα το μάζεψε βιαστικά.
Το χτικιό φωλιάζει σε ό,τι αγγίζει ο άρρωστος, σκέφτηκε.
"Πήγαινε, αφέντη μου, στην ευχή μου. Ο Άγιος*** μαζί σου."
Δεν την ξαναείδε τη μάνα του ο Γερασιμάκης, κι ούτε αρρώστησε ποτέ ο ίδιος από το χτικιό.
Σήμερα, στα ενενήντα δύο του χρόνια, ζει για τέταρτη φορά την πατερναλιστική απαγόρευση κυκλοφορίας.
Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, ακόμα κι αυτά που αποφασίζουν οι άλλοι για το καλό του.
Κάθε αιώνας έχει τις πανδημίες του και τις τρομολαγνείες του.
Κάθε αιώνας έχει τους αλληλέγγυους και τους ατομιστές του.
Μόνη ελπίδα, ίσως, το κουράγιο κι όση γενναιότητα αντέχει ο καθένας.
----------
*η φυματίωση
**χαϊδευτική προσφώνηση που χρησιμοποιούν στην Κεφαλονιά για τα αγόρια
***ενν. ο Άγιος Γεράσιμος, πολιούχος της Κεφαλονιάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου