Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Το χτικιό* εν έτει 1934: η αλληλεγγύη

Η Φώτο τύλιξε λίγο ψωμί και μια ντομάτα στο τουλπάνι και βγήκε στην αυλή. Περπάτησε ως το σπιτάκι παρακάτω με το πρόσωπό της κρυμμένο στο μαντήλι της, άφησε τον μικρό μπόγο στην αυλόπορτα και φώναξε τη Μαρίνα να βγει να τον πάρει.

Κάθε μέρα, δέκα μέρες τώρα, της πήγαινε φαγητό παρακούοντας κι αψηφώντας τις φωνές του άντρα της.
Η Μαρίνα ήταν κουνιάδα της Φώτος, αδερφή του Σεραφείμ από άλλη μάνα.

Δέκα μέρες κουβαλούσε η Μαρίνα το χτικιό, δέκα μέρες τώρα ψηνόταν στον πυρετό και πνιγόταν με το αίμα της κάθε φορά που έβηχε. Κλεισμένη στο μικρό σπιτάκι της -προίκα από τη συχωρεμένη τη μάνα της - άνθρωπος δεν την πλησίαζε, ούτε καν ο αδερφός της.
Το χτικιό είχε θερίσει το μισό νησί, πανδημία σα να λέμε σήμερα.
Το χτικιό, έλεγαν, φώλιαζε παντού: στον αέρα που ανέπνεε ο άρρωστος, στα ρούχα του, στο σπίτι του.
Το χτικιό, έλεγαν, φώλιαζε στην ίδια την οικογένεια και στους απογόνους του αρρώστου, ακόμη κι αν δε νοσούσαν: όποιον αρρώσταινε τον ξέγραφε όλο το χωριό, κι αυτόν - που πέθαινε έτσι κι αλλιώς - αλλά και τους συγγενείς του.

"Πάλι στη χτικιασμένη πήγες;", φώναζε κάθε βράδυ ο Σεραφείμ.
"Αδερφή σου είναι και δεν έχει κανέναν", του απαντούσε η Φώτο.
"Κουρλάθηκες Φώτο! Το χτικιό φωλιάζει στην κάσα του πατερού** κι εμείς έχουμε κόρη να παντρέψουμε!"
Η Φώτο δεν άκουγε, όχι πως δε φοβόταν, αλλά δεν της πήγαινε καρδιά να την αφήσει τη Μαρίνα. Ως και κινίνο*** έβρισκε όπως όπως κι όποτε και της πήγαινε.

Η Μαρίνα περίμενε να νυχτώσει κι έβγαινε στην αυλόπορτά της κάθε βράδυ να μαζέψει τη φροντίδα και την έγνοια της Φώτος. Φροντίδα κι έγνοια άλλοτε τυλιγμένες σε τουλπάνια, άλλοτε σε μπακαλόχαρτα κι άλλοτε στα ασημόχαρτα του φαρμακοτρίφτη.

Ένα μήνα άντεξε μόνη της η χτικιασμένη Μαρίνα, και τα κατάφερε.
Όταν έκλεισε μια εβδομάδα απύρετη, βγήκε πρωί πρωί στην αυλή με τα μαλλιά της πλεγμένα σε κοτσίδες κοριτσίστικες, ξυπόλυτη, χορεύοντας και φορώντας τα νυφικά της εσώρουχα που της είχε αφήσει η μάνα της μαζί με τα υπόλοιπα προικιά της, κλεισμένα στην ντιβανοκασέλα της.
Ασπρόρουχα για εκείνη κι όποιον τυχερό την έπαιρνε για γυναίκα του.
Αλλά η Μαρίνα είχε την τύχη να σωθεί από το χτικιό, μοναδική σε ολόκληρο το νησί που τα κατάφερε χωρίς νοσηλεία, κι αυτή η τύχη ήταν αρκετή για να μη δει άλλο "τυχερό" στη ζωή της.

Το μυαλό της είχε γυρίσει μια για πάντα στην παιδική της ηλικία, κι ας είχε ήδη κλείσει τα είκοσι.
Η Φώτο συνέχισε να τη φροντίζει σα να ήταν η Μαρίνα η δεύτερη κόρη της. Ο Σεραφείμ δεν ξαναέφερε καμία αντίρρηση.

Πρώτη και τελευταία φορά την είδα τη Μαρίνα όταν ήμουν στην ηλικία του μυαλού της. Φάνηκε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα παιχνίδια μου παρά για τις συζητήσεις της οικογένειας που ξαναέσμιγε στο χωριό της Κεφαλονιάς μετά από χρόνια.

Η μαμά μου της κράτησε για λίγο συντροφιά, από αγάπη και συμπόνια για εκείνη και για εμένα που τρόμαξα όπως τρόμαζε όλο το χωριό πριν περίπου πενήντα χρόνια, όταν ακόμα η Μαρίνα κουβαλούσε το χτικιό.

"Ήμουν όμορφη κάποτε Σωτηρούλα μου", είχε  πει στη μαμά μου, "είχα και προίκα, αλλά έδωσε ο Θεός κι αρρώστησα."

Η Μαρίνα είναι σήμερα εκατόν έξι χρονών, η Φώτο κι ο Σεραφείμ έχουν συγχωρεθεί από χρόνια. Τη φροντίζει η ανιψιά της, που παντρεύτηκε τελικά,  μολονότι είχε φωλιάσει το χτικιό στην κάσα του πατερού της.


*η φυματίωση

**τα δοκάρια, το ξύλινο στήριγμα της κεραμοσκεπής, ορατό από το εσωτερικό του σπιτιού, χρήσιμο μόνο για τη στήριξη της στέγης αφού άφηνε ακάλυπτα τα κεραμίδια τα οποία ήταν κι αυτά ορατά από το εσωτερικό των σπιτιών της εποχής. 

***φαρμακευτικό σκεύασμα σε χάπι κίτρινου χρώματος, εξαιρετικά πικρό στη γεύση, μοναδικό αντίδοτο, κι όχι πάντα επιτυχημένο, στη φυματίωση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου