Σάββατο 28 Μαρτίου 2020


Άπλωσε και της έπιασε το χέρι, μια κίνηση φυσική, δικαιωματική.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή η γλύκα του ανοιξιάτικου απομεσήμερου του φάνηκε πως είχε κάνει την αριστερή γωνία των χειλιών της να ανασηκωθεί ελαφρά, σε μια ανεπαίσθητη, ανυποψίαστη αποτύπωση ευχαρίστησης.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή οι γιατροί τής είχαν συστήσει ηρεμία και βόλτες στην εξοχή. Κι ήταν πραγματικά ένα υπέροχο ανοιξιάτικο απόγευμα στο μικρό πάρκο.
Ο ήλιος σχεδόν κέρδιζε τη μάχη με τα απομεινάρια της εξασθενημένης κι ανίσχυρης παγωνιάς του χειμώνα, μετατρέποντάς τη σε σχεδόν απολαυστική δροσιά.
Είχε δικαίωμα να της πιάσει το χέρι, επειδή την υποχρέωνε να ακολουθεί κατά γράμμα τις συμβουλές των γιατρών, που θα την έκαναν και πάλι την πολύχρωμη, λουλουδένια, κελαρυστή κοπέλα που παντρεύτηκε πριν χρόνια.
Καθόταν δίπλα της στο παγκάκι και της κρατούσε το χέρι κι ένιωθε μόνος.
Η μοναξιά είναι δυστυχία.
Η σκέψη, για μια ντροπιαστική, επίπονη στιγμή άγγιξε τους νευρώνες του εγκεφάλου του κι αμέσως εκδιώχθηκε.
Να, όπως αυτή η μέλισσα στο απέναντι παρτέρι, που πλησιάζει διστακτικά ένα λουλούδι και χωρίς να το αγγίξει - ή μπορεί και να το αγγίζει (ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα;) για κλάσματα δευτερολέπτου με τα τριχωτά αηδιαστικά τρία ζεύγη ποδιών της - τινάζεται βουίζοντας ενοχλημένη για να βολευτεί και να τρυγήσει τη γύρη στο διπλανό μπουμπούκι.
Βουίζοντας ενοχλημένη η σκέψη του τινάχτηκε για να βολευτεί στον ανθό της αξιοπρέπειας.
Χάσματα χωρίζουν τους ανθρώπους, ακόμα και τα ανδρόγυνα. Τη σιωπή του συντρόφου σου πρέπει να τη σέβεσαι και να μην προσπαθείς να την εξορκίσεις ενάντια στη θέλησή του.
Είναι θέμα ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, δικής του και δικής σου.
Λοιπόν, όχι, δεν ήταν μόνος, της κρατούσε το χέρι κι ήταν αξιοπρεπής.
Κι εκείνη, όχι, δεν ήταν ψυχρή. Το ταραγμένο μυαλό της που χρειαζόταν ηρεμία και βόλτες στην εξοχή, δεν τον είχε εγκαταλείψει, τον άφηνε να της κρατάει το χέρι κι ήταν ανεξάρτητη.

---

Κι εκείνη, άφηνε το χέρι της μέσα στο δικό του χωρίς συναίσθημα, με μια συγκαλυμμένη ενόχληση για τα επίμονα δείγματα φροντίδας του.
Ας της κρατούσε το χέρι, λοιπόν, αφού το ήθελε - αν το ήθελε στ' αλήθεια - ή αφού έτσι είχαν πει οι γιατροί.
Θα του πετούσε κι αυτή ένα κόκαλο, το κρύο χέρι της μέσα στο δικό του, κούτσουρο, ξερό κλαδάκι, η μοναδική μάλλον απόδειξη χειμώνα μέσα στο καταπράσινο κι ολάνθιστο πάρκο.
Χα! Το μικρό παρκάκι κοντά στο σπίτι τους, αυτή ήταν λοιπόν η ερμηνεία του για το "βόλτες στην εξοχή".
Ήταν από πάντα του δειλός, με τρόπο τυπολατρικό. Του άρεσε πάντα να προσδίδει μια ποιότητα στους τρόπους του, με το ελάχιστο δυνατό για εκείνον κόστος, με κάτι τέτοιες κινήσεις αβρής λεπτότητας.
Αλλά στην πραγματικότητα ήταν πάντα δειλός.
Κι αυτή η δειλία είχε γίνει, τώρα στα πενήντα του, συμβατικότητα. Και την είχε κάνει κι εκείνη μια σύμβαση, αναγκασμένη να τρέχει από γιατρό σε γιατρό για να μπορεί να κάνει συνταγογραφημένες βόλτες στην "εξοχή".
Θα του πετούσε, λοιπόν, ένα κόκαλο, επειδή εκείνη ήταν κάποτε γενναία, αλλά ηττήθηκε από τη δειλία της υποχρεωτικής τήρησης των συμβάσεων.
Ήταν εκείνη η καταδικασμένη μολόχα που διάλεξε να φυτρώσει κάτω από αυτό το πεύκο δίπλα της στο παγκάκι, και τώρα πνιγόταν στις ξερες πευκοβελόνες.
Θα του πετούσε ένα κόκαλο, επειδή ήταν καταδικασμένη.
Θα του πετούσε ένα κόκαλο για να διασκεδάσει (ή μήπως να επικυρώσει;) την εξαχρείωση του έγγαμου βίου.
Όσο περνούσε η ώρα (τα χρόνια), η μάχη πρώιμου ανοιξιάτικου ήλιου (νεανικής γενναιότητας) και όψιμης χειμωνιάτικης παγωνιάς (μεσήλικης αναλγησίας) αντιστρεφόταν.
Δεν ένιωθε τίποτα.
Όλη η φύση γύρω της κραύγαζε με πολύχρωμες ντουντούκες στα ανθισμένα παρτέρια, στα πράσινα, φουσκωμένα, γεμάτα χυμούς κλαδιά, κι εκείνη δεν ένιωθε τίποτα.
Όπως αυτό το σπουργίτι - αλήθεια, δε θυμόταν ποτέ να έχει δει δυο σπουργίτια να χαζολογάνε παρέα σε κάποιο μονοπάτι κάποιου αγρού - που περπάτησε ατάραχο μπροστά τους, και ξάφνου, αδιάφορα κι αποφασιστικά πέταξε μακριά, πάντα μόνο.
Θα του πετούσε, λοιπόν, ένα κόκαλο, επειδή δεν ένιωθε τίποτα.

***

Πηγή έμπνευσης: 
"Το κρυφό σινιάλο που περνά από μια γενιά, συγκαλυμμένα, στην επόμενη είναι η αποστροφή, το μίσος, η απόγνωση."
Βιρτζίνια Γουλφ, "Η κυρία Ντάλογουέι", μετάφραση Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου, Μεταίχμιο 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου