Τετάρτη 29 Μαΐου 2019



Η ομορφιά του τυχαίου είναι η πιο φιλόξενη οικοδέσποινα.
Μια αυλόπορτα ανοιχτή, ένας κήπος πνιγμένος στ' αγριόχορτα σού λένε "καλώς όρισες".

Η ομορφιά του τυχαίου είναι η μαργαρίτα της όψιμης άνοιξης.
Στολίζει το διάβα προς το ερειπωμένο μας σπίτι που μπάζει από παντού, μα στέκει ακόμη.

Η ομορφιά του τυχαίου έχει χρώμα κίτρινο ανεξίτηλο.
Όπως ένα νυχτερινό φιλί ή δέκα δάχτυλα μπλεγμένα ή το χέρι σου περασμένο γύρω απ' τους ώμους μου.

Το καλοκαίρι πλησιάζει.

Η ομορφιά του τυχαίου ηττήθηκε από τον κίνδυνο εκτεταμένης πυρκαγιάς.
Τάξη, νοικοκυροσύνη, καθαριότητα.
Λυπάμαι, αλλά κλείσαμε.


Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Να προσέχεις τι εύχεσαι


Βοσκός ήταν ο Γιώργος Στρατάκος. Φτωχός από γεννησιμιού του, από βοσκό πατέρα. Φτωχή οικογένεια έκανε και με την Αλεξάνδρα, τη γυναίκα του.
Προξενιό του την είχαν φέρει από ένα διπλανό χωριό. Είκοσι χρονών κορίτσι ήταν η Αλεξάνδρα τότε. Όχι όμορφη, μα τίμια και προκομμένη νοικοκυρά. Κόντευε πια κι ο Γιώργος τα τριάντα, δύσκολο τότε να βρεθεί νύφη για ένα βοσκό. Όλες οι κοπέλες προτιμούσαν τους ναυτικούς ή αρραβωνιάζονταν από νωρίς κι έφευγαν για την Αμερική με τους πιο τολμηρούς ή τους από τη φτώχεια αναγκαστικά πιο τολμηρούς.
Ερήμωνε η Μάνη και γέμιζαν ασφυκτικά οι αποβάθρες του Staten Island.
Στο χρόνο πάνω μετά το γάμο γέννησε η Αλεξάνδρα κορίτσι. Μετά κι άλλο, κι άλλο. Τρεις κόρες στη σειρά ήταν βαρύς καημός για τον Γιώργο Στρατάκο. Ποθούσε ενα γιο, έναν Μανιάτη να συνεχίσει το όνομα της οικογένειας.
Πέρασαν έτσι έξι χρόνια από την τρίτη γέννα της Αλεξάνδρας, άλλοτε με γκρίνια, άλλοτε με φωνές, άλλοτε με σιωπές. Κι αυτές του οι σιωπές ήταν για την Αλεξάνδρα χειρότερες από τις φωνές του.
Λέμε, καμιά φορά, ότι ο Θεός ακούει τις προσευχές μας, κι είναι αυτό η πιο παρηγορητική προσευχή για τον ανικανοποίητο άνθρωπο.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ακούει ο Θεός είναι η βλασφημία της αχαριστίας.
Έκανε, λοιπόν, και τον γιο η Αλεξάνδρα. Τον έβγαλαν Βασίλη, το όνομα του πατέρα του Γιώργου.
Με το που στάθηκε ο μικρός στα πόδια του άρχισε να τον παίρνει μαζί του στα βοσκοτόπια. Βιαζόταν ο Γιώργος, βιαζόταν να δει το γιο του άντρα. Η ευτυχία δεν ξέρει από αναβολές κι αργοπορίες. Ένιωθε πια ευτυχισμένος. Ως και τις κόρες του αγκάλιαζε τα βράδια που επέστρεφε αποκαμωμένος, ως και την Αλεξάνδρα. Γλύκανε η ζωή τους με τον ερχομό του Βασιλάκη.
Ήταν Αύγουστος, μεσημέρι. Τα ζώα ξαπόσταιναν κάτω από τα πουρνάρια. Είχαν ξαπλώσει πατέρας και γιος μέχρι να πέσει λίγο ο ήλιος και να κατηφορίσουν πίσω για το χωριό.
Το Σεπτέμβρη ο Βασιλάκης θα πήγαινε στην πρώτη δημοτικού. Καλά και τα ζώα, αλλά ήθελε ο Γιώργος καλύτερη τύχη για το παιδί του. Ήθελε να τον καμαρώσει άντρα μορφωμένο, ίσως δάσκαλο ή δικηγόρο. Να βρει αργότερα μια κοπέλα όμορφη από καλό σπίτι, να προλάβει να κρατήσει στα χέρια του τον εγγονό του τον Γιωργάκη Στρατάκο, πριν κλείσει τα μάτια του.
Τον ξύπνησαν τα γαβγίσματα των σκυλιών. Τρομαγμένος πετάχτηκε πάνω, άφαντος ο Βασιλάκης. Έτρεξε κατά το πηγάδι.
Έπλεε το άψυχο κορμί του αγοριού στο λιγοστό νερό. Αυτή η τόσο ελάχιστη ποσότητα νερού που δε θα έφτανε για να ξεδιψούν τα ζώα του μέχρι να βγει το καλοκαίρι, έφτανε και περίσσευε για να ξεπλύνει σε μια στιγμή και μια για πάντα τη χαρά από τη ζωή του.
Τα κορίτσια παντρεύτηκαν κι έφυγαν για την Αμερική. Η Αλεξάνδρα έμεινε μαζί του, πιστή ακροάτρια των σιωπών του.

Όταν τα έχεις όλα,  βρίσκεις πάντα άλλα τόσα να ευχηθείς να αποκτήσεις.
Για τι προσεύχεσαι, όταν δε σου έχει μείνει πια τίποτα;

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά

Άσε με να σου πω για τον μαρμαρωμένο βασιλιά μου.
Όχι για αυτόν που ηττήθηκε από τις στρατιές των Οθωμανών, μα για αυτόν που παραδόθηκε αμαχητί στα δικά μου μάτια.
Ο βασιλιάς μου δεν ήξερε να πολεμά, δεν ήταν κατακτητής ούτε αυτοκράτορας, γνώριζε όμως πώς να αιματοκυλά τις μέρες και τους μήνες μου.
Ήξερε να υποτάσσεται στο πιο γλυκό μου χαμόγελο, να μου χαρίζει δειλά νυχτερινά μπουμπούκια, να ξεχωρίζει τις στιγμές μου για να τις κάνει ζωή.

Άσε με να σου πω για τον μαρμαρωμένο βασιλιά μου.
Για χάρη του τον στοίχειωσα με θρύλους φοβερούς.
Για χάρη μου τον κράτησα για πάντα έτσι, μαρμαρωμένο.

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Γυμνή

Ρόκε Δάλτον


Αγαπάω τη γύμνια σου
γιατί γυμνή απ’ τους πόρους σου με πίνεις
σάμπως τεράστια τείχη από νερό να με καταποντίζουν.
Τα σύνορα γκρεμίζει η γύμνια σου στην θέρμη της,
μου ανοίγει διάπλατες τις πόρτες για να σε μαντέψω,
με παίρνει απ’ το χέρι σαν το παιδί που έχασε το δρόμο του
κι απάνω σου εμπιστεύτηκε τους φόβους τα γιατί του.
Γλυκό το δέρμα σου στη γεύση του αλατιού το ανασαίνω το αργοπίνω
γίνεται σύμπαν μου, σύμβολο πίστης που με τρέφει·
μια λάμπα με αρώματα που την κρατώ ψηλά σαν τον τυφλό
όταν πλάι στα σκοτάδια οι πόθοι με αλυχτάνε.
Όταν μένεις γυμνή με τα μάτια κλειστά
χωράς μες σε μια κούπα που την αγγίζω με τη γλώσσα μου,
μέσα στα χέρια μου χωράς σαν το επιούσιο ψωμί,
κι είσαι απ’ το σώμα μου αναπόσπαστη σαν τη σκιά της ύπαρξής του.
Τη μέρα που θα πέθαινες θα σε απόθετα ολόγυμνη στη γη
για να σκορπίσεις άχραντη στο χώμα,
για να μπορώ το δέρμα σου να το γεμίζω με φιλιά μέσα στους χίλιους δρόμους,
για να σου πλέκω τα μαλλιά σπαρμένα σε όλα τα ποτάμια.
Τη μέρα που θα πέθαινες θα σε απόθετα ολόγυμνη στη γη
σαν τότε που ξαναγεννήθηκες ανάμεσα στα πόδια μου.

EL turno del ofendido ─Η σειρά του ταπεινωμένου 
(Casa de las Américas, Cuba 1962)
Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος,

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Ελευσίνα 11/5 ΙΙ


Ιέρεια με χίλια πρόσωπα, ιερή μόνο για Εσένα.
Υπηρέτρια σε βασιλικές αυλές, δούλη μόνο σε Εσένα.

Δεν έχω θυσία να Σου προσφέρω που να Σου πρέπει.
Ποιο αίμα θα ξεπλύνει τη θλίψη Σου;
Ποιο μυστήριο θα τιμήσει το δικό Σου Μυστήριο;

Ορκίζομαι πίστη, ορκίζομαι σιωπή, ορκίζομαι αφοσίωση.
Και με την τέλεση ορκίζομαι παντοτινή λήθη.

Ένας γάμος εδώ, "μεταξύ ορατών και αοράτων".
Με χαρίζω σε Εσένα, κι ας είναι η θυσία μου καλοδεχούμενη.
Για να έχεις λιακάδα εντός Σου, για να έρθει η Άνοιξη, για να Σου βάψουν τα χείλη κόκκινα οι παπαρούνες, για να μπορείς να γελάς "με την καρδιά Σου".

Το μεγαλύτερο Μυστήριο είναι ο Θάνατος.
Κι εγώ δε θέλω να μάθω να ζω.
Θέλω να μάθω να πεθαίνω στα χέρια Σου ελπίζοντας.

---

"Κι ευθύς φτάσαν στ’ ανάκτορα του θεϊκού Κελεού,
περάσανε στην αίθουσα, όπου η σεπτή μητέρα τους
κοντά στο στύλο κάθονταν της καλοκαμωμένης στέγης
έχοντας στην αγκάλη της το νέο βλαστάρι, το παιδί της, τότε αυτές
σιμά της τρέξαν, κι η θεά πάτησε στο κατώφλι, και στη σκεπή
έφτανε το κεφάλι της και φως θεϊκό πλημμύρισε τη θύρα.
Ντροπή σέβας και δέος πελιδνό κυρίεψε τη μητέρα,
δίφρο της πρόσφερε και την προτρέπει να καθίσει.
Όμως η ωριμάστρια των καρπών η Δήμητρα η λαμπρόδωρη
δεν ήθελε στο στιλπνό δίφρο να καθίσει,
αλλ’ έμενε άφωνη ρίχνοντας χαμηλά τα ωραία της μάτια,
έως ότου η έμπιστη Ιάμβη της προσέφερε
στέρεο σκαμνί και πάνω του έστρωσε αργυρόστιλπνη προβιά.
Εκεί σαν κάθησε κράτησε μπρος της με τα χέρια την καλύπτρα,
για πολλήν ώρα αμίλητη και λυπημένη κάθονταν στο δίφρο,
ούτε καλοχαιρέτησε κανέναν καν με λόγο ή κάποια κίνηση,
μα αγέλαστη ολονήστικη από τροφή κι από νερό
καθόταν λειώνοντας απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωνης,
μέχρι που με τ’ αστεία της η έμπιστη Ιάμβη
και τα πολλά της σκώμματα κατάφερε την πάναγνη κυρά
σε γέλια να ξεσπάσει και ν’ αποκτήσει ευχάριστη διάθεση,
αλλά κι αργότερα πάλι με τέτοια την ευχαριστούσε." 

(Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα,  στ.184-205)

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Ελευσίνα 11/5 Ι


Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει.

Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον,
ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.
Τι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια,
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Μα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κι έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε.
Κι η πέτρα
π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μού φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ’ τους αιώνες. Κι έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο...

Μα να· στην ησυχία αυτή απ’ το γύρο
τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Και να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με το ‘να
χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. Κι οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν βαριά.
Η μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο να ‘ταν
ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.
Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κι εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος και την πίκρα
της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!
Αλλ’ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες
φαίνονταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά...
Κι εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κι εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής. Τι ετούτη ακόμα
ήταν κι είναι στον Άδη.

      Και σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κι εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Μα ως, τέλος,
ο Ατσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ‘ρείπια
του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κι η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:
«Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κι η ψυχή μου, που Μυημένη τήνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;»

      Κι ως προχωρούσα,
κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει.
Κι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
        κι έμοιαζ’ έλεε:
        «Θά ‘ρτει...»

Άγγελος Σικελιανός,  "Ιερά Οδός" (1935)

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Και κάπως έτσι κυλάει η ζωή


Στα δεκαέξι της ορφάνεψε από πατέρα η Βασιλική. Ήρθαν ένα πρωί αντάρτες στο σπίτι τους και τον γύρεψαν. Βγήκε έξω εκείνος, σα να τους περίμενε, και τους ακολούθησε. Και φυσικά τους περίμενε, από μέρες ακουγόταν ότι ο Βαγγέλης Στασινός αρνήθηκε να δώσει δέκα γίδια που του ζήτησαν για τον Αγώνα. Τον είχαν όλοι ήδη ξεγραμμένο, ποιος ο λόγος λοιπόν να προβάλει αντίσταση στους αντιστασιακούς;
Η Βασιλική έκανε να τους πάρει από πίσω. Γύρισε ένας απ' αυτούς και της είπε αυστηρά: "Μείνε με τη μάνα σου και τ' αδέλφια σου, θα τον φέρουμε πίσω ως τ' απόγευμα."
Ούτε τα κόκαλά του δε βρήκαν ποτέ.
Έμεινε ένα χρόνο ακόμη η Βασιλική με τη μάνα της και τα πέντε μικρότερα αδέλφια της στο ορεινό χωριό της Ηπείρου. Έπειτα την έστειλαν ψυχοκόρη στα Γιάννενα, στο σπίτι μιας μακρινής ξαδέλφης που είχε παντρευτεί δικηγόρο κι είχε μεγαλοπιαστεί. Είχε έρθει η ώρα να φτιάξει κι η Βασιλική την προίκα της και να προικίσει και τις άλλες τρεις μικρότερες αδελφές της.
Το βράδυ που ήρθε ο δικηγόρος στην κρεβατοκάμαρά της, εκείνο το ίδιο βράδυ, τα μάζεψε κι έφυγε. Δεν είπε κουβέντα σε κανέναν, η μάνα της έμαθε τη δικηγορίστικη αλήθεια της μακρινής ξαδέλφης και την ξέγραψε την κόρη της.
Νοίκιασε στην Πάτρα ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Τσαμαδού, στο ισόγειο είχε ο σπιτονοικοκύρης μπακάλικο. Έπιασε δουλειά στο ταμείο ενός κινηματογράφου.
Τα χρήματα που έβγαζε δεν ήταν αρκετά,  ώσπου άρχισε να παρατηρεί τα λαίμαργα βλέμματα των ανδρών πίσω από το τζάμι του ταμείου όση ώρα τούς μετρούσε τα ρέστα.
Την απόφαση δεν άργησε να την πάρει. Και τι είχε εξάλλου να χάσει; Ούτε αφεντικά, ούτε μεροκάματα λειψά, ούτε μετρημένα κουκιά, ούτε σκοτούρες για προίκες κι εντιμότητες. Κυρία του εαυτού της, ίσως;
Ο Θοδωρής ήταν δεκαοκτώ όταν την είδε να του χαμογελάει δίνοντάς του το εισιτήριο κι ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτάκι με τη διεύθυνσή της γραμμένη πάνω.
Το ίδιο θλιμμένο χαμόγελο αντίκρισε το επόμενο πρωί όταν του άνοιξε την πόρτα.
Το κατάλαβε η Βασιλική ότι την έχασε την όρεξή του, της είχε συμβεί και με άλλους πελάτες. Έφταιγε αυτό της το χαμόγελο που ξεχείλιζε ορφάνια, φτώχια, κι αδικία.
Τον έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι, του έδωσε να πιει κονιάκ, τον άφησε να ξεφυλλίσει ένα περιοδικό με γυναίκες γυμνές, λαχταριστές, μόνες ή δυο δυο.
Αναθάρρεψε λίγο ο Θοδωρής, ξάπλωσε πίσω και την κοίταξε με αγωνία. Το κατάλαβε εκείνη πως ο μικρός δεν ήξερε από αυτά.
Ανέβηκε πάνω του και σήκωσε τα φουστάνια της, κιλότα δε φορούσε,  μόνο κάτι μαύρες φτηνές ζαρτιέρες που μάγκωναν ψηλά στα μπούτια τις κάλτσες της. Τον χάιδεψε, τον φίλησε, μια υγρή ζεστασιά πρόλαβε να νιώσει εκείνος κι έλιωσε λιγωμένος στα χέρια της.
Έγινε τακτικός, πολλές φορές δεν του έπαιρνε λεφτά. Του μίλαγε για τα αδέλφια της, για το σπίτι στο χωριό, για τα κοπάδια τους που έγιναν η αιτία να ορφανέψει.
Κι όταν έβλεπε να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό του το θλιμμένο της χαμόγελο, τον φιλούσε τρυφερά και μπλέκονταν οι μυρωδιές των κορμιών τους με τις μυρωδιές του μπακάλικου του ισογείου.
Έφυγε ο Θοδωρής να σπουδάσει στην Αθήνα, βρήκε καλή δουλειά κι έμεινε εκεί. Πέρασαν τα χρόνια, δεν ξανασυναντήθηκαν.
Κανείς δε νοιάστηκε τι απέγινε η Βασιλικη. Κανείς δε νοιάστηκε να αναστηλώσει ή έστω να γκρεμίσει το "σπίτι" της.
Στα πενήντα του έτυχε να περάσει ο Θοδωρής από την Τσαμαδού. Η ίδια μυρωδιά τυριών, αλλαντικών και ούζου ήταν εκεί, στα απομεινάρια του παλιού μπακάλικου. Η ίδια γεύση κονιάκ στο στόμα του. Τ' απάνω παράθυρα του χαμογελούσαν θλιμμένα όπως του είχε χαμογελάσει η Βασιλική πριν τριάντα χρόνια.
Ποτίζουν τα ντουβάρια μυρωδιές, γεύσεις και μνήμες.
Ριζώνουν και πήζουν μέσα μας οι αναμνήσεις.
Μια μπόχα ανάκατη έρωτα, χαμόγελα, αποφάσεις δύσκολες ή βολικές, πίκρα, αδικίες, κι ίσως κάποτε μια υποψία ευτυχίας.
Στέκουν μισογκρεμισμένες και σάπιες στην ψυχή μας οι αναμνήσεις, αφού κανείς μας δε νοιάζεται μήτε να τις αναστηλώσει μήτε να τις ισοπεδώσει.
Και κάπως έτσι περνούν τα χρόνια και κυλάει η ζωή. 

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Εγώ, η Αριάδνη


Έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει. Κατόπιν παραδόθηκα σε έναν βαθύ, παυσίλυπο ύπνο. Τον είχα απόλυτη ανάγκη .
Πόσο να κράτησε τούτος ο ύπνος;
[...]
Καλά θυμάμαι τον ήχο των βιαστικών κουπιών από το χθεσινό νυχτερινό ταξίδι του που, για τους αφελείς ή τους επηρμένους, έμοιαζε να έχει τελειώσει με την εγκατάλειψή μου στο άγνωστο αυτό ακρογιάλι. Μα κι εντός μου συνεχίζεται ακόμη το ταξίδι, ανεξάρτητα από τον πλόα του καραβιού. Τώρα που ξύπνησα για τα καλά, αρχίζω εγώ η ανυφάντρα, να ξανακλώθω στο μυαλό όσα έγιναν, ξεκινώντας απ' το χθες.
[...]
Ένα θέλω να πω, ότι ούτε σε άλλον άντρα είχα δοθεί ως εχθές τη νύχτα. Θάλασσα κι ουρανός και γη, όλα είχαν ξάφνου ενωθεί και μεταμορφωθεί σε κατάμαυρο μανδύα. Τέτοια ήταν για μένα χθες η νύχτα, ένας κατάμαυρος μανδύας που σκέπασε και προστάτεψε τη μύησή μου στο ταξίδι.
Και στον έρωτα τη μύησή μου.
[...]
Ανυπομονούν οι άντρες. Κλοτσάνε τη σοφή ανέμη για να ξετυλίγει όλο και πιο γοργά, όλο και πιο στραβά τα γεγονότα της ζωής τους. Βιάζονται περισσότερο εκείνοι που νομίζουνε πως είναι οι νικητές, σε όλα νικητές. Βιάζεται και το δήθεν πένθιμο καράβι του Θησέα να κόψει τον ορίζοντα και να ξεχάσει μια ώρα αρχύτερα την Αριάδνη, εμένα, και τον έρωτά μου. Ώρα του καλή κι αγέρας στα πανιά του, θέλω κι εγώ να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα μαζί του. Άλλωστε, ο ορίζοντας είναι μια αέρινη κλωστή, εύκολα κόβεται. Δεν είναι εκείνος ο μίτος ο τρίκλωνος, ο στέρεος, ο κρυφά δοσμένος από τα χέρια του μάγου έρωτα στον Θησέα, για να του χαρίσει νίκη. Μια νίκη βουτηγμένη στο απαραίτητο αίμα, στην απαραίτητη αγνωμοσύνη. Και με άλλον σκοπό απ' αυτόν που είχε δείξει στην αρχή.
[...]
Ο Μινώταυρος είναι όρθιος δίπλα στον νικητή της άνισης εκείνης αναμεταξύ τους πάλης. Στο σκληρό φως του ήλιου ο αδερφός μου έχει γίνει κάτι σαν σκούρο πύκνωμα του αέρα, κάτι που μοιάζει με τη σκιά που δίνει στον Θησέα ο ήλιος, είναι όμως πιο πυκνό, πιο ανεξάρτητο, πολύ πιο απειλητικό. Τόσο ήρεμος μου φαίνεται αυτή τη στιγμή ο σκοτωμένος αδερφός μου, που με κάνει να δακρύζω.
Ακολουθεί τον φονιά του. Πάντα ακολουθεί ο σκοτωμένος τον φονιά του .
[...]
Παρά το αναποδογύρισμα του κόσμου, παρότι είναι νωρίς ακόμη, όλα έγιναν σωστά. Σχεδόν σωστά, καλύτερα να πω, γιατί ψυχανεμίζομαι ότι ο εραστής μου ανέβασε, κρυφά από μένα, στο καράβι της φυγής και τη μικρότερη αδερφή μου. Από το φως της Φαίδρας θα είχε φαίνεται σαγηνευτεί, όχι από τη δική μου σκοτεινή κι ιερή αφοσίωση.
[...]
Έχω καιρό ακόμη για να ανακαλέσω τα γεγονότα από την αρχή, γιατί, όταν συμβεί αυτό που προαισθάνομαι, αυτό που ελπίζω να με ξεκολλήσει από την τετριμμένη γυναικεία μοίρα, κάθε ανάμνηση θα είναι πλέον περιττή. Θυμούνται μόνο οι θνητοί, οι αιώνιοι δεν αγαπούν τη μνήμη, ίσως για αυτό δεν τους χρειάζεται να απολογούνται ή να λυπούνται για τις πράξεις τους. Κι εγώ από ώρα έχω αρχίσει να θυμάμαι και θα συνεχίσω να θυμάμαι όσο κρατάει ακόμη η χοϊκή, η γυναικεία μου υπόσταση. Επειδή δεν είμαι μόνο μια γυναίκα με σάρκα και οστά που ερωτεύτηκε, ήμουν μέχρι χθες, και θα ξαναγίνω, η πριγκίπισσα Αριάδνη, η ιέρεια όλων των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική. Θα μετανιώσει όποιος αγγίξει μόνο τη μια μου ιδιότητα, καθώς έχω υπόσταση διπλή, γι' αυτό και ο μισός μου εαυτός μένει άτρωτος από τον κάθε λογής Θησέα.
[...]
Είδα τον ξένο μόλις πάτησε το πόδι στην Κνωσό. Έτυχε να τον δω από πολύ κοντά, στο δρόμο.
Εκεί βρισκόμουν μαζί με τη βάγια που με είχε αναθρέψει και τη θεωρούσα μάνα. Μπορεί και κάτι πιο βαθύ από μάνα, γιατί η βασίλισσα μητέρα μου, η Πασιφάη, ναι μεν γεννοβολούσε ασταμάτητα, αλλά κατόπιν δεν ενδιαφερόταν για τα τέκνα της καθόλου, αφοσιωμένη ως ήταν στα συζυγικά, τα βασιλικά και τα ιερατικά της καθήκοντα. Αφοσιωμένη, θα έλεγα, στην πρόφαση αυτών των σπουδαίων καθηκόντων, γιατί κατά βάθος ήθελε να καλύψει τη διψασμένη για άλλα πάθη, την αβυσσαλέα της ψυχή.
Για να μη λέω λόγια αστήρικτα, εννοώ το ερωτικό της πάθος για εκείνο τον λευκό κάλλιστο ταύρο που μας ήρθε από τη θάλασσα, δώρο ακριβό του Ποσειδώνα στον βασιλέα και θαλασσοκράτορα πατέρα μου, τον Μίνωα. Ταυτόχρονα όμως είχε διαδοθεί κι αυτό, το εξίσου πιθανό, μες στο παλάτι για τη μάνα μου, ότι δηλαδή δεν τη δονούσε ο έρωτας για τον λευκό κάλλιστο ταύρο, μα ότι, ερωτευμένη, έσμιξε στην κλίνη με τον Ταύρο, τον πιο σκληροτράχηλο από τους στρατηγούς μας στην Κνωσό, που τον έτρεμε ακόμη κι ο βασιλιάς πατέρας μου.
Δεν τη ρώτησα ποτέ. Στο παλάτι δεν συνηθιζόντουσαν οι τέτοιου τύπου ερωτήσεις. Μόνον οι ταπεινοί αναζητούν τη μία και μοναδική αλήθεια, προπαντός στον έρωτα, και δεν αποκλείεται γι' αυτό να είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν - για να βρούνε τη μοναδική του αλήθεια. Όσα όμως μου συνέβησαν μέχρι και χθες ακόμη, με κάνουν να πιστεύω ότι τουλάχιστον σε ορισμένα θέματα, είχα κληρονομήσει κάτι από τον ψυχισμό της μάνας μου, και της γιαγιάς μου της Ευρώπης. Κάτι από το δαιδαλικό σκοτάδι των ερώτων τους.
[...]
Τότε τον αντίκρισα πρώτη φορά. Μέσα στο δρόμο, σαν μια οποιαδήποτε κοπέλα. Σε απόσταση αναπνοής. Στο ίδιο επίπεδο με εμένα: όλα αυτά είχαν από μόνα τους κάτι το πληβείο, το ανεπίτρεπτο ίσως κι ανατρεπτικό. Τον ακολουθούσαν οι νέοι κι οι παρθένες της Αθήνας - θα πρέπει να τον ακολουθούσαν γιατί δεν τους πρόσεξα, σαϊτεμένη ήδη από τον έρωτα.
[...]
Ρώτησα ψιθυριστά τη βάγια μου. "Θησέα τονε λένε, είναι το βασιλόπουλο, βρίσκεται μέσα στο φόρο που μας πλερώνει στα εννιά χρόνια η Αθήνα".
Έσβησα κατόπιν. Έσβησα πάει να πει ότι υπήρξα φλόγα, ότι συμπεριφέρθηκα σαν φλόγα, ότι φωτίστηκα και φώτισα, ότι έκαψα και κάηκα μαζί.
Σημαίνει ότι ερωτεύτηκα εκείνον που δεν έπρεπε να ερωτευτώ.
Η φλόγα έχει τη δική της μνήμη. Και η μνήμη της φλόγας είναι η στάχτη της.
[...]
Το "χοροστάσι της Αριάδνης", το μέρος του τελετουργικού χορού, ήταν το πρώτο έργο του Δαίδαλου, του μεγαλοφυούς και δόλιου αρχιτέκτονα. Την ίδια ιδέα,  ενός κύκλου ατέρμονου στο χορό, επανέλαβε κι αργότερα, όταν του ανατέθηκε να χτίσει τον μέγιστο λαβύρινθο.
[...]
Εκεί λοιπόν,  στους κύκλους ενός χορού που είχε γεννήσει την ιδέα του λαβύρινθου, εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον ωραίο ξένο, τον προορισμένο να νικήσει ή να σκοτωθεί. Βρεθήκαμε αρκετές φορές ο ένας απέναντι στον άλλο, ακολουθώντας του χορού τους επινοημένους κύκλους. "Θα σε σώσω, αλλά θα με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου". Έγνεψε χωρίς δισταγμό πως συμφωνούσε, ήξερε ότι δεν είχε άλλη λύση.
[...]
Και γιατί να μην συμφωνήσει; τον καταλαβαίνω τώρα. Εκείνος κόμιζε στον παλαιό μας κόσμο το ισχυρό καινούργιο Δωδεκάθεο και τη νέα τάξη των πραγμάτων, εκείνος θα άλλαζε τις παλιές ισορροπίες σε στεριά και θάλασσα εγκαθιστώντας νέες: θα σκότωνε τον βασιλιά πατέρα του με την δήθεν αθώα παράλειψη να αλλάξει τα πανιά του καραβιού του από μαύρα σε άσπρα κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, θα έπαιρνε τον θρόνο, θα ταυτιζόταν με την πόλη του, θα κυριαρχούσε στη γη του, ενώ οι δώδεκα θεοί, οι δικοί του δηλαδή θεοί, κάποτε θα τον καλοδέχονταν στα ουράνια, τοποθετώντας τον στην τάξη των ηρώων.
[...]
Κι όταν σε μιαν επόμενη στροφή ξανασυναντηθήκαμε, με ρώτησε επιτακτικά τι έπρεπε να κάνει. "Θα σου πω και θα σου δώσω εγώ όσα χρειάζεσαι. Γερό νήμα να το ξετυλίξεις για να μη χαθείς, χρυσό στεφάνι να σου φέγγει μες στα σκοτάδια. Φτάνει να με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου".
"Σε θέλω" ήταν η μόνη λέξη που ήθελα να του πω, αλλά την έντυσα μέσα σε άλλες λέξεις, για να μην του φανώ ολότελα γυμνή.
[...]
Τον κοίταζα κάθε που ερχόμασταν αντικριστά με μάτια ορθάνοιχτα, εκστατικά από τα βότανα που, ανακατεμένα με ζεστό κρασί, είχαμε μεταλάβει όλα τα αγόρια και τα κορίτσια της Κνωσού, λίγο πριν εισέλθουμε στο χοροστάσι. Το σώμα μου λυμένο, ερωτικό. Κι είχα την αίσθηση ότι ο ωραίος ξένος, κάθε που τον συναντούσα, ξερίζωνε από μέσα μου όσα μπορούσε, για να σωριάσει άτσαλα στη θέση τους όσα εκείνος ορεγόταν. Το συμφέρον του κοιτούσε παίζοντας τον ερωτευμένο.
Αυτό έπρεπε να κάνει από τη μεριά του, κι αυτό έκανε.
[...]
Θα με ποθούσε άραγε κι εκείνος, θα με έπαιρνε μαζί του εάν υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος να βγει νικητής από τον μέγιστο λαβύρινθο; Καμιά τέτοια αμφιβολία δεν πέρασε από το μυαλό μου τότε, γιατί ένα πάθος που φουντώνει είναι μονοκόμματο, τυφλό, εγωιστικό. Σήμερα είμαι βέβαιη πως ούτε με ποθούσε, ούτε ήθελε να μπω μαζί του στο καράβι - απόδειξη η αδερφή μου Φαίδρα...
[...]
Όσο για τον εραστή Θησέα, αυτός στάθηκε τραχύς μαζί μου. Αλλιώς είχα ονειρευτεί στο χοροστάσι το πρώτο μας σμίξιμο. Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ' εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ' ό,τι στα δικά του μέρη. Πάνω απ' όλα ήξερε πως η νίκη δεν οφειλόταν μόνο στη γενναιότητά του.
[...]
Μιλώ λοιπόν στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ' αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.
Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.
[...]
Οι βαθιές ανατροπές, όπως αυτή που ζω κι εγώ από χθες, ανατροπές που ισχυρίζονται ότι, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε κάνουν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που ήσουν, εγώ νομίζω πως ποτέ δεν είναι απόλυτες. Δεν είναι καν στιγμιαίες αυτές οι ανατροπές. Το παλιό συγκατοικεί καιρό με το καινούργιο, έστω και ανομολόγητα. Αρχίζει έτσι στην ψυχή ένα ατέρμονο, ένα πανάρχαιο παιχνίδι ισορροπιών, συχνά αόρατο κάτω απ' την επιφάνεια των μορφών και των πραγμάτων.
[...]
Και ισχυρίζομαι ότι η πρόσκαιρη υποταγή μου στον Θησέα, δεν ήταν και καμιά ταπείνωση δική μου, ωστόσο και η ερωτική του νίκη δεν ήταν και καμιά σπουδαία νίκη. Είναι απλό, ο Θησέας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για μένα, τη γυναικεία θεότητα ενός πανάρχαιου κόσμου, την ιέρεια των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, προπαντός τη βλαστική θεά, θεά των εποχικών κύκλων και της βλάστησης, υπήρχε ένα αναγκαίο στάδιο: έπρεπε πρώτα να υποταχθώ στον άντρα, για να μπορέσω πάλι να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα.
[...]
Τίποτε δεν κατάλαβε απ' αυτά ο μεθυσμένος από τη νίκη και το αίμα νικητής. Ούτε καν ότι η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού, δηλαδή του δικού μου θηλυκού συμβολισμού, είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η αναπαραγωγή της φύσης και ο θάνατος. Από πάντα και για πάντα.
[...]
Μιλώ κι ακούω τα λόγια μου, ξέρω τι λέω. Είμαι ήρεμη όσο ποτέ. Είμαι, επιτέλους, κυρία του εαυτού μου.
[...]
Γελώ ξανά, ο έρωτας έχει μια πηγαία χάρη, αν όχι μια πηγαία σοφία: να ειρωνεύεται εκείνους που νομίζουν ότι είναι σε όλα νικητές.
[...]
Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου.
[...]
Κι εγώ, στο γαμήλιο εξαγνιστικό λουτρό, πριν σμίξω με τον Διόνυσο, θα καθαριστώ επιτέλους από το αίμα του Μινώταυρου, που έχει απομείνει πάνω στο δικό μου σώμα καθώς έσμιγα με τον Θησέα. Στο πλευρό του Διονύσου, ενός θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούργιο δωδεκάθεο, μα εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος, να είναι ο αγαπημένος των ανθρώπων, θα δεχτούν κι εμένα, τη γυναίκα του, στην τάξη των ηρώων οι θεοί.
[...]
Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;
Γι' αυτό έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει με το πένθιμο καράβι. Όλα έγιναν σωστά. Κι όχι μόνο έγιναν, μα επιπλέον ονειρεύτηκα πως όλα έγιναν σωστά, όταν αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο, σ' αυτή την έρημη ακρογιαλιά της Νάξου.

Ρέα Γαλανάκη,  "Δυο γυναίκες, δυο θεές"

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

2+1 ποιήματα για την Πρωτομαγιά




ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944
Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
-----
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΜΑΗ ΤΟΥ '68
«Οι Γάλλοι νέοι
Που επαναστατούν
Στους δρόμους
Στα δημόσια πάρκα 
Και στις ιστορικές πλατείες
Δεν κάμουν Ιστορία.
Τραγουδούν
Καθώς παληά οι Προχριστιανοί
Τη γέννηση ενός κόσμου που θα 'ρθει
Για να ξεπλύνει τούτη τη γη
Από χιλιάδων χρόνων
Σκόνη
Μίσος
Και Μωρία. 
Οι Γάλλοι νέοι
Δεν επαναστατούν
Εγκαινιάζουνε απλώς
Μιαν εντελώς
Καινούργια Ιστορία».

-----
ΚΟΚΚΙΝΟ
Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.


Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ' αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.


Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια
Της κλώστρας κοπελιάς
Το "αντίο" το "έρχομαι" το "θα σου δώσω"
Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου
Ο κόσμος θα 'ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι
Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας
Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς
Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου
Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, "ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ" (ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ)