Βοσκός ήταν ο Γιώργος Στρατάκος. Φτωχός από γεννησιμιού του, από βοσκό πατέρα. Φτωχή οικογένεια έκανε και με την Αλεξάνδρα, τη γυναίκα του.
Προξενιό του την είχαν φέρει από ένα διπλανό χωριό. Είκοσι χρονών κορίτσι ήταν η Αλεξάνδρα τότε. Όχι όμορφη, μα τίμια και προκομμένη νοικοκυρά. Κόντευε πια κι ο Γιώργος τα τριάντα, δύσκολο τότε να βρεθεί νύφη για ένα βοσκό. Όλες οι κοπέλες προτιμούσαν τους ναυτικούς ή αρραβωνιάζονταν από νωρίς κι έφευγαν για την Αμερική με τους πιο τολμηρούς ή τους από τη φτώχεια αναγκαστικά πιο τολμηρούς.
Ερήμωνε η Μάνη και γέμιζαν ασφυκτικά οι αποβάθρες του Staten Island.
Στο χρόνο πάνω μετά το γάμο γέννησε η Αλεξάνδρα κορίτσι. Μετά κι άλλο, κι άλλο. Τρεις κόρες στη σειρά ήταν βαρύς καημός για τον Γιώργο Στρατάκο. Ποθούσε ενα γιο, έναν Μανιάτη να συνεχίσει το όνομα της οικογένειας.
Πέρασαν έτσι έξι χρόνια από την τρίτη γέννα της Αλεξάνδρας, άλλοτε με γκρίνια, άλλοτε με φωνές, άλλοτε με σιωπές. Κι αυτές του οι σιωπές ήταν για την Αλεξάνδρα χειρότερες από τις φωνές του.
Λέμε, καμιά φορά, ότι ο Θεός ακούει τις προσευχές μας, κι είναι αυτό η πιο παρηγορητική προσευχή για τον ανικανοποίητο άνθρωπο.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ακούει ο Θεός είναι η βλασφημία της αχαριστίας.
Έκανε, λοιπόν, και τον γιο η Αλεξάνδρα. Τον έβγαλαν Βασίλη, το όνομα του πατέρα του Γιώργου.
Με το που στάθηκε ο μικρός στα πόδια του άρχισε να τον παίρνει μαζί του στα βοσκοτόπια. Βιαζόταν ο Γιώργος, βιαζόταν να δει το γιο του άντρα. Η ευτυχία δεν ξέρει από αναβολές κι αργοπορίες. Ένιωθε πια ευτυχισμένος. Ως και τις κόρες του αγκάλιαζε τα βράδια που επέστρεφε αποκαμωμένος, ως και την Αλεξάνδρα. Γλύκανε η ζωή τους με τον ερχομό του Βασιλάκη.
Ήταν Αύγουστος, μεσημέρι. Τα ζώα ξαπόσταιναν κάτω από τα πουρνάρια. Είχαν ξαπλώσει πατέρας και γιος μέχρι να πέσει λίγο ο ήλιος και να κατηφορίσουν πίσω για το χωριό.
Το Σεπτέμβρη ο Βασιλάκης θα πήγαινε στην πρώτη δημοτικού. Καλά και τα ζώα, αλλά ήθελε ο Γιώργος καλύτερη τύχη για το παιδί του. Ήθελε να τον καμαρώσει άντρα μορφωμένο, ίσως δάσκαλο ή δικηγόρο. Να βρει αργότερα μια κοπέλα όμορφη από καλό σπίτι, να προλάβει να κρατήσει στα χέρια του τον εγγονό του τον Γιωργάκη Στρατάκο, πριν κλείσει τα μάτια του.
Τον ξύπνησαν τα γαβγίσματα των σκυλιών. Τρομαγμένος πετάχτηκε πάνω, άφαντος ο Βασιλάκης. Έτρεξε κατά το πηγάδι.
Έπλεε το άψυχο κορμί του αγοριού στο λιγοστό νερό. Αυτή η τόσο ελάχιστη ποσότητα νερού που δε θα έφτανε για να ξεδιψούν τα ζώα του μέχρι να βγει το καλοκαίρι, έφτανε και περίσσευε για να ξεπλύνει σε μια στιγμή και μια για πάντα τη χαρά από τη ζωή του.
Τα κορίτσια παντρεύτηκαν κι έφυγαν για την Αμερική. Η Αλεξάνδρα έμεινε μαζί του, πιστή ακροάτρια των σιωπών του.
Όταν τα έχεις όλα, βρίσκεις πάντα άλλα τόσα να ευχηθείς να αποκτήσεις.
Για τι προσεύχεσαι, όταν δε σου έχει μείνει πια τίποτα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου