Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Εγώ, η Αριάδνη


Έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει. Κατόπιν παραδόθηκα σε έναν βαθύ, παυσίλυπο ύπνο. Τον είχα απόλυτη ανάγκη .
Πόσο να κράτησε τούτος ο ύπνος;
[...]
Καλά θυμάμαι τον ήχο των βιαστικών κουπιών από το χθεσινό νυχτερινό ταξίδι του που, για τους αφελείς ή τους επηρμένους, έμοιαζε να έχει τελειώσει με την εγκατάλειψή μου στο άγνωστο αυτό ακρογιάλι. Μα κι εντός μου συνεχίζεται ακόμη το ταξίδι, ανεξάρτητα από τον πλόα του καραβιού. Τώρα που ξύπνησα για τα καλά, αρχίζω εγώ η ανυφάντρα, να ξανακλώθω στο μυαλό όσα έγιναν, ξεκινώντας απ' το χθες.
[...]
Ένα θέλω να πω, ότι ούτε σε άλλον άντρα είχα δοθεί ως εχθές τη νύχτα. Θάλασσα κι ουρανός και γη, όλα είχαν ξάφνου ενωθεί και μεταμορφωθεί σε κατάμαυρο μανδύα. Τέτοια ήταν για μένα χθες η νύχτα, ένας κατάμαυρος μανδύας που σκέπασε και προστάτεψε τη μύησή μου στο ταξίδι.
Και στον έρωτα τη μύησή μου.
[...]
Ανυπομονούν οι άντρες. Κλοτσάνε τη σοφή ανέμη για να ξετυλίγει όλο και πιο γοργά, όλο και πιο στραβά τα γεγονότα της ζωής τους. Βιάζονται περισσότερο εκείνοι που νομίζουνε πως είναι οι νικητές, σε όλα νικητές. Βιάζεται και το δήθεν πένθιμο καράβι του Θησέα να κόψει τον ορίζοντα και να ξεχάσει μια ώρα αρχύτερα την Αριάδνη, εμένα, και τον έρωτά μου. Ώρα του καλή κι αγέρας στα πανιά του, θέλω κι εγώ να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα μαζί του. Άλλωστε, ο ορίζοντας είναι μια αέρινη κλωστή, εύκολα κόβεται. Δεν είναι εκείνος ο μίτος ο τρίκλωνος, ο στέρεος, ο κρυφά δοσμένος από τα χέρια του μάγου έρωτα στον Θησέα, για να του χαρίσει νίκη. Μια νίκη βουτηγμένη στο απαραίτητο αίμα, στην απαραίτητη αγνωμοσύνη. Και με άλλον σκοπό απ' αυτόν που είχε δείξει στην αρχή.
[...]
Ο Μινώταυρος είναι όρθιος δίπλα στον νικητή της άνισης εκείνης αναμεταξύ τους πάλης. Στο σκληρό φως του ήλιου ο αδερφός μου έχει γίνει κάτι σαν σκούρο πύκνωμα του αέρα, κάτι που μοιάζει με τη σκιά που δίνει στον Θησέα ο ήλιος, είναι όμως πιο πυκνό, πιο ανεξάρτητο, πολύ πιο απειλητικό. Τόσο ήρεμος μου φαίνεται αυτή τη στιγμή ο σκοτωμένος αδερφός μου, που με κάνει να δακρύζω.
Ακολουθεί τον φονιά του. Πάντα ακολουθεί ο σκοτωμένος τον φονιά του .
[...]
Παρά το αναποδογύρισμα του κόσμου, παρότι είναι νωρίς ακόμη, όλα έγιναν σωστά. Σχεδόν σωστά, καλύτερα να πω, γιατί ψυχανεμίζομαι ότι ο εραστής μου ανέβασε, κρυφά από μένα, στο καράβι της φυγής και τη μικρότερη αδερφή μου. Από το φως της Φαίδρας θα είχε φαίνεται σαγηνευτεί, όχι από τη δική μου σκοτεινή κι ιερή αφοσίωση.
[...]
Έχω καιρό ακόμη για να ανακαλέσω τα γεγονότα από την αρχή, γιατί, όταν συμβεί αυτό που προαισθάνομαι, αυτό που ελπίζω να με ξεκολλήσει από την τετριμμένη γυναικεία μοίρα, κάθε ανάμνηση θα είναι πλέον περιττή. Θυμούνται μόνο οι θνητοί, οι αιώνιοι δεν αγαπούν τη μνήμη, ίσως για αυτό δεν τους χρειάζεται να απολογούνται ή να λυπούνται για τις πράξεις τους. Κι εγώ από ώρα έχω αρχίσει να θυμάμαι και θα συνεχίσω να θυμάμαι όσο κρατάει ακόμη η χοϊκή, η γυναικεία μου υπόσταση. Επειδή δεν είμαι μόνο μια γυναίκα με σάρκα και οστά που ερωτεύτηκε, ήμουν μέχρι χθες, και θα ξαναγίνω, η πριγκίπισσα Αριάδνη, η ιέρεια όλων των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική. Θα μετανιώσει όποιος αγγίξει μόνο τη μια μου ιδιότητα, καθώς έχω υπόσταση διπλή, γι' αυτό και ο μισός μου εαυτός μένει άτρωτος από τον κάθε λογής Θησέα.
[...]
Είδα τον ξένο μόλις πάτησε το πόδι στην Κνωσό. Έτυχε να τον δω από πολύ κοντά, στο δρόμο.
Εκεί βρισκόμουν μαζί με τη βάγια που με είχε αναθρέψει και τη θεωρούσα μάνα. Μπορεί και κάτι πιο βαθύ από μάνα, γιατί η βασίλισσα μητέρα μου, η Πασιφάη, ναι μεν γεννοβολούσε ασταμάτητα, αλλά κατόπιν δεν ενδιαφερόταν για τα τέκνα της καθόλου, αφοσιωμένη ως ήταν στα συζυγικά, τα βασιλικά και τα ιερατικά της καθήκοντα. Αφοσιωμένη, θα έλεγα, στην πρόφαση αυτών των σπουδαίων καθηκόντων, γιατί κατά βάθος ήθελε να καλύψει τη διψασμένη για άλλα πάθη, την αβυσσαλέα της ψυχή.
Για να μη λέω λόγια αστήρικτα, εννοώ το ερωτικό της πάθος για εκείνο τον λευκό κάλλιστο ταύρο που μας ήρθε από τη θάλασσα, δώρο ακριβό του Ποσειδώνα στον βασιλέα και θαλασσοκράτορα πατέρα μου, τον Μίνωα. Ταυτόχρονα όμως είχε διαδοθεί κι αυτό, το εξίσου πιθανό, μες στο παλάτι για τη μάνα μου, ότι δηλαδή δεν τη δονούσε ο έρωτας για τον λευκό κάλλιστο ταύρο, μα ότι, ερωτευμένη, έσμιξε στην κλίνη με τον Ταύρο, τον πιο σκληροτράχηλο από τους στρατηγούς μας στην Κνωσό, που τον έτρεμε ακόμη κι ο βασιλιάς πατέρας μου.
Δεν τη ρώτησα ποτέ. Στο παλάτι δεν συνηθιζόντουσαν οι τέτοιου τύπου ερωτήσεις. Μόνον οι ταπεινοί αναζητούν τη μία και μοναδική αλήθεια, προπαντός στον έρωτα, και δεν αποκλείεται γι' αυτό να είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν - για να βρούνε τη μοναδική του αλήθεια. Όσα όμως μου συνέβησαν μέχρι και χθες ακόμη, με κάνουν να πιστεύω ότι τουλάχιστον σε ορισμένα θέματα, είχα κληρονομήσει κάτι από τον ψυχισμό της μάνας μου, και της γιαγιάς μου της Ευρώπης. Κάτι από το δαιδαλικό σκοτάδι των ερώτων τους.
[...]
Τότε τον αντίκρισα πρώτη φορά. Μέσα στο δρόμο, σαν μια οποιαδήποτε κοπέλα. Σε απόσταση αναπνοής. Στο ίδιο επίπεδο με εμένα: όλα αυτά είχαν από μόνα τους κάτι το πληβείο, το ανεπίτρεπτο ίσως κι ανατρεπτικό. Τον ακολουθούσαν οι νέοι κι οι παρθένες της Αθήνας - θα πρέπει να τον ακολουθούσαν γιατί δεν τους πρόσεξα, σαϊτεμένη ήδη από τον έρωτα.
[...]
Ρώτησα ψιθυριστά τη βάγια μου. "Θησέα τονε λένε, είναι το βασιλόπουλο, βρίσκεται μέσα στο φόρο που μας πλερώνει στα εννιά χρόνια η Αθήνα".
Έσβησα κατόπιν. Έσβησα πάει να πει ότι υπήρξα φλόγα, ότι συμπεριφέρθηκα σαν φλόγα, ότι φωτίστηκα και φώτισα, ότι έκαψα και κάηκα μαζί.
Σημαίνει ότι ερωτεύτηκα εκείνον που δεν έπρεπε να ερωτευτώ.
Η φλόγα έχει τη δική της μνήμη. Και η μνήμη της φλόγας είναι η στάχτη της.
[...]
Το "χοροστάσι της Αριάδνης", το μέρος του τελετουργικού χορού, ήταν το πρώτο έργο του Δαίδαλου, του μεγαλοφυούς και δόλιου αρχιτέκτονα. Την ίδια ιδέα,  ενός κύκλου ατέρμονου στο χορό, επανέλαβε κι αργότερα, όταν του ανατέθηκε να χτίσει τον μέγιστο λαβύρινθο.
[...]
Εκεί λοιπόν,  στους κύκλους ενός χορού που είχε γεννήσει την ιδέα του λαβύρινθου, εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον ωραίο ξένο, τον προορισμένο να νικήσει ή να σκοτωθεί. Βρεθήκαμε αρκετές φορές ο ένας απέναντι στον άλλο, ακολουθώντας του χορού τους επινοημένους κύκλους. "Θα σε σώσω, αλλά θα με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου". Έγνεψε χωρίς δισταγμό πως συμφωνούσε, ήξερε ότι δεν είχε άλλη λύση.
[...]
Και γιατί να μην συμφωνήσει; τον καταλαβαίνω τώρα. Εκείνος κόμιζε στον παλαιό μας κόσμο το ισχυρό καινούργιο Δωδεκάθεο και τη νέα τάξη των πραγμάτων, εκείνος θα άλλαζε τις παλιές ισορροπίες σε στεριά και θάλασσα εγκαθιστώντας νέες: θα σκότωνε τον βασιλιά πατέρα του με την δήθεν αθώα παράλειψη να αλλάξει τα πανιά του καραβιού του από μαύρα σε άσπρα κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, θα έπαιρνε τον θρόνο, θα ταυτιζόταν με την πόλη του, θα κυριαρχούσε στη γη του, ενώ οι δώδεκα θεοί, οι δικοί του δηλαδή θεοί, κάποτε θα τον καλοδέχονταν στα ουράνια, τοποθετώντας τον στην τάξη των ηρώων.
[...]
Κι όταν σε μιαν επόμενη στροφή ξανασυναντηθήκαμε, με ρώτησε επιτακτικά τι έπρεπε να κάνει. "Θα σου πω και θα σου δώσω εγώ όσα χρειάζεσαι. Γερό νήμα να το ξετυλίξεις για να μη χαθείς, χρυσό στεφάνι να σου φέγγει μες στα σκοτάδια. Φτάνει να με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου".
"Σε θέλω" ήταν η μόνη λέξη που ήθελα να του πω, αλλά την έντυσα μέσα σε άλλες λέξεις, για να μην του φανώ ολότελα γυμνή.
[...]
Τον κοίταζα κάθε που ερχόμασταν αντικριστά με μάτια ορθάνοιχτα, εκστατικά από τα βότανα που, ανακατεμένα με ζεστό κρασί, είχαμε μεταλάβει όλα τα αγόρια και τα κορίτσια της Κνωσού, λίγο πριν εισέλθουμε στο χοροστάσι. Το σώμα μου λυμένο, ερωτικό. Κι είχα την αίσθηση ότι ο ωραίος ξένος, κάθε που τον συναντούσα, ξερίζωνε από μέσα μου όσα μπορούσε, για να σωριάσει άτσαλα στη θέση τους όσα εκείνος ορεγόταν. Το συμφέρον του κοιτούσε παίζοντας τον ερωτευμένο.
Αυτό έπρεπε να κάνει από τη μεριά του, κι αυτό έκανε.
[...]
Θα με ποθούσε άραγε κι εκείνος, θα με έπαιρνε μαζί του εάν υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος να βγει νικητής από τον μέγιστο λαβύρινθο; Καμιά τέτοια αμφιβολία δεν πέρασε από το μυαλό μου τότε, γιατί ένα πάθος που φουντώνει είναι μονοκόμματο, τυφλό, εγωιστικό. Σήμερα είμαι βέβαιη πως ούτε με ποθούσε, ούτε ήθελε να μπω μαζί του στο καράβι - απόδειξη η αδερφή μου Φαίδρα...
[...]
Όσο για τον εραστή Θησέα, αυτός στάθηκε τραχύς μαζί μου. Αλλιώς είχα ονειρευτεί στο χοροστάσι το πρώτο μας σμίξιμο. Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ' εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ' ό,τι στα δικά του μέρη. Πάνω απ' όλα ήξερε πως η νίκη δεν οφειλόταν μόνο στη γενναιότητά του.
[...]
Μιλώ λοιπόν στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ' αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.
Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.
[...]
Οι βαθιές ανατροπές, όπως αυτή που ζω κι εγώ από χθες, ανατροπές που ισχυρίζονται ότι, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε κάνουν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που ήσουν, εγώ νομίζω πως ποτέ δεν είναι απόλυτες. Δεν είναι καν στιγμιαίες αυτές οι ανατροπές. Το παλιό συγκατοικεί καιρό με το καινούργιο, έστω και ανομολόγητα. Αρχίζει έτσι στην ψυχή ένα ατέρμονο, ένα πανάρχαιο παιχνίδι ισορροπιών, συχνά αόρατο κάτω απ' την επιφάνεια των μορφών και των πραγμάτων.
[...]
Και ισχυρίζομαι ότι η πρόσκαιρη υποταγή μου στον Θησέα, δεν ήταν και καμιά ταπείνωση δική μου, ωστόσο και η ερωτική του νίκη δεν ήταν και καμιά σπουδαία νίκη. Είναι απλό, ο Θησέας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι για μένα, τη γυναικεία θεότητα ενός πανάρχαιου κόσμου, την ιέρεια των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, προπαντός τη βλαστική θεά, θεά των εποχικών κύκλων και της βλάστησης, υπήρχε ένα αναγκαίο στάδιο: έπρεπε πρώτα να υποταχθώ στον άντρα, για να μπορέσω πάλι να ξαναβλαστήσω ως γυναίκα.
[...]
Τίποτε δεν κατάλαβε απ' αυτά ο μεθυσμένος από τη νίκη και το αίμα νικητής. Ούτε καν ότι η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού, δηλαδή του δικού μου θηλυκού συμβολισμού, είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η αναπαραγωγή της φύσης και ο θάνατος. Από πάντα και για πάντα.
[...]
Μιλώ κι ακούω τα λόγια μου, ξέρω τι λέω. Είμαι ήρεμη όσο ποτέ. Είμαι, επιτέλους, κυρία του εαυτού μου.
[...]
Γελώ ξανά, ο έρωτας έχει μια πηγαία χάρη, αν όχι μια πηγαία σοφία: να ειρωνεύεται εκείνους που νομίζουν ότι είναι σε όλα νικητές.
[...]
Ο θεός Διόνυσος είναι αυτός που θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου.
[...]
Κι εγώ, στο γαμήλιο εξαγνιστικό λουτρό, πριν σμίξω με τον Διόνυσο, θα καθαριστώ επιτέλους από το αίμα του Μινώταυρου, που έχει απομείνει πάνω στο δικό μου σώμα καθώς έσμιγα με τον Θησέα. Στο πλευρό του Διονύσου, ενός θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούργιο δωδεκάθεο, μα εξακολουθεί να είναι πανίσχυρος, να είναι ο αγαπημένος των ανθρώπων, θα δεχτούν κι εμένα, τη γυναίκα του, στην τάξη των ηρώων οι θεοί.
[...]
Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;
Γι' αυτό έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει με το πένθιμο καράβι. Όλα έγιναν σωστά. Κι όχι μόνο έγιναν, μα επιπλέον ονειρεύτηκα πως όλα έγιναν σωστά, όταν αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο, σ' αυτή την έρημη ακρογιαλιά της Νάξου.

Ρέα Γαλανάκη,  "Δυο γυναίκες, δυο θεές"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου