Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

Ει μη εν είη...


Οδυσσέας Ελύτης  -  Ο κήπος με τις αυταπάτες
Εκδόσεις ύψιλον

...ή για να το πούμε λίγο αλλιώτικα:

"Όλα τα χρώματα λευκό, κι αν λείψει ένα,  μαύρο".

Πάντα το μέλλον ένα ηχηρό "ποτέ", μα διαρκές και δεδομένο. Κι αν ακουστεί φωνή πιο ηχηρή, το σιωπηλό "πάντα" συντρίβεται σε ασθενικές στιγμές και το δεδομένο γίνεται ζητούμενο.

Μαζεύω όλα σου τα μωβ "όχι" και φτιάχνω μια γεωγραφία της απόρθητης καρδιάς σου.
Σου χαρίζω όλα μου τα κόκκινα "ναι" και φτιάχνω μια γεωγραφία ενός αδύνατου μέλλοντος αποτεινόμενου στο άπειρο εν.

Τροχάδην φεύγουν τα σύννεφα κι από πίσω ο ήλιος πάντα στην ίδια θέση να παίζει κρυφτό.
Σκοτάδι και φως σε εναλλαγή και το μικρό μου δαχτυλάκι μπλεγμένο στο δικό σου: η ολότητα του τελευταίου απομεσήμερου του χειμώνα.



Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

“Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το έχω”

Αγαπημένη μου,
Διάβασα κάπου τυχαία αυτό το "μονόχορδο" του δικού σου Ρίτσου κι έπιασα να ξαναδιαβάζω όλα τα ποιήματά του από την αρχή. Διάλεξα λίγους σκόρπιους στίχους από την Εαρινή Συμφωνία για να σου δώσω να καταλάβεις πως ο έρωτάς μου είναι δόσιμο και μόνο δόσιμο, ολοκληρωτικό, ασυμβίβαστο κι αδιαπραγμάτευτο.

"Θα 'μαι το γλυκό παιδί
Που χαμογελάει στα πράγματα και στον εαυτό του
Χωρίς δισταγμό και προφύλαξη"
...
"Αγαπημένη,
Δεν έχω παρά μιας στιγμής τη ζωή και το φτερούγισμα"

Ο έρωτας όμως πάντα περνάει κι αφήνει πόνο. Όχι επειδή ήταν "το πιο όμορφο είδωλό σου στον καθρέφτη του χρόνου", μα επειδή ήταν ο πιο όμορφος αντικατοπτρισμός σου στα μάτια κάποιου άλλου.
Εαρινή Συμφωνία και πάλι, για να στο πω πιο απλά.

"Πόσο είμαι νέος
Πόσο είμαι νέος
Κάτω απ' τα βλέφαρά σου"
...
"Καμιά διάσπαση.
Η μνήμη των αποχαιρετισμών
Δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
Που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου"
...
"Είμαι ο έναστρος ουρανός του θέρους.
Τόσο βαθύς κι ωραίος
Τόσο μεγάλος έγινα
Απ' την αγάπη σου
Που δε δύνεσαι πια
Να μ' αγκαλιάσεις"

Μη με ρωτήσεις τι είναι αυτό που πονάει περισσότερο, η απουσία παραλήπτη ή το ράγισμα του μαγικού σου καθρέφτη. Εσύ ξέρεις. Ίσως είναι και τα δύο, πονάει να μην έχεις πού να καθρεφτίσεις αυτό που έχεις να δώσεις, μοιάζει σα να μην κατέχεις πια τίποτα: κενό, σκοτάδι, παραίτηση.

Κι αφού απόψε παίζουμε με ξένους στίχους, θα σου γράψω ακόμη έναν παλιό εφηβικό αγαπημένο, λιγάκι όμως παραποιημένο:
Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, διότι σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει.

Ο πιο όμορφος αντικατοπτρισμός μας στα μάτια αυτού του άλλου χάνεται στην ανάμνηση και γίνεται το πιο όμορφο είδωλό μας στον καθρέφτη του χρόνου. Κι αυτό το είδωλο κάποτε ξεθωριάζει και χάνεται κι όλα (καμία φορά) ξεχνιούνται.
Γι' αυτό, αγαπημένη μου, να μη λυπάσαι.

"Εδώ θα μείνει
Εκεί θα πέσει."

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Ο θυρωρός της πολυκατοικίας στον αριθμό 9

Καθόταν πάντα σκυφτός και σιωπηλός στο θυρωρείο του.
Μια καλημέρα βιαστική του έλεγε τα πρωινά, με μια καλημέρα της απαντούσε κι αυτός χωρίς να την κοιτάξει. Μόλις όμως τον προσπερνούσε και κατέβαινε τα σκαλιά προς την έξοδο σήκωνε το βλέμμα και την παρακολουθούσε μέχρι να στρίψει και να χαθεί στην απέναντι γωνία.
Της παρέδιδε κάθε μεσημέρι που επέστρεφε την αλληλογραφία της. Πάντα σιωπηλός, απαρατήρητος και παρατηρητικός.
Κάποτε έμαθε ότι αποφάσισε να μετακομίσει και να νοικιάσει το σπίτι αυτό στην πολυκατοικία με τον αριθμό 9.
Πέρασαν χρόνια. Ο ενοικιαστής ήταν καλό παιδί. Έντεκα χρόνια στην πολυκατοικία δεν είχε δώσει δικαίωμα. Και τα ενοίκια τα έβαζε ανελλιπώς κάθε μήνα.
...
Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Αφού αργά ή γρήγορα στα σπίτια μας θα μένουν ξένοι. Τι άλλο;
Μόνο την ανάμνηση των στιγμών και την σταθερή απεμπόληση της ευτυχίας. Μέσα στην έγκαιρη επανάληψη του μισθώματος που είναι μια άλλη μορφή αναγνώρισης της ιδιοκτησίας.
Το έσοδο από το ενοίκιο δεν ήταν σημαντικό. Εξάλλου είχε μάθει να μη χρειάζεται τα χρήματα. Τα ξόδευε αμέσως. Τα έδινε στον πρώτο κουρελή που έβρισκε μπροστά της, άλλοτε τα έπινε σε ολονύχτιες συνάξεις με τους καινούργιους φίλους, κάποτε αγόρασε τις πιο ακριβές γόβες και τις χάρισε στο κορίτσι του κάτω πατώματος, μια φορά μίσθωσε ένα ζιγκολό και πέρασε μια ολόκληρη νύχτα πάνω στο ακατάβλητο όργανο της ηδονής.
Δεν τα χρειαζόταν γι' αυτό τα ξόδευε αλόγιστα, αλλά δεν χάριζε ούτε ένα νοίκι.
Γιατί μέσα στην έγκαιρη επανάληψη της καταβολής έβρισκε την άμεση διασκέδαση της ύπαρξης.
9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, 0.

Κι ένα πρωινό του Φλεβάρη την είδε να μπαίνει στην πολυκατοικία με τον αριθμό 9 μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια.
"Καλημέρα!", του είπε.
Ευγενικά, κεφάτα, αδιάφορα, αλόγιστα.
Έτσι όπως ξόδευε τα νοίκια που δε χάριζε.

"Δεν δίνω δεκάρα για Σένα", της απάντησε "και Σ' αγαπάω παράφορα..."


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Το σπίτι στον αριθμό 9



Οι παιδικές της αναμνήσεις από το σπίτι αυτό διατηρούνταν περισσότερο μέσα από φωτογραφίες. Ακούσια θυμάται ελάχιστα.
Τις φωνές από τα παιγνίδια με τα αδέρφια της, τα γέλια στα οικογενειακά τραπέζια, τον παππού που τους επισκεπτόταν κάποια χειμωνιάτικα βράδια. Καθόταν πάντα στην ίδια καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού της κουζίνας κι έπινε ένα ποτήρι κονιάκ. Ο πατερας της είχε φυτέψει μικρά πευκάκια στο άλσος απέναντι. Τα φρόντιζε και τα πότιζε σχεδόν κάθε απόγευμα. Τον χάζευαν από το μπαλκόνι και γελούσαν.
Θυμάται την ημέρα που έφυγαν από το σπίτι αυτό. Ήταν μικρό, χρειαζόντουσαν ένα μεγαλύτερο. Από το νέο μεγαλύτερο σπίτι είχε περισσότερες αναμνήσεις.
Φωνές από τους τσακωμούς των γονιών, φωνές από τους τσακωμούς με τα αδέρφια της. Τον παππού που έκανε ταξίδι τεσσάρων ωρών για να τους επισκεφθεί μια φορά στους δυο μήνες, έμενε ένα βράδυ και το επόμενο πρωί ανακάλυπταν ότι είχε πιει στα κρυφά ένα ολόκληρο μπουκάλι ούζο μόνος του.
Ο πατέρας έλειπε για ώρες κάθε απόγευμα. Διασκέδαζε το πάθος του για τα αγροτικά σε ξένα χωράφια κάπου εκεί γύρω.
Ήταν όμορφο το καινούριο μεγάλο σπίτι,  είχε και θέα στη θάλασσα. Αλλά ήταν πάντα θλιμμένο.
Στο σπίτι με τον αριθμό 9 επέστρεψε μετά από χρόνια, φοιτήτρια πια. Οι συγγενείς είχαν πουλήσει τα σπίτια τους κι είχαν σκορπίσει σε άλλες πόλεις, σε άλλες ηπείρους. Ο παππούς δεν την επισκεπτόταν πια, απομονωμένος στην εξοχή πάλευε με τα άδεια μπουκάλια.
Κι όμως ακόμα κι έτσι, το σπίτι αυτό το μικρό παρέμενε χαρούμενο. Μπορεί εξαιτίας των φίλων και των εραστών που ήξεραν ότι πάντα υπήρχε εκεί ένα κρεβάτι να ξενυχτήσουν και μια μοναξιά να αγκαλιάσει τη μοναξιά τους. Μπορεί να ήταν κι οι αμυγδαλιές απέναντι από το μπαλκόνι της που άνθιζαν κάθε Φλεβάρη και παρέα με τα μεγαλωμένα πια πευκάκια του πατέρα έντυναν με μια ελπίδα άνοιξης τους χειμώνες της.
Σήμερα δεν έχει μείνει τίποτα που να θυμίζει την παλιά γειτονιά. Και στο σπίτι με τον αριθμό 9 μένει ένας ξένος. Ενοικιαστής εδώ και χρόνια, καλό παιδί, το προσέχει το σπίτι και βάζει τα νοίκια στην ώρα του.
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Αφού αργά ή γρήγορα στα σπίτια μας θα μένουν ξένοι.
Να παρακαλάς να "αγαπούν" την ιδιοκτησία σου και να πληρώνουν το νοίκι.


ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ


"Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο κι είδαμε
τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε. Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού
όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να
φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια."

Τάσος Λειβαδίτης - Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, εκδόσεις Κέδρος

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Όλα είναι δρόμος

Έφτασε αργά το βράδυ με το υπεραστικό λεωφορείο. Έτρεξε από το σταθμό των ΚΤΕΛ στο κοντινότερο πρακτορείο έκδοσης ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Είχε το νου της μην τη δει κανείς, στις μικρές πόλεις παντού υπάρχει κάποιος γνωστός.
"Καμπίνα ή κατάστρωμα;" τη ρώτησε ο ταξιδιωτικός πράκτορας.
"Κατάστρωμα κατάστρωμα!", απάντησε. Δεν ήταν εποχές για πολλά έξοδα. Βασικά, δεν ήταν εποχές για καθόλου έξοδα, αλλά ήταν κι αυτή η γοητεία της φυγής που τη συνέπαιρνε κάθε τόσο. Μια ανάγκη, μια πείνα να παίρνει δρόμο από οπουδήποτε και για οπουδήποτε και που όσο τη χόρταινε τόσο αυτή η πείνα δυνάμωνε.
Δεν είχε ξανακάνει μόνη της ταξίδι με πλοίο και μάλιστα τόσες ώρες. Πέρασε τη νύχτα κυριολεκτικά στο κατάστρωμα, ξαπλωμένη στα άβολα πλαστικά καθίσματα. Είχε μαζί της μια κουβερτούλα και το τότε αγαπημένο της βιβλίο, "Ο έρωτας έβλεπε στη θάλασσα". Το διάβασε πρώτη φορά στα 16 της. Κι όπως γίνεται με κάθε τι ικανό να μας συγκινήσει ήταν τέτοιες οι συγκυρίες της εφηβείας της που η συγκίνηση βρήκε πρόσφορο έδαφος κι έγινε - ας πούμε - "αγάπη".
Νωρίς το πρωί ο Νίκος την περίμενε στο λιμάνι. Δεν ήταν όμορφος τελικά, στις φωτογραφίες φαινόταν καλύτερος. Αλλά τι σημασία είχε; Σημασία είχε το ταξίδι κι οι 7 ώρες μοναξιάς στο κατάστρωμα.
Το ξενοδοχείο του σχεδόν παραθαλάσσιο, μικρό, όχι τίποτα ιδιαίτερο. Μια χαρά βολεύτηκε στο δωμάτιο που της παραχώρησε. Όχι ότι θα είχε διαφορά δηλαδή αν την έβαζε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του. Κι οι δύο γνώριζαν ότι σκοπός του ταξιδιού της δεν ήταν ο παραθερισμός.
Η ερωτική πράξη με έναν σχεδόν άγνωστο την απελευθέρωνε από τη φυλακή του εαυτού της με έναν τρόπο άγριο κι ενθουσιώδη. Η ερωτική πράξη μόνη, χωρίς υποσχέσεις, όνειρα, καημούς κι αγωνίες.
Έτσι πέρασε μαζί του δύο από τα πιο ερωτικά βράδια της ζωής της.
Το τρίτο πρωί έτρεχαν στο κοντινότερο χωριό να βρουν φαρμακείο για να πάρει "το χάπι της επόμενης μέρας".
Τελικά κι οι έρωτες χωρίς αγωνίες έχουν τις αγωνίες τους.
Κι ευτυχώς που είναι έτσι. Διότι "Η φωτιά, η γιορτή, η απώλεια, ο πόνος, ο κάθε μικρός θάνατος κι ο μεγάλος ο ατέλειωτος κόσμος, όλα είναι δρόμος..."


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Αυτοπροδοσία

Ήταν γυμνός. Στην πόλη τον πετροβολούσαν. Κι έφευγε, με το αίμα να στάζει πίσω του. "Θέλει να δείχνει ανυπεράσπιστος", έλεγαν οι σοφοί.
Μα όταν τον βρήκαμε νεκρό, έξω στα χωράφια, είδαμε πάνω στο γυμνό του στήθος το μεγάλο ζωγραφισμένο πουλί, που του 'τρωγε το τελευταίο κουρέλι.

Τάσος Λειβαδίτης, "Το έγκλημα, ο ποιητής και μερικά μήλα", Ποίηση 2 (1972-1977), εκδόσεις Μετρονόμος. 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019


Έψαχνα έναν αντίλογο, έψαχνα να γράψω ένα σχόλιο τέλος πάντων.
Όχι κατ' ανάγκην επειδή διαφωνώ.
Προφανώς τη μιζέρια σου όπου κι αν την πας μιζέρια θα είναι.
Εξάλλου, "η κόλαση δεν είναι οι άλλοι, αλλά εμείς οι ίδιοι".
Αν όμως έπρεπε κάπως να διαφωνήσω, δε θα μπορούσα να το κάνω αλλιώς παρά μόνο με τις λέξεις του ίδιου του ποιητή:

"...και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν."

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Η γάτα και το γατάκι

Τρεις νύχτες προσπαθούσε να τυλίξει τα πόδια της στα δικά του. «Χρειαζόμαστε διακοπές», του είχε πει ελπίζοντας ότι το διπλό κρεβάτι του ξενοδοχείου θα τον έκανε να την επιθυμήσει και πάλι.
Το τέταρτο βράδυ επιτέλους της το είπε: «Αγαπώ άλλην»
Δεν ταράχτηκε. Το ήξερε. Ήξερε και ποια ήταν «η άλλη». Χαμογέλασε και τον άφησε να της μιλάει για αυτήν την «άλλη». Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά! Είχε μάθει πια να ζει με τις απιστίες του. Κάθε τόσο υπήρχε και κάποια άλλη, αλλά πάντα υπήρχε κι εκείνη. Και της αρκούσε. Δεν είχε σημασία ποιες ή πόσες γυρόφερναν στο μυαλό του, εκείνη ήταν πάντα η σταθερά του. Την αγαπούσε και την ποθούσε πάντα και παράλληλα.

Οι μήνες περνούσαν κι άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει ότι αυτή «η άλλη» ήταν αλλιώτικη. Τον ένιωθε, τον έβλεπε. Δεν την αγαπούσε απλά, είχε αλλοτριωθεί. Είχε πάψει πια να είναι ο άντρας της, ο όπως – όπως άντρας της τέλος πάντων.
Στην αρχή προσπαθούσε να του μιλήσει ήρεμα για να τον συνετίσει. Στη συνέχεια άρχισε να του βάζει τις φωνές. Έκλαιγε και τον έβριζε.
Ξανάρχισε και το κάπνισμα.
Τον διεκδικούσε με κάθε τρόπο. Και είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει, ήταν η νόμιμη σύζυγός του, και κάθε υποχρέωση επίσης, ήταν η μάνα των παιδιών του.
Τις ώρες που εκείνος έλειπε έψαχνε στα συρτάρια του, στις ντουλάπες του, στο αυτοκίνητό του να βρει τεκμήρια της απιστίας του. Γιατί άραγε; Αφού τα ήξερε όλα. Ό,τι έβρισκε το έκαιγε, δώρα, αναμνηστικά, ραβασάκια.

Κι εκείνος; Εκείνος τυφλωμένος από το πάθος του για την «άλλη» έριχνε με σαδιστική ακρίβεια αλάτι στις πληγές της.
«Θα σε χωρίσω!», του φώναζε.
«Θα πάω στη μοναδική μου αγάπη!», της απαντούσε.
Την πλήγωνε συνειδητά και πεισματικά. Αλλά δεν την εγκατέλειπε. Βίτσιο; Όψιμο ερωτικό role play; Ένας τρόπος να βάλουν αλατοπίπερο στην ανιαρή συζυγική ζωή τους με φωνές και ξεσπάσματα;
Αλλά κι εκείνη δε μασούσε, επέμενε. Ήταν γυναίκα παθιασμένη. Τον ήθελε πίσω; Την «έβρισκε» με τα role play; Όπως και να ‘χει, δεν είχε μάθει να τα παρατάει.
Και περνούσαν οι μήνες, και στο τέλος εκείνη κατέρρευσε κι εκείνος συνήλθε. Έτσι είναι, εξάλλου, οι γεροντοέρωτες: αδιέξοδοι και περαστικοί. Πού να τρέχεις τώρα στα 50 σου….

Τώρα τη βλέπω την ίδια μέρα κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα, καθισμένη στο ίδιο τραπέζι της ίδιας καφετέριας με την ίδια παρέα να περιμένει τα παιδιά τους να τελειώσουν τα μαθήματά τους για να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Την παρατηρώ. Τα μαλλιά της ίσια και λεπτά κάνουν το κεφάλι της να δείχνει μικροσκοπικό, σα μικρού κοριτσιού. Σκέφτομαι, πώς είναι δυνατόν να μην τη βρίσκει πια όμορφη; Πώς είναι δυνατόν να μη θέλει να κλείσει στα χέρια του το μικροσκοπικό της κεφαλάκι και να της φιλήσει τα μαλλιά; Κι άραγε της ζήτησε ποτέ συγγνώμη;

Συζητάει πάντα έχοντας το κορμί της ελαφρώς σκυμμένο προς τα εμπρός, ίσως από το πάθος της να υποστηρίξει όλα αυτά για τα οποία μιλάει, ίσως κι από το βάρος των πακτωμένων απιστιών του που κουβαλάει χρόνια τώρα στην πλάτη της.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Μυγδαλιά - Κώστας Καρυωτάκης




Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω,
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα,
που αγαπιέται.
Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει∙
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τήνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μού δώσει.
Κι αλίμονό μου ! εγώ τής έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα τήν ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.
Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει∙
όσα δεν έχουν πέσει, θα τής πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μού δώσει
Κι όμως εγώ ο φτωχός τής είχ’ αγάπη τόση…

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Τειρεσίας


http://www.nostimonimar.gr/john-barleycorn-must-die/

Ο στίχος "πάει καιρός που έχω φύγει απ' τη Θήβα και περιφέρομαι σακάτης και τυφλός" ακούγεται στο τραγούδι των Διάφανων Κρίνων "Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου" (1998 - Κάτι σαράβαλες καρδιές - Wipe Out Records)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Ένας τρόπος να πεις "Καλημέρα"



Ίδιος ουρανός, ίδια σύννεφα, ίδιος ορίζοντας, ίδιο ξημέρωμα.

Κι όμως, αρκεί μια στιγμή αργοπορίας, "μια καθυστέρηση, μια αναβολή, ένα όνειρο", λίγα λεπτά αργότερα ή ίσως λίγα χρόνια για να αλλάξουν όλα.

Ο ουρανός μου πυριφλεγής, ρόδινος σαν του νεαρού κοριτσιού το παρθένο φύλο.
Ο ουρανός σου ήδη σχεδόν γκρίζος και πνιγηρός.

Τι ζητάς λοιπόν τώρα;

Εσύ είσαι αυτός που άργησε να ξυπνήσει.