Οι παιδικές της αναμνήσεις από το σπίτι αυτό διατηρούνταν περισσότερο μέσα από φωτογραφίες. Ακούσια θυμάται ελάχιστα.
Τις φωνές από τα παιγνίδια με τα αδέρφια της, τα γέλια στα οικογενειακά τραπέζια, τον παππού που τους επισκεπτόταν κάποια χειμωνιάτικα βράδια. Καθόταν πάντα στην ίδια καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού της κουζίνας κι έπινε ένα ποτήρι κονιάκ. Ο πατερας της είχε φυτέψει μικρά πευκάκια στο άλσος απέναντι. Τα φρόντιζε και τα πότιζε σχεδόν κάθε απόγευμα. Τον χάζευαν από το μπαλκόνι και γελούσαν.
Θυμάται την ημέρα που έφυγαν από το σπίτι αυτό. Ήταν μικρό, χρειαζόντουσαν ένα μεγαλύτερο. Από το νέο μεγαλύτερο σπίτι είχε περισσότερες αναμνήσεις.
Φωνές από τους τσακωμούς των γονιών, φωνές από τους τσακωμούς με τα αδέρφια της. Τον παππού που έκανε ταξίδι τεσσάρων ωρών για να τους επισκεφθεί μια φορά στους δυο μήνες, έμενε ένα βράδυ και το επόμενο πρωί ανακάλυπταν ότι είχε πιει στα κρυφά ένα ολόκληρο μπουκάλι ούζο μόνος του.
Ο πατέρας έλειπε για ώρες κάθε απόγευμα. Διασκέδαζε το πάθος του για τα αγροτικά σε ξένα χωράφια κάπου εκεί γύρω.
Ήταν όμορφο το καινούριο μεγάλο σπίτι, είχε και θέα στη θάλασσα. Αλλά ήταν πάντα θλιμμένο.
Στο σπίτι με τον αριθμό 9 επέστρεψε μετά από χρόνια, φοιτήτρια πια. Οι συγγενείς είχαν πουλήσει τα σπίτια τους κι είχαν σκορπίσει σε άλλες πόλεις, σε άλλες ηπείρους. Ο παππούς δεν την επισκεπτόταν πια, απομονωμένος στην εξοχή πάλευε με τα άδεια μπουκάλια.
Κι όμως ακόμα κι έτσι, το σπίτι αυτό το μικρό παρέμενε χαρούμενο. Μπορεί εξαιτίας των φίλων και των εραστών που ήξεραν ότι πάντα υπήρχε εκεί ένα κρεβάτι να ξενυχτήσουν και μια μοναξιά να αγκαλιάσει τη μοναξιά τους. Μπορεί να ήταν κι οι αμυγδαλιές απέναντι από το μπαλκόνι της που άνθιζαν κάθε Φλεβάρη και παρέα με τα μεγαλωμένα πια πευκάκια του πατέρα έντυναν με μια ελπίδα άνοιξης τους χειμώνες της.
Σήμερα δεν έχει μείνει τίποτα που να θυμίζει την παλιά γειτονιά. Και στο σπίτι με τον αριθμό 9 μένει ένας ξένος. Ενοικιαστής εδώ και χρόνια, καλό παιδί, το προσέχει το σπίτι και βάζει τα νοίκια στην ώρα του.
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Αφού αργά ή γρήγορα στα σπίτια μας θα μένουν ξένοι.
Να παρακαλάς να "αγαπούν" την ιδιοκτησία σου και να πληρώνουν το νοίκι.
ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ
"Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο κι είδαμε
τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε. Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού
όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να
φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια."
Τάσος Λειβαδίτης - Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, εκδόσεις Κέδρος