Έφτασε αργά το βράδυ με το υπεραστικό λεωφορείο. Έτρεξε από το σταθμό των ΚΤΕΛ στο κοντινότερο πρακτορείο έκδοσης ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Είχε το νου της μην τη δει κανείς, στις μικρές πόλεις παντού υπάρχει κάποιος γνωστός.
"Καμπίνα ή κατάστρωμα;" τη ρώτησε ο ταξιδιωτικός πράκτορας.
"Κατάστρωμα κατάστρωμα!", απάντησε. Δεν ήταν εποχές για πολλά έξοδα. Βασικά, δεν ήταν εποχές για καθόλου έξοδα, αλλά ήταν κι αυτή η γοητεία της φυγής που τη συνέπαιρνε κάθε τόσο. Μια ανάγκη, μια πείνα να παίρνει δρόμο από οπουδήποτε και για οπουδήποτε και που όσο τη χόρταινε τόσο αυτή η πείνα δυνάμωνε.
Δεν είχε ξανακάνει μόνη της ταξίδι με πλοίο και μάλιστα τόσες ώρες. Πέρασε τη νύχτα κυριολεκτικά στο κατάστρωμα, ξαπλωμένη στα άβολα πλαστικά καθίσματα. Είχε μαζί της μια κουβερτούλα και το τότε αγαπημένο της βιβλίο, "Ο έρωτας έβλεπε στη θάλασσα". Το διάβασε πρώτη φορά στα 16 της. Κι όπως γίνεται με κάθε τι ικανό να μας συγκινήσει ήταν τέτοιες οι συγκυρίες της εφηβείας της που η συγκίνηση βρήκε πρόσφορο έδαφος κι έγινε - ας πούμε - "αγάπη".
Νωρίς το πρωί ο Νίκος την περίμενε στο λιμάνι. Δεν ήταν όμορφος τελικά, στις φωτογραφίες φαινόταν καλύτερος. Αλλά τι σημασία είχε; Σημασία είχε το ταξίδι κι οι 7 ώρες μοναξιάς στο κατάστρωμα.
Το ξενοδοχείο του σχεδόν παραθαλάσσιο, μικρό, όχι τίποτα ιδιαίτερο. Μια χαρά βολεύτηκε στο δωμάτιο που της παραχώρησε. Όχι ότι θα είχε διαφορά δηλαδή αν την έβαζε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του. Κι οι δύο γνώριζαν ότι σκοπός του ταξιδιού της δεν ήταν ο παραθερισμός.
Η ερωτική πράξη με έναν σχεδόν άγνωστο την απελευθέρωνε από τη φυλακή του εαυτού της με έναν τρόπο άγριο κι ενθουσιώδη. Η ερωτική πράξη μόνη, χωρίς υποσχέσεις, όνειρα, καημούς κι αγωνίες.
Έτσι πέρασε μαζί του δύο από τα πιο ερωτικά βράδια της ζωής της.
Το τρίτο πρωί έτρεχαν στο κοντινότερο χωριό να βρουν φαρμακείο για να πάρει "το χάπι της επόμενης μέρας".
Τελικά κι οι έρωτες χωρίς αγωνίες έχουν τις αγωνίες τους.
Κι ευτυχώς που είναι έτσι. Διότι "Η φωτιά, η γιορτή, η απώλεια, ο πόνος, ο κάθε μικρός θάνατος κι ο μεγάλος ο ατέλειωτος κόσμος, όλα είναι δρόμος..."
"Καμπίνα ή κατάστρωμα;" τη ρώτησε ο ταξιδιωτικός πράκτορας.
"Κατάστρωμα κατάστρωμα!", απάντησε. Δεν ήταν εποχές για πολλά έξοδα. Βασικά, δεν ήταν εποχές για καθόλου έξοδα, αλλά ήταν κι αυτή η γοητεία της φυγής που τη συνέπαιρνε κάθε τόσο. Μια ανάγκη, μια πείνα να παίρνει δρόμο από οπουδήποτε και για οπουδήποτε και που όσο τη χόρταινε τόσο αυτή η πείνα δυνάμωνε.
Δεν είχε ξανακάνει μόνη της ταξίδι με πλοίο και μάλιστα τόσες ώρες. Πέρασε τη νύχτα κυριολεκτικά στο κατάστρωμα, ξαπλωμένη στα άβολα πλαστικά καθίσματα. Είχε μαζί της μια κουβερτούλα και το τότε αγαπημένο της βιβλίο, "Ο έρωτας έβλεπε στη θάλασσα". Το διάβασε πρώτη φορά στα 16 της. Κι όπως γίνεται με κάθε τι ικανό να μας συγκινήσει ήταν τέτοιες οι συγκυρίες της εφηβείας της που η συγκίνηση βρήκε πρόσφορο έδαφος κι έγινε - ας πούμε - "αγάπη".
Νωρίς το πρωί ο Νίκος την περίμενε στο λιμάνι. Δεν ήταν όμορφος τελικά, στις φωτογραφίες φαινόταν καλύτερος. Αλλά τι σημασία είχε; Σημασία είχε το ταξίδι κι οι 7 ώρες μοναξιάς στο κατάστρωμα.
Το ξενοδοχείο του σχεδόν παραθαλάσσιο, μικρό, όχι τίποτα ιδιαίτερο. Μια χαρά βολεύτηκε στο δωμάτιο που της παραχώρησε. Όχι ότι θα είχε διαφορά δηλαδή αν την έβαζε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του. Κι οι δύο γνώριζαν ότι σκοπός του ταξιδιού της δεν ήταν ο παραθερισμός.
Η ερωτική πράξη με έναν σχεδόν άγνωστο την απελευθέρωνε από τη φυλακή του εαυτού της με έναν τρόπο άγριο κι ενθουσιώδη. Η ερωτική πράξη μόνη, χωρίς υποσχέσεις, όνειρα, καημούς κι αγωνίες.
Έτσι πέρασε μαζί του δύο από τα πιο ερωτικά βράδια της ζωής της.
Το τρίτο πρωί έτρεχαν στο κοντινότερο χωριό να βρουν φαρμακείο για να πάρει "το χάπι της επόμενης μέρας".
Τελικά κι οι έρωτες χωρίς αγωνίες έχουν τις αγωνίες τους.
Κι ευτυχώς που είναι έτσι. Διότι "Η φωτιά, η γιορτή, η απώλεια, ο πόνος, ο κάθε μικρός θάνατος κι ο μεγάλος ο ατέλειωτος κόσμος, όλα είναι δρόμος..."
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου