Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Η γάτα και το γατάκι

Τρεις νύχτες προσπαθούσε να τυλίξει τα πόδια της στα δικά του. «Χρειαζόμαστε διακοπές», του είχε πει ελπίζοντας ότι το διπλό κρεβάτι του ξενοδοχείου θα τον έκανε να την επιθυμήσει και πάλι.
Το τέταρτο βράδυ επιτέλους της το είπε: «Αγαπώ άλλην»
Δεν ταράχτηκε. Το ήξερε. Ήξερε και ποια ήταν «η άλλη». Χαμογέλασε και τον άφησε να της μιλάει για αυτήν την «άλλη». Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά! Είχε μάθει πια να ζει με τις απιστίες του. Κάθε τόσο υπήρχε και κάποια άλλη, αλλά πάντα υπήρχε κι εκείνη. Και της αρκούσε. Δεν είχε σημασία ποιες ή πόσες γυρόφερναν στο μυαλό του, εκείνη ήταν πάντα η σταθερά του. Την αγαπούσε και την ποθούσε πάντα και παράλληλα.

Οι μήνες περνούσαν κι άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει ότι αυτή «η άλλη» ήταν αλλιώτικη. Τον ένιωθε, τον έβλεπε. Δεν την αγαπούσε απλά, είχε αλλοτριωθεί. Είχε πάψει πια να είναι ο άντρας της, ο όπως – όπως άντρας της τέλος πάντων.
Στην αρχή προσπαθούσε να του μιλήσει ήρεμα για να τον συνετίσει. Στη συνέχεια άρχισε να του βάζει τις φωνές. Έκλαιγε και τον έβριζε.
Ξανάρχισε και το κάπνισμα.
Τον διεκδικούσε με κάθε τρόπο. Και είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει, ήταν η νόμιμη σύζυγός του, και κάθε υποχρέωση επίσης, ήταν η μάνα των παιδιών του.
Τις ώρες που εκείνος έλειπε έψαχνε στα συρτάρια του, στις ντουλάπες του, στο αυτοκίνητό του να βρει τεκμήρια της απιστίας του. Γιατί άραγε; Αφού τα ήξερε όλα. Ό,τι έβρισκε το έκαιγε, δώρα, αναμνηστικά, ραβασάκια.

Κι εκείνος; Εκείνος τυφλωμένος από το πάθος του για την «άλλη» έριχνε με σαδιστική ακρίβεια αλάτι στις πληγές της.
«Θα σε χωρίσω!», του φώναζε.
«Θα πάω στη μοναδική μου αγάπη!», της απαντούσε.
Την πλήγωνε συνειδητά και πεισματικά. Αλλά δεν την εγκατέλειπε. Βίτσιο; Όψιμο ερωτικό role play; Ένας τρόπος να βάλουν αλατοπίπερο στην ανιαρή συζυγική ζωή τους με φωνές και ξεσπάσματα;
Αλλά κι εκείνη δε μασούσε, επέμενε. Ήταν γυναίκα παθιασμένη. Τον ήθελε πίσω; Την «έβρισκε» με τα role play; Όπως και να ‘χει, δεν είχε μάθει να τα παρατάει.
Και περνούσαν οι μήνες, και στο τέλος εκείνη κατέρρευσε κι εκείνος συνήλθε. Έτσι είναι, εξάλλου, οι γεροντοέρωτες: αδιέξοδοι και περαστικοί. Πού να τρέχεις τώρα στα 50 σου….

Τώρα τη βλέπω την ίδια μέρα κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα, καθισμένη στο ίδιο τραπέζι της ίδιας καφετέριας με την ίδια παρέα να περιμένει τα παιδιά τους να τελειώσουν τα μαθήματά τους για να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Την παρατηρώ. Τα μαλλιά της ίσια και λεπτά κάνουν το κεφάλι της να δείχνει μικροσκοπικό, σα μικρού κοριτσιού. Σκέφτομαι, πώς είναι δυνατόν να μην τη βρίσκει πια όμορφη; Πώς είναι δυνατόν να μη θέλει να κλείσει στα χέρια του το μικροσκοπικό της κεφαλάκι και να της φιλήσει τα μαλλιά; Κι άραγε της ζήτησε ποτέ συγγνώμη;

Συζητάει πάντα έχοντας το κορμί της ελαφρώς σκυμμένο προς τα εμπρός, ίσως από το πάθος της να υποστηρίξει όλα αυτά για τα οποία μιλάει, ίσως κι από το βάρος των πακτωμένων απιστιών του που κουβαλάει χρόνια τώρα στην πλάτη της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου