Κυριακή 25 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο πέμπτο


Η αφεντιά μου είχε εδώ και κάμποσες μέρες κηρύξει την έναρξη της περιόδου οινοποσίας στο τραπεζάκι της πλατείας, κάτω από τις νόστιμες – εκ του γλυκού νόστου και των γλυκών παρασκευασμάτων – νεραντζιές. Η ευωδία τους είχε αισθητά ατονήσει, τα λιγοστά γκριζοκίτρινα λουλουδάκια πάνω από το κεφάλι μου, καίτοι τσουρομαδημένα από τις παιχνιδιάρικες μπόρες των προηγούμενων ημερών, ανέδυαν μια γλυκερή μυρωδιά, χωρίς όμως τη σπιρτάδα των πρώτων ημερών ανθοφορίας. Τα πράσινα φύλλα των δέντρων λαμποκοπούσαν ξεπλυμένα κάτω από τα νυχτερινά φώτα της πόλης.

 Το ημερολόγιο έδειχνε Σάββατο του Λαζάρου. Κι εγώ άλλον τρόπο δεν είχα να ξεχωρίζω πια τις εορτές, εκτός από την καθημερινή φευγαλέα ματιά στον ημεροδείκτη. Κάποτε ήταν οι σχολικές διακοπές, οι οικογενειακές επισκέψεις στο χωριό, η λαμπάδα της νονάς, τα πασχαλινά κουλούρια με αμμωνία της γιαγιάς. Τώρα ήταν οι νηστίσιμοι μεζέδες του κυρ-Αναστάση. Για τη χάρη μερικών πελατών και «για το καλό», μέρες που ήταν, νηστεύαμε όλοι κάθε βράδυ. Γεγονός καθόλου στενάχωρο για εμένα, μάλλον αδιάφορο θα έλεγα, αφού έτσι κάναμε όλοι τη δουλειά μας ανενόχλητοι. Οι νηστεύοντες διασκέδαζαν αναμάρτητοι, ο κυρ-Αναστάσης διατηρούσε σταθερά τα έσοδά του και άκαμπτη τη συμπάθεια των γυναικών της γειτονιάς που του εμπιστεύονταν κάθε βράδυ τους συζύγους τους, κι εγώ δε σύχναζα στο καφενείο για τον άρτον, αλλά για τον οίνον.

 Στο βάθος του δρόμου πρόβαλε η κυρά-Βάγια, πιθανότατα προερχόμενη από τον εσπερινό στους Αγίους Θεοδώρους. Το συμπέρασμα αυτό το εξήγαγα αυθαίρετα – αν και το ντύσιμό της για κάτι τέτοιο προϊδέαζε, αλλά θα μπορούσε επίσης να βρισκόταν σε κάποια επίσκεψη – μα μετά βεβαιότητος, αναλογιζόμενη τις συνήθειες και τη νοοτροπία της καθ’ όλα συμπαθέστατης γειτόνισσάς μου. Ζούσε μόνη, ένα στενό πιο κάτω από το σπίτι μου. Ήταν γυναίκα ήσυχη, πάντα γλυκομίλητη, αφοσιωμένη στις φιλανθρωπίες και πάντα μόνη. Ούτε σύζυγος υπήρχε, ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε παιδιά, ούτε άλλοι συγγενείς. Τα κατάφερνε στα ογδόντα της μια χαρά.

 Στάθηκε για μια στιγμή και με καλησπέρισε χαμογελαστή, σταυρώνοντας τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Το επίσημο ρούχο της ήταν καλοσιδερωμένο, μα με ορατά τα σημάδια του πολυκαιρισμένου. Ένα φόρεμα σκούρο μπλε με μικροσκοπικά λευκά λουλούδια, λίγο φθαρμένο στον ποδόγυρο, λίγο ξεθωριασμένο εδώ κι εκεί και μεταποιημένο με τσονταρισμένα δυο τσίτια – σκούρα μπλε κι αυτά, αλλά εμφανώς πιο «φρέσκα» - στη μέση, για να χωρέσει το γερασμένο της κορμί. Το βλέμμα της ήταν όπως πάντα, υπερήφανο, καλοσυνάτο, και αδιατάρακτα γαλήνιο. Η όψη της ήρεμη, αρχοντική, η όψη ενός ανθρώπου που είχε ανακαλύψει και χαιρόταν τη δική του αλήθεια, μέσα από την πολύωρη κατανυκτική προσευχή, από την καθημερινή αναγνώριση των σημαδιών της Θείας Πρόνοιας της φυλάττουσας την υγεία του. Ή – αν μπορώ να πω τη γνώμη μου – η όψη ενός ανθρώπου καταπονημένου από την ορθοστασία στο στασίδι και την εισπνοή ικανής ποσότητας μυρωδάτου θυμιάματος.

 Δεν είναι δουλειά κανενός να κρίνει τις θρησκευτικές επιλογές κανενός, ούτε θα υπερθεματίσω τις αλαζονικές κι εξίσου ουτοπικές υπερβολές των άθεων. Ο άνθρωπος καταφεύγει στον Θεό για αμέτρητους λόγους. Κάποιοι είναι προφανείς και κοινοί: για παρηγοριά ή από αδυναμία, από συνήθεια ή από διδαχή, κι όλοι στο τέλος τέλος για να γλιτώσουν από τον εαυτό τους. Ίσως είναι η υπόσχεση της συγχώρεσης που ελκύει και γοητεύει, και πέραν τούτου άλλα επιχειρήματα δεν έχω για να σας πείσω, αφού αν δεν έχει κάποιος νιώσει κατατρεγμένος από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί τόσοι και τόσοι προστρέχουν στον Θεό. Και εν πάση περιπτώσει – ας κλείσω με αυτό – μιας και το έφερε η κουβέντα περί εορτασμών και νηστειών και κομψών ενδυμασιών και πνευματικής εκκλησιάζουσας νιρβάνας: «υμείς κατά την σάρκαν κρίνετε, εγώ ου κρίνω ουδένα»*

 Καλησπέρισα κι εγώ τη γλυκύτατη ογδοντάχρονη και της ευχήθηκα «χρόνια πολλά» και «βοήθειά της», ακολουθώντας με τη σειρά μου τις διδαχές που είχα λάβει από τα μικράτα μου, να αντεύχομαι με σεβασμό τα αυτονόητα και άσκοπα χιλιοειπωμένα στους θεοσεβούμενους ηλικιωμένους. Πάνω στην ώρα έφτασε ο Σαϊμίρ για να με σερβίρει κι εγώ, παρακινούμενη από μια αναπάντεχη κι ανεξήγητη κοινωνικότητα, προσκάλεσα την κυρά-Βάγια να καθίσει μαζί μου, να πιούμε για τα προεόρτια της ονομαστικής της γιορτής. Εκείνη δέχτηκε με χαρά κι έκπληξη. Ήταν άλλωστε γνωστή η πεισματώδης απομάκρυνσή μου από τα εγκόσμια της γειτονιάς. Η κυρά-Βάγια, φαίνεται, ήταν απλώς ο καταδεκτικός εαυτός της. Ή ίσως έκατσε δίπλα μου παρακινούμενη από την ευγενή φιλεύσπλαχνη φύση της, ή ακόμα ακόμα μπορεί να διαισθάνθηκε – υπό το βάρος της έμπειρης ηλικίας της – ότι ήθελα κάποιον – όχι για να συζητήσω! Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου! – να μου μιλήσει. Κι η κυρά-Βάγια στην ηλικία της ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος. Οι διανύοντες τα τελευταία χρόνια της ζωής τους συνηθίζουν να μιλούν πολύ, είτε εξαιτίας της μοναξιάς, είτε εξαιτίας της έλλειψης πρόθυμων ακροατών. Ο Σαϊμίρ απομακρύνθηκε καμαρώνοντάς με, με ένα κάπως τρυφερό και ειρωνικό μειδίαμα.

 Πράγματι, οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν, αφού η κυρά-Βάγια ξεκίνησε με απλοϊκή φυσικότητα την κουβέντα, την οποία πολύ σύντομα και χωρίς καμία δική μου παρέμβαση, οδήγησε στον απολογισμό της ζωής της. Αυτά κάνει πάντα ο άπλετος ελεύθερος χρόνος σε κάθε ηλικία, πολύ περισσότερο στην προχωρημένη ηλικία, αναλώνεται σε απολογισμούς. Ο απολογισμός ενός νέου, όμως, γρήγορα μετατρέπεται σε υπολογισμό, αφού ο νεανικός νους σπάνια επαναπαύεται στα κεκτημένα και διαρκώς αναζητά τρόπους για τα περισσότερα, ίσως και για τα ανέφικτα. Το συμπέρασμά μου ακούγεται μάλλον γενικευμένο, γι’ αυτό και θα το περιορίσω διευκρινίζοντας ότι μιλάω πάντα για τους νέους εκείνους που η έλλειψη ικανοποίησης και ο προικισμένος νους, τους ωθούν σε κάθε βήμα να αναλογίζονται τι έπραξαν και τι ακόμα επιθυμούν να επιτύχουν.

 Ο απολογισμός της κυρά-Βάγιας ήταν η εξομολόγηση της δυστυχίας της. Μια εξομολόγηση, όμως, που διόλου δε μου προξένησε τον οίκτο, συναίσθημα που ούτως ή άλλως απεχθάνομαι αφού προϋποθέτει την αλαζονεία και την έπαρση του οικτίροντος. Ποιος είναι αλήθεια τόσο πολύ καλύτερος και από ποιον για να τον οικτίρει; Το μειλίχιο βλέμμα της, η σχεδόν ψιθυριστή και σταθερή φωνή της, προσέδιδαν στη γυναίκα αυτή αξιοπρέπεια. Όσο προχωρούσε την εξιστόρησή της, τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμουν το λόγο που δέχτηκε να μου κάνει παρέα. Ήμουν η θεόσταλτη ευκαιρία της να ζήσει για λίγο εκτός του συμβατικού τρόπου που είχε επιλέξει, να κάνει για ένα βράδυ κάτι διαφορετικό – για να το πω πιο απλά. Κάποτε, στη δύση της ζωής του, ο άνθρωπος αποφασίζει έστω και για μια στιγμή, για δυο ώρες ας πούμε, να περιφρονήσει τις συμβάσεις, επειδή δεν τον απασχολεί πια το αύριο. Ούτε να κερδίσει έχει, ούτε να χάσει τίποτε μπροστά στο θάνατο που τον περιμένει. Η ζωή έχει πλέον ξεδιπλώσει μπροστά στα μάτια και πάνω στις πλάτες των γερόντων όλη της τη ματαιότητα: οτιδήποτε μας δόθηκε ή το κατακτήσαμε μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί. Η ζωή υπακούει, εν πολλοίς, στο τυχαίο, στο απρόβλεπτο. Γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει σεμνός.

 Το μυαλό μου φωτίστηκε ξαφνικά, ακούγοντας την κυρά-Βάγια να μιλάει, και σα να ξύπνησα από το λήθαργο των συλλογισμών μου. Συνειδητοποίησα ότι αυτή ακριβώς η λέξη, αυτή η έννοια ήταν που με γοήτευε σε αυτήν τη γυναίκα: η σεμνότητά της. Η αληθινή, πηγαία κι ειλικρινής σεμνότητα. Κι αυτή της η σεμνότητα καλλιεργήθηκε με τα χρόνια όταν ένιωσε με κάθε δυνατό τρόπο αυτό ακριβώς: ότι όπως η ζωή είναι παροδική, έτσι είναι κι όλα όσα τη διανθίζουν, ο πλούτος, η δύναμη, ο έρωτας.

 Το σπινθηροβόλημα της μνήμης έλαμπε τώρα στα μάτια της κι αντιφέγγιζε στα δικά μου, καθώς μου μιλούσε για την οικονομική καταστροφή του πατέρα της και την παρελκόμενη ερωτική καταστροφή της ίδιας. Δεν σκοπεύω να σας κουράσω με τη συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος για τις κοινωνικοερωτικές ατυχίες των δεσποινίδων εκείνης της εποχής. Θα πω μόνο αυτό. Η κυρά-Βάγια ονειρεύτηκε έναν έρωτα αμόλυντο, καθαγιασμένο κι αγνό εξαιτίας της ίδιας του της φύσης κι όχι εξαιτίας των χριστιανικών κι εκκλησιαστικών δεσμών του. Μια ένωση που θα της χάριζε την εν ζωή αιωνιότητα, κι όχι την άλλη, την αμφιλεγόμενη, τη μετά θάνατον. Έναν έρωτα που θα την απελευθέρωνε από τη δειλία, που θα την εξαΰλωνε και θα την έκανε καλύτερη από αυτό που ήταν. Κι αφού δεν της επετράπη να ζήσει το απόλυτο, αυτό που μόλις λίγο πρόλαβε να γευτεί – πιότερο σε μια ονείρωξη, σε μερικά βλέμματα και σε δυο πλατωνικές συναντήσεις, αφού τα ήθη της εποχής μέχρι εκεί επέτρεπαν – αποφάσισε να μείνει ανύμφευτη.

 Οι λιγοστές ερωτήσεις μου, που ακολούθησαν το τέλος της ιστορίας της, ήταν πιο πολύ ένας τρόπος να κρύψω τη βαθειά μου συγκίνηση, να της δείξω πόσο πολύ νιώθω το πέτρινο κορμί της το στερημένο από χάδια. Ένας δειλός τρόπος να της εκμυστηρευθώ μια δικιά μου ιστορία. Τη ρώτησα πώς και δεν έτυχε να ερωτευθεί ξανά – ανόητη ερώτηση! Μου απάντησε, με αμεσότητα και πυγμή εικοσάχρονης, πως ο έρωτας είναι ένας και συμβαίνει μια φορά, δεν υπάρχει «ξανά», επειδή μετά από αυτήν τη μία φορά είναι ένα αίσθημα άχρηστο στους νεκροζώντανους.

 Οι μνήμες της με τάραξαν, και πώς αλλιώς άλλωστε, αφού καμιά διήγηση δεν είναι ικανή να μας συγκινήσει αν δεν περιγράφει αυτό που ήδη γνωρίζουμε. Εκείνη το κατάλαβε, με κοίταξε με συνωμοτική συμπάθεια και σηκώθηκε να φύγει. «Δύστυχη…» ψιθύρισε, και δεν ήξερα αν αναφερόταν στον εαυτό της ή σε εμένα. Κι έπειτα, στρέφοντας το βλέμμα της στον ουρανό πρόσθεσε: «Αυτός όλα σοφά τα εποίησε, ακόμα και τα λάθη της μοίρας των ανθρώπων.»**

 Ιδού, η ανύμφευτη απερχόταν.

 Έμεινα και πάλι μόνη με το κεφάλι σκυμμένο μουρμουρίζοντας.

«Κυρά-Βάγια, τέτοιοι έρωτες δε φτουράνε, δεν τους σηκώνει η γη. Είναι προγαμιαία συμβόλαια του άφρονα νου. Τέτοιοι έρωτες είναι για να σε τρώνε.»

 ----------

*Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο Η’ (8): 15

**Νικήτας Μ. Παπακώστας, «Καληνύχτα καλούδια μου», εκδ. Δώμα (2018)

 

Πηγή έμπνευσης:

«Κυριακή των Βαΐων», στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου, μουσική: Διάφανα Κρίνα, CD: «Κάτι σαράβαλες καρδιές» (Wipe Out records, 1998)

 Σαν μια βροχή από στάχτες σε μια οπάλινη θάλασσα

κύλησα στη ζωή σου κι έτσι όλα τα χάλασα.

Έτσι απόμεινε εδώ ένας πέτρινος γίγαντας

ένα ολέθριο τίποτα κεντημένο απ’ τα’ άστρα.

Πόσο ακόμα θα υπάρχω στις ρακένδυτες μνήμες σου;

Πόσο ακόμα θα ψάχνω αιμοραγώντας με στίχους

την ανάσα απ’ το γέλιο σου, τους τριγμούς απ’ τα βήματα,

της αγάπης το τρέμουλο στους σπασμούς της φωνής σου;

Τόσα χρόνια σπατάλησα να προσμένω τον ίσκιο σου.

Ένα χέρι ζεστό ας μου κλείσει τα μάτια.

Ξεψυχάω ανήμπορος μακριά απ’ τα χάδια σου.

Στη ζωή μου πια δύουνε πεθαμένα φεγγάρια.

Κυριακή των Βαΐων ανοιξιάτικο βράδυ.

Σου στέλνω για τη γιορτή σου

καρτ-ποστάλ απ’ τον Άδη.

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο τέταρτο


Η ατμόσφαιρα στο καφενείο θα έπρεπε να είναι πανηγυρική σήμερα το βράδυ, αρχές της άνοιξης. Μιας άνοιξης, που κι αυτή θα έπρεπε να είναι αλλιώς, μα που δεν έλεγε να ξεκαθαρίσει τον ερχομό της, αφού εκτός από τις ανθισμένες νεραντζιές, το κρύο καλά κρατούσε. Ο κυρ-Αναστάσης εξακολουθούσε να ανάβει την ξυλόσομπα κι ο Σαϊμίρ σέρβιρε ακόμα κονιάκ και ζεστά ρακόμελα. 

Θα έπρεπε, λοιπόν, ένα τέτοιο βράδυ – όπως κάθε τέτοιο βράδυ, τέτοια εποχή, κάθε χρόνο – να «γιορτάζουμε» την επιστροφή του Θοδωρή από τα βουνά. Ο Θοδωρής ήταν ο θερινός μας γείτονας και συνδαιτυμόνας. Επέστρεφε στη μικρή μας συνοικία και στην ακόμα πιο μικρή μας παρέα Μάρτη μήνα, κι έφευγε πάλι τέλη Αυγούστου, όταν δηλαδή ξεκινούσε η περίοδος του κυνηγιού. Ο Θοδωρής ήταν κυνηγός. Επάγγελμα αποκρουστικό σ’ εμένα, αλλά δε μου έπεφτε λόγος, ούτε κι εκείνου βέβαια του έπεφτε λόγος για τη δικιά μου αποστροφή. Τον έκανα χάζι τα πρώτα βράδια της επανόδου του, καθώς περιέγραφε τις περιπέτειές του στα δάση της Πίνδου με τρόπο τόσο παραστατικό, που κατέληγε να γίνεται ο γελωτοποιός της ταπεινής κι αβασίλευτης αυλής του καφενείου για καμιά βδομάδα. 

Μου άρεσε ο Θοδωρής – καίτοι απεχθής και βάρβαρος κυνηγός. Ο τρόπος που τα έλεγε, οι χειρονομίες που συνόδευαν κάθε του διήγηση για τα κρύα και τα χιόνια της Πίνδου, για τους φοβερούς κεραυνούς που έκαναν την ανθρώπινη ψυχή να ριγά μπρος στο θαύμα του Θεού – ή στη δύναμη της Φύσης – είχαν όλα τους μια ευπρέπεια τέτοια, που ακόμα κι αν προκαλούσαν το γέλιο, ουδεμία σχέση είχαν με τη γελοιότητα. Ο ίδιος, μάλιστα, φρόντιζε πάντα να είναι προσεκτικός στις εξιστορήσεις του και σεβόμενος τα αθώα θύματά του, απέφευγε, με αφηγηματικό ταλέντο μυθιστοριογράφου, να περιγράφει τις στιγμές των θανατικών. 

Θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω ως κι ιδιοφυή, εξαιτίας της μαεστρίας του στα λόγια. Μιλούσε για ώρες περιγράφοντας τη ζωή του τους τελευταίους μήνες, χωρίς να λέει τίποτε για το τι πραγματικά έκανε τόσους μήνες, τίποτε για το σκοπό της απουσίας του. Μου θύμιζε η ικανότητά του αυτή μια φράση του Ρουσσό, που κάπου κάποτε είχα διαβάσει* και την οποία – συγχωρήστε με – αλλά θα προσπαθήσω να αποδώσω σε δική μου ελεύθερη μετάφραση, κι έχοντας πάντα στο μυαλό μου ότι μιλάω για κι εμπνέομαι από  τον λαοπλάνο ρήτορα Θοδωρή: είχε την ικανότητα να φλυαρεί σαγηνευτικά εξηγώντας όλα τα ανύπαρκτα, ενώ στην πραγματικότητα έκλεινε τα μάτια του – και το στόμα του – στο πιο υπαρκτό, στην ασχήμια του επαγγέλματός του. Και δεν ήταν δα ότι δε δεχόταν πιέσεις για να περιγράψει με λεπτομέρειες τα φρικτά φονικά που έλαβαν χώρα στις πλαγιές των βουνών. Το αιμοδιψές κοινό του λαχταρούσε να ακούσει την κορύφωση της δράσης, να χειροκροτήσει τον ήρωά του επί τη ευκαιρία του φρικαλέου έργου του. Εκείνος όμως πάντα έβρισκε τις δέουσες λέξεις και ξέφευγε από τον κλοιό τους, με φράσεις όπως: «Δεν είμαι εδώ για να σας πω αυτά που ξέρετε, είμαι εδώ για να σας πω αυτά που αν δεν περάσετε πέντε μήνες στην Πίνδο, ούτε να τα φανταστείτε δεν μπορείτε.» 

Μου άρεσε ο Θοδωρής. Για να είμαι ακριβής και ειλικρινής, τον αντιπαθούσα και τον θαύμαζα. Απέφευγα να συμμετέχω με ερωτήσεις στις συζητήσεις που ακολουθούσαν την κάθε του περιπετειώδη αφήγηση. Δεν καταδεχόμουν να γίνω βούτυρο στο ψωμί του ξιπασμένου ασώτου, που όμως δεν ήταν καθόλου ξιπασμένος. Τα χάχανα και το ενδιαφέρον των υπολοίπων τον έκαναν να μοιάζει τέτοιος. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, η ομήγυρη κρεμόταν από τα χείλη του Θοδωρή, τα γουρλωμένα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω του κι εκείνος δεν προλάβαινε να τους ευχαριστεί για τα κεράσματα. Καθόταν πάντα στη γωνία απέναντί μου, για καμιά ώρα κάθε βράδυ, ποτέ για περισσότερο. Μιλούσε χαμηλόφωνα και πολύ – με την μπάσα αργόσυρτη φωνή του – ίσως για να κάνει ακόμα πιο παραστατικές τις περιγραφές του από τα άγρια δάση της Βόρειας Ελλάδας, ίσως απλά για να εξαναγκάσει τους ακροατές του να κάνουν ησυχία. Σαν δάσκαλος που προσπαθεί δια λόγου να κατευνάσει τα υπερκινητικά νήπια χωρίς να χρειαστεί να φωνάξει. 

Οι αγαπημένες μου αφηγήσεις, ήταν εκείνες της αναμονής, οι ώρες που περνούσε κρυμμένος στο καρτέρι του. Στις λέξεις του ζωντάνευε η σιωπή του δάσους μέσα από ήχους μυστηριώδεις, μπορεί κι ανύπαρκτους στην πραγματικότητα. Σα να σηκώνονταν τα δέντρα αξημέρωτα και νυχοπατώντας να συνέθεταν με θροΐσματα και τριξίματα – ή μήπως ήταν ψίθυροι; - την ακινησία σε χιλιάδες ακαθόριστες κι αγνώστου προελεύσεως κινήσεις. Μέσα από την κάθε του λέξη, μέσα από αυτό το απαλό χάδι του χεριού του στα γκρίζα γένια του καθώς μιλούσε, εγώ αντιλαμβανόμουν το βουβό ήχο της σιωπής, της κάθε κι απανταχού σιωπής. Αντιλαμβανόμουν την αγωνιώδη αγρύπνια της καρτερίας του στο καρτέρι, την παράδοσή του στην αναπόφευκτη αναμονή, την αφύσικη και συγχρόνως φυσική – γιατί πώς αλλιώς, δεδομένων των συνθηκών; - κατάλυση της αλήθειας κι επικράτηση της φαντασίας. Κρυμμένος σε έναν υγρό και σκοτεινό λαβύρινθο από κλαδιά και κορμούς και χαμένος σε έναν πνευματικό λαβύρινθο για ώρες, έβλεπα τον Θοδωρή να βυθίζεται σε ένα στρόβιλο του νου, παρασυρμένος από μαγευτικές κι εφιαλτικές μεταμορφώσεις της ακινησίας και της θανάσιμης ησυχίας. 

Ναι, μου άρεσε ο Θοδωρής, κι ας τον αντιπαθούσα τόσο. Μου άρεσε, γιατί όταν βρισκόταν μέσα στο δάσος έπαυε να είναι άνθρωπος. Γινόταν πουλί και δέντρο κι άγριο ζώο ανήμερο κι ευάλωτο. Γινόταν πέτρα με αισθήσεις τόσο οξυμένες, που άκουγε την κάθε ησυχία κι έβλεπε τον κάθε ίσκιο μέσα στο σκοτάδι. Σχεδόν άκουγα την ανάσα του, που ακόμα κι αυτή την κατάπινε για να μην ακουστεί. Ένιωθα το κορμί του, που μουδιασμένο και μαγκωμένο από την πολύωρη ακινησία, δεν ένιωθε πλέον τίποτα. Τον έβλεπα κρυμμένο, να καμώνεται περίπου τον νεκρό, πριν καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στο θύμα του. Κι αυτή η στιγμή του φόνου, όση απαρέσκεια κι αν μου προκαλούσε, δεν μπορούσα να αγνοήσω ότι ήταν μια στιγμή αξιοθαύμαστης κι απρόσμενης ζωτικότητας, μια παθιασμένη στιγμή παραφροσύνης, ένα απαύγασμα επιμονής. 

Το σημερινό όμως βράδυ, ο Θοδωρής μιλούσε ελάχιστα. Κι η αλήθεια είναι πως όλοι στο καφενείο ήταν κάπως πιο σιωπηλοί, σχεδόν ανήσυχοι, σα να περίμεναν την άτυχη έκβαση μιας εγχείρησης ενός οικείου ασθενούς. Το μαντάτο για την επιστροφή του Θοδωρή είχε μαθευτεί στη γειτονιά από μέρες, εκείνος όμως άργησε να κάνει την καθιερωμένη επετειακή επίσκεψή του στο στέκι μας. Αυτό το γεγονός από μόνο του είχε ήδη προκαλέσει πλήθος υποθέσεων κι εικασιών στους θαμώνες. Το τι έπαθε και γιατί δεν εμφανίζεται επιτέλους ο Θοδωρής ήταν το θέμα συζήτησης των τελευταίων ημερών γύρω από την ξυλόσομπα. Και να που ο κυνηγός εμφανίστηκε, κάτι τι κατάκοπος κι απρόσμενα λιγομίλητος. Κάνα δυο τον ρώτησαν τα τετριμμένα, κάνα δυο φορές απάντησε κι εκείνος τα δέοντα. 

Την ερώτηση-κλειδί του την απηύθυνε ο κυρ-Αναστάσης, άξιος οικοδεσπότης και ποιμήν, επιφορτισμένος με το καθήκον της καλοπέρασής μας και της ξεγνοιασιάς μας: «Κατά τα τέλη Αυγούστου θα σε χάσουμε πάλι κι εφέτο;»

«Όχι, δεν ξαναπάω», απάντησε και το βλέμμα του – εκείνα τα μάτια που μέσα τους έφεγγε το μοιραίο – με κοίταξαν ντροπαλά, σχεδόν σα να αντίκριζε στο πρόσωπό μου την πιο οδυνηρή του ανάμνηση. Κι ήταν τόσο καθαρή και ταπεινομένη η ματιά του εκείνη, τόσο υγρά εκείνα τα μάτια, που ευχήθηκα χίλιες φορές να με είχε κοιτάξει με μίσος. 

Τις επόμενες μέρες μάθαμε ότι στο τελευταίο καρτέρι  του παραλίγο να σκοτώσει ένα θηλυκό αγριογούρουνο. Και δεν είναι αυτό το αξιοθαύμαστο νέο, αφού είχε ήδη σκοτώσει δεκάδες τόσα χρόνια. Το αξιοθαύμαστο ήταν ότι το τραυμάτισε βαριά, το κυνήγησε για ώρα, πείσμωσε, τυφλώθηκε από το πείσμα του, το ήθελε δικό του. Αλλά εκείνο δε στάθηκε να το πιάσει, να το αποτελειώσει. Ελευθερώθηκε κι εξαφανίστηκε, ματωμένο και κουτσό. 

Και δεν ήταν το πλήγμα στο θηρευτικό ανδρισμό του Θοδωρή που τον έκανε να πάρει την απόφαση να παρατήσει το κυνήγι. Ήταν η ξεκάθαρη αποκάλυψη ότι η αντοχή δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ικανότητά μας να υποφέρουμε. 

---------- 

* Η τεμπέλα χρυσοψαρίσια μνήμη μου μπορεί να με απατά – κι ο μερακλής (φιλ)αναγνώστης είναι ελεύθερος, αν το έχει μεράκι, να το διασταυρώσει – μα νομίζω ότι η φράση προέρχεται από το “La nouvelle Heloise”. Υπόθεση που, όσο την παιδεύω, μου φαίνεται πιθανότερο να ισχύει, αφού άλλο λόγο ή κίνητρο για να διαβάσω Jean Jacques Rousseau, εκτός από την αδυναμία μου στις μυθιστορηματικές εξιστορήσεις παθιασμένων και καταδικασμένων ερώτων, θα ήταν εξαιτίας της αδαούς φύσης μου αδύνατον να έχω.

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο τρίτο


Την κύρια είσοδο του σπιτιού, εκείνη την ψηλή, δίφυλλη, ξύλινη πόρτα, μας την άνοιξε από μέσα η μαντμαζέλ Σοφί. Έτσι ήταν γνωστή στη γειτονιά. Μια γυναίκα πάνω-κάτω συνομήλικη με την κυρία Φιλοθέη, λίγο παχουλή, με μαλλιά τόσο ξανθά, σχεδόν λευκά. Η μανταμαζέλ Σοφί βοηθούσε και συμπαραστεκόταν στην κυρία Φιλοθέη τα τελευταία περίπου τρία χρόνια, από όταν δηλαδή η τελευταία έμεινε χήρα.

 Η μαντμαζέλ Σοφί, όπως έυκολα μαρτυρά η προσωνυμία της, είχε κάποτε στα νιάτα της σπουδάσει γαλλικά. Αρεσκόταν δε να μεταχειρίζεται γαλλικές λέξεις κατά την ομιλία της, με τρόπο μάλλον επιτηδευμένο. Πεταμένα “bonjour” και “sil vous plait”, “oui, je comprends” και διάσπαρτα “merci” ανάμεσα στις υπόλοιπες κουβέντες που αντάλλασσε με τους γείτονες. Τα γαλλικά της κι οι τρόποι της ήταν κατά πολύ ταυτόσημοι με αυτούς της κυρίας Φιλοθέης: θύμιζαν τα γαλλικά των παιδαγωγών των καλών οικογενειών. Οι κινήσεις και των δύο αργές και μεγαλοπρεπείς, θύμιζαν πρωταγωνίστριες – γαλλικού; - αισθηματικού ρομάντζου του προηγούμενου αιώνα. Επειδή η κυρία Φιλοθέη, γόνος οικογένειας αρχοντικής και χήρα μεγαλοδικηγόρου – επίσης αρχοντάνδρα – των Αθηνών, είχε τύχει να μάθει κι αυτή γαλλικά, μπορεί και πιάνο – ας μας επιτραπεί το αυθαίρετο συμπέρασμα χάριν επιβεβαίωσης του στερεότυπου που θέλει αυτές τις δύο ενασχολήσεις να πηγαίνουν πακέτο για τις νεαρές θυγατέρες των εύπορων οικογενειών πριν εβδομήντα χρόνια. Κύλησε, λοιπόν, σα να λέμε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ κι όλα τα σχετικά που μπορούμε να πούμε γι’ αυτές τις δυο μοναξιές που έσμιξαν τόσο ταιριαστά.

 Η μαντμαζέλ Σοφί με καλησπερίζει γαλλιστί παίρνοντας τις σακούλες με τα νεράντζια από τα χέρια μου και στέκεται να ακούσει τον μονόλογο οδηγιών που της απευθύνει η κυρία Φιλοθέη, γαλλιστί κι αυτός εξυπακούεται. Κατόπιν, και με τις σακούλες στα χέρια, κατευθύνεται – υποθέτω – προς την κουζίνα, ενώ η κυρία Φιλοθέη με παρακαλεί να περάσω στο bureau του συχωρεμένου του Σωκράτη της για ένα τσάι. Η ώρα κόντευε επτά κι εγώ θα ήθελα να φύγω και να ακολουθήσω το προσχεδιασμένο και ασφαλές καθημερινό μου πρόγραμμα, αλλά καταλαβαίνω ότι τόσο η ίδια όσο κι η μαντμαζέλ Σοφί είναι ευχαριστημένες που μπορούν να επιδεικνύουν την καλή αγωγή τους και να φέρονται ευγενικά, έστω και με πομπώδη τρόπο, στον οποιονδήποτε. Ακόμη, τελικά, και σε εμένα, το όψιμο χαμίνι της γειτονιάς.

 Το ξύλινο πάτωμα έτριξε κάτω από τα πόδια μου, καθώς μπήκα στο δωμάτιο του γραφείου. Μου φάνηκε σα να βουλιάζει ελαφρά σε κάθε βήμα μου, παρασύροντας και κατά κάποιον τρόπο «ξυπνώντας» ολόκληρο το σπίτι. Ήταν σα να έτριξαν συγχρονισμένα όλοι οι τοίχοι. Κι ήταν αυτό το τρίξιμο από μόνο του αρκετό για να αποκαλύψει τη μεγαλειώδη κι απέραντη σιωπή σ’ αυτό το έρημο και παγερό σπιτικό.

 Στο βάθος του δωματίου, απέναντι από την πόρτα, τοποθετημένο το τραπέζι του γραφείου του μακαρίτη δικηγόρου, με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που έφτανε ως πάνω το ταβάνι πίσω του και δυο δερμάτινες πολυθρόνες τοποθετημένες μπροστά του. Κάτω από το παράθυρο στα αριστερά μου ήταν ένα χαμηλό τραπεζάκι του καφέ με ακόμα δυο – επίσης δερμάτινες – πολυθρόνες. Εκεί με έβαλε να καθίσω η κυρία Φιλοθέη κι έφυγε για να φέρει το τσάι. Απέναντί μου βρισκόταν μια ακόμη βιβλιοθήκη, μικρότερη, με δυο γυάλινες πόρτες, τα πόμολα δυο μικρά πατουσάκια ζώου, ίδια με τα πόδια του επίπλου, μόνο που αυτά τα τελευταία ήταν μεγαλύτερα σε μέγεθος κι έμοιαζαν να γαντζώνονται με τα νύχια τους γερά στο ξύλινο δάπεδο για να κάνουν ακόμα κι αυτό το τρίξιμο απ’ τα πατήματα των ενοίκων να σωπάσει.

 Σηκώθηκα και πλησίασα για να παρατηρήσω μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πίσω από το τζάμι, ο συχωρεμένος και η κυρία Φιλοθέη τη μέρα του γάμου τους. Στην κάτω δεξιά γωνία γραμμένη μια ημερομηνία: 4/6/1950. Η κυρία Φιλοθέη είναι τελικά μεγαλύτερη από όσο δείχνει! Θα πρέπει με βεβαιότητα να πλησιάζει ή να έχει ήδη πατήσει τα ογδόντα! Παραδίπλα μια ακόμη φωτογραφία, έγχρωμη και πιο πρόσφατη, ο συχωρεμένος κι η κυρία Φιλοθέη με τα τρία τους παιδιά και τα δυο τους εγγόνια μπροστά από τον Παρθενώνα. Παρατηρώ την ανακουφιστική και καταπραϋντική αύρα αυτής της οικογενειακής φωτογραφίας, έτσι όπως ενισχύεται από το περήφανο αρχαίο κάλλος του φόντου, και που όπως όλες οι αντίστοιχες εκτυπώσεις συγγενικών στημένων μαζώξεων, αποπνέει περηφάνια κι ευτυχισμένη ολοκλήρωση.

 Η κυρία Φιλοθέη μπήκε μέσα κρατώντας ένα δίσκο με δυο φλιτζάνια τσάι, δυο ποτήρια νερό και δυο πιατάκια με γλυκό νεράντζι. «Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας», μου είπε συστήνοντάς μου τις φιγούρες στη φωτογραφία που κοιτούσα. «Τα στείλαμε νωρίς στην Ευρώπη να σπουδάσουν.» συνέχισε να εξηγεί χωρίς να τη ρωτήσω. «Δύσκολη απόφαση εκείνα τα χρόνια. Ο Σωκράτης φοβόταν, δείλιαζε, δεν ήθελε. Εγώ επέμεινα. Και να τώρα που έχουν εκεί τις δουλειές τους, έκαναν τις οικογένειές τους, βγάζουν καλά λεφτά.» ακολούθησε μια σύντομη παρουσίαση των διευθυντικών θέσεων που κατείχαν και τα τρία παιδιά τους σε μεγάλες εταιρείες, λεπτομέρειες που θεωρώ άσκοπο να αναπαράγω, χώρια που – το ομολογώ – δεν καλοθυμάμαι, αφού ευτυχώς ο αφηρημένος νους μου συνέχισε να περιεργάζεται τον χώρο και να φαντάζεται τον μακαρίτη να υποδέχεται εδώ τους πελάτες του και να πανηγυρίζει κερδισμένες δίκες, αφήνοντας την οικοδέσποινα να δίνει την παράστασή της χωρίς να εισακούγεται. «Πρώτα ο Θεός, τους περιμένω να έρθουν το καλοκαίρι. Θα πάμε στο εξοχικό μας στην Τζια…»

 Τη διέκοψα πριν προλάβει να ξεκινήσει την περιγραφή του εξοχικού τους, ρωτώντας τη για το γλυκό που μου πρόσφερε. Το είχε φτιάξει η μαντμαζέλ Σοφί, σύμφωνα με τη συνταγή και την καθοδήγηση της ίδιας. Δυο γυαλιστερές, πορτοκαλί φλουδίτσες, λεπτούτσικες, τυλιγμένες σε ρολάκια, έπλεαν στα σιρόπια μέσα στο πιατάκι που κρατούσα στο χέρι μου. Το γλυκό απογευματινό φως της ήδη μεγαλωμένης μέρας πέρασε με μια ακτίνα ήλιου μέσα από το παράθυρο κι έπεσε πάνω στο νεραντζάκι. Το χρώμα του καρπού, διαθλασμένο μέσα από το λαμπερό σιρόπι, έκανε όλο το δωμάτιο να χρυσίσει. Η κυρία Φιλοθέη ακούμπησε ευχαριστημένη την πλάτη της πίσω με αγαλλίαση, αντιλαμβανόμενη το θαυμασμό μου. «Το μυστικό είναι να μαζεύεις τα νεράντζια πριν φουσκώσει η φλούδα τους από τις ξαφνικές ανοιξιάτικες μπόρες. Έτσι διατηρούν το χρώμα τους πιο ζωντανό και μένουν τραγανά κατά το βράσιμο», είπε.

 Μην περιμένετε να αποφανθώ για τη γεύση με τρόπο πρωτότυπο, είχε τη γνωστή σε όλους γλυκόπικρη γεύση. Η κυρία Φιλοθέη είχε όμως να σχολιάσει κάτι διαφορετικό και γι’ αυτό: «Θέλει τουλάχιστον δυο μέρες για να ξεπικρίσει το φρούτο πριν δέσει με το σιρόπι. Και λέω τουλάχιστον, parce que εξαρτάται από το γούστο του καθενός. Μπορείς να τα αφήσεις να ξεπικρίσουν και περισσότερες μέρες, αλλά τότε νομίζω χάνει το γλυκό τη νοστιμάδα του. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, θέλουν το χρόνο τους για να ξεπικρίσουν.» την κοίταξα χωρίς να ζητήσω εξηγήσεις, βιαζόμουν εξάλλου να φύγω. «Ο Σωκράτης», συνέχισε, «ήταν δύσκολος άνθρωπος. Καλός, μα difficile, ήθελε υπομονή. Έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι, δουλειές πολλές. Ήξερα όμως ότι πήγαινε και με άλλες.» Ίσιωσε τη φούστα της και χαμήλωσε τα μανίκια πάνω από τα γεμάτα μωβ φλέβες χέρια της, σα να προσπαθούσε να σκεπάσει το αυθόρμητο ξεγύμνωμά της, μιλώντας μου για τέτοια θέματα. «Έκανα υπομονή, του έκανα και τρία παιδιά. Ήθελε κι αυτός το χρόνο του για να ξεπικρίσει. Στα τελευταία του, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό, μου έπιανε καμιά φορά τρυφερά το χέρι όποτε του σέρβιρα το τσάι του.» Κούνησε το κεφάλι με ικανοποίηση και λύπηση. 

 Είχα αρχίσει να αισθάνομαι άβολα ακούγοντας αυτό το ευγενικό φάντασμα να μου μιλάει για τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής που καθόλου δε με ενδιέφερε. Το κατάλαβε, φαίνεται, κι άλλαξε το ύφος της, γλύκανε κι αυτή σαν το σιρόπι που έμενε διάφανο και μόνο στο πιατάκι μου. Μου έδειξε το μενταγιόν της, δώρο του Σώκράτη όταν γέννησε τη Σμαράγδα τους. Το βραχιόλι της, δώρο του Σωκράτη όταν γέννησε τον Βασίλη τους. Το δαχτυλίδι, δώρο όταν γέννησε αργότερα την Μαρία τους. Οπότε αβίαστα και φυσικά η συζήτηση επανήλθε στο αγαπημένο της θέμα: τα παιδιά τους.

 Η γηραιά κυρία είναι περήφανη για τα παιδιά της, μου μιλάει για τα επαγγελματικά τους κατορθώματα στο εξωτερικό με ενθουσιασμό και παινεύει τα ταλέντα τους, μιλάει με τον ίδιο τρόπο για τα εγγόνια της και τις μαθησιακές τους δεξιότητες. Ή μήπως μου μιλάει για τα δικά της κατορθώματα; Σηκώνεται κάθε τόσο κι ανοίγει ένα συρτάρι του σεκρετέρ ή ένα ντουλάπι της σερβάντας, βγάζει φωτογραφίες κι αναμνηστικά δώρα του άντρα της και των παιδιών της, κι εγώ ζαλίζομαι και θέλω να βγω έξω να ανάψω ένα τσιγάρο. Μα δεν τολμώ να διακόψω αυτήν την κωμωδία της χαρμολύπης, αυτή τη γλυκόπικρη υποκρισία της κοσμικής ευτυχίας, την τόσο ταιριαστή με τη γλυκόπικρη γεύση του γλυκού που μόλις με κέρασε και που παρέμενε επίμονα στο στόμα μου, συνοδευτικό της επιδειξιμανούς παράστασης που παρακολουθούσα. Η κυρία Φιλοθέη είναι γοητευμένη από την επίσκεψή μου. Νιώθω προσκεκλημένη άθελά μου σε δεξίωση της παλιάς Αθήνας, σε μια δεξίωση που μοιάζει με κύκνειο άσμα. Το βλέμμα μου πέφτει στη δεντροστοιχία των νεραντζιών έξω στο πεζοδρόμιο. Δεν πρέπει να έχει περάσει πολλή ώρα από όταν περπατούσα μόνη βυθισμένη στο άρωμα των λουλουδιών τους, κι όμως μου φαίνεται σα να κάθομαι σε αυτήν την δερμάτινη πολυθρόνα αιώνες.

 Η μαντμαζέλ Σοφί μπαίνει στο δωμάτιο με μια πιατέλα στα χέρια. Η πιατέλα είναι γεμάτη φέτες ψωμιού αλειμμένες με βούτυρο και – καθώς πληροφορούμαι από τη σερβιτόρα μας – φρέσκια μαρμελάδα νεράντζι. Σκέφτηκε ότι ταιριάζει καλύτερα με το τσάι. Κάπου εκεί η βραδιά – έξω είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει – απέκτησε ξανά ένα κάποιο ενδιαφέρον. Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ μαρμελάδα νεράντζι, ούτε καν φανταζόμουν ότι υπάρχει τέτοιο παρασκεύασμα. Η μαντμαζέλ Σοφί είναι κι αυτή με τη σειρά της περήφανη για τη μαρμελάδα της. Η κυρία Φιλοθέη τη διακόπτει για να με πληροφορήσει ότι κάθε χρόνο τέτοια εποχή ετοιμάζουν δεκάδες βάζα και τα στέλνουν στα παιδιά τους στην Ευρώπη, επειδή ταιριάζει extraordinairement με τα κρέατα της περιοχής. Θολωμένη όπως είμαι από την έλλειψη νικοτίνης, μπερδεύομαι για μια στιγμή και νομίζω ότι μου μιλάει για τα – ποια; - παιδιά τους με τη μαντμαζέλ Σοφί.

 Όλοι έχουν ανάγκη να πιάνονται από κάπου και να αναδεικνύονται ή να υποστυλώνονται από κάπου. Άλλος από μια θρησκεία ή από ένα άλλο σώμα, από ξεθωριασμένα λόγια σε κιτρινισμένα χαρτιά ή από ένα δάκρυ με σάρκα και οστά. Άλλος από δεκάδες κοσμήματα – αναμνηστικά δώρα, αλλά ποιο δώρο άραγε μπορεί να εξαγοράσει την αγάπη ενός ανθρώπου που του έχουν στερήσει την αυτοεκτίμηση; - κι άλλος από την αναμφισβήτητη απουσία. “Από τα σαχλά υψηλά κι από τα εξαίσια χαμερπή”*. Κι όλοι μα όλοι στο τέλος δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα, δεν έχουμε να ελπίζουμε τίποτα. Το μόνο ζωντανό κι απείραχτο που απομένει στη νεκρή ζωή μας είναι μια παλιά ανάμνηση.

 Η υφή της μαρμελάδας άξαφνα μου θυμίζει ένα άλλο γλυκό του κουταλιού που συνήθιζε πριν χρόνια να φτιάχνει μια φίλη μου σε κάποιο νησί. Ξελιγωμένη από την ξαφνική αναθύμηση εκείνης της άλλης γεύσης – επρόκειτο για γλυκό του κουταλιού από άνθη πορτοκαλιάς - , ρωτάω με λαχτάρα την κυρία Φιλοθέη αν μπορούν να γίνουν τα άνθη της νεραντζιάς γλυκό του κουταλιού. Η όψη της σοβάρεψε και τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν. Ξεκίνησε να μου μιλάει για τη Μαρία της, το τρίτο παιδί τους, και πέρασαν κάμποσες στιγμές για να καταλάβω ότι δεν τα ‘χε χαμένα και πού ήθελε να καταλήξει. «Όταν έμεινα έγκυος στη Μαρία μου (η Σμαράγδα κι ο Βασίλης ήταν «μας», η Μαρία παρατήρησα ότι ήταν «μου»), ο Σωκράτης τα είχε μπλέξει με μια πιτσιρίκα. Παρά την πίκρα μου, δε σκέφτηκα ούτε στιγμή να μην το κρατήσω το παιδί αυτό. Και τώρα δες, η Μαρία μου μου έκανε τα δυο μοναδικά μου εγγόνια. Όλα θέλουν το χρόνο τους για να ξεπικρίσουν και να γλυκάνουν. Τα άνθη νεραντζιάς, ναι, μπορούν να γίνουν γλυκό, μα χρειάζεται πενταπλάσια ποσότητα κι άλλος τόσος χρόνος ξεπίκρισμα για να βγάλεις ένα βαζάκι γλυκό. Κι έπειτα, είναι αμαρτία να κόβεις το λουλούδι σκοτώνοντας τον καρπό που μόλις έχει γεννηθεί.»

 Σηκώθηκα αποφασισμένη, πλέον, να φύγω και ξαφνικά νιώθω στο βλέμμα της κυρίας Φιλοθέης πως η δεξίωση τελείωσε, η μαγεία της ανάπλασης της παλιάς ζωής διαλύθηκε. Με συνοδεύει ως την εξώπορτα ευχαριστώντας με για την honneur με τον αέρα μιας κυρίας μιας άλλης εποχής. Η παρακμάζουσα ζωντάνια αυτής της γυναίκας με κάνει να σκέφτομαι πόσο ανθεκτική είναι η ανθρώπινη ζωή, πόσο τρομακτικά φυσική δύναμη έχει να βρίσκει τρόπους να ομορφαίνει οποτεδήποτε, να ξεπικρίζει κάθε τόσο.

 Αισθάνομαι, παρά την ανία μου και την κούρασή μου, την ανάγκη να την ευχαριστήσω κι εγώ με κάποιο τρόπο. Με έναν τρόπο που να αρμόζει στην ευγενική καταγωγή μιας κυρίας. Να της χαρίσω κάτι που θα την κάνει να ξεχωρίσει και πάλι ανάμεσα στις φίλες της, σαν ένα καινούριο κόσμημα, αναμνηστικό μιας ευτυχισμένης στιγμής. Τη ρωτάω αν έχει δοκιμάσει να φτιάξει γλυκό νεραντζάκι από τους άγουρους πράσινους καρπούς του δέντρου. Με κοιτάζει με συγκρατημένη έκπληξη, χωρίς να χάσει ούτε δευτερόλεπτο την αυτοκυριαρχία της και να προδώσει την άγνοιά της. Της υπόσχομαι, μόλις δέσουν οι πρώτοι καρποί, να φτιάξουμε μαζί δοκιμαστικά μια μικρή δόση.

 Τη συνταγή μού την είχε υπαγορεύσει βιαστικά πριν χρόνια μια θεία μου σε εκείνο το πεδινό χωριό της νότιας Ηπείρου, μια μέρα που την έπιασα να δένει το σιρόπι σκυμμένη πάνω από το γκαζάκι στο φτωχικό κουζινάκι του σπιτιού της. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν υπάρχει ακριβής συνταγή. Μόνος κανόνας, το υποχρεωτικό δεκαήμερο – τουλάχιστον – ξεπίκρισμα, και ζάχαρη για το σιρόπι όσο πάρει - τηρώντας αυστηρά την αναλογία δύο προς ένα - μέχρι να γλυκάνει και να δέσει.

 Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, όπως όλα τα δύο που φιλοδοξούν να γίνουν ένα.

 

----------

*Γλυκερία Μπασδέκη, «Απόπου», πήγη: m.lifo.gr/team/crying/53477


Κυριακή 4 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δωδέκατο



Διανύαμε την ευλογημένη ολιγοήμερη εποχή των νεραντζιών. Αυτό το δεκαήμερο – ή μήπως ήταν λιγότερο; - που οι νεραντζιές της πόλης άνθιζαν μηνύοντας τον ερχομό της  άνοιξης και δικαίωναν την ύπαρξή τους. Μέρες μετρημένες στα δάχτυλα, από τη στιγμή που έσκαγαν τα μπουμπούκια απελευθερώνοντας τα πρώτα και πιο έντονα αρώματα των μικροσκοπικών λουλουδιών. Λίγες μέρες, που αρκούσαν για να ξεπλύνουν αυτά  τα άχαρα δέντρα από πάνω τους όλη την αδιαφορία – παραλίγο να λαθέψω γράφοντας «ασχήμια» - και την αχρηστία ενός ολόκληρου χρόνου. 

Ένας φίλος, παλιά, αναφερόταν στις νεραντζιές λέγοντας «τα δέντρα του πεζοδρομίου», κοιτάζοντας με αηδία κι απαυδημό τους λιωμένους πορτοκαλί καρπούς στις άκρες του δρόμου. Κι ήταν η φράση του αυτή κυριολεκτική, αφού ήταν όντως τα δέντρα τα φυτεμένα στα πεζοδρόμια, μα έκρυβε και την παλιά κοινωνική περιφρόνηση για τις εργαζόμενες γυναίκες στα πεζοδρόμια και τα καθέκαστα. Αναλογιζόμουν τώρα πόσες διχόνοιες αυτά τα δέντρα μεγαλώνοντας έσπειραν στους κατοίκους της πόλης. Οι ποδοπατημένοι καρποί τους είναι αιτία εκνευρισμού κι αφορμή συζητήσεων για την αντικατάστασή τους από άλλα δέντρα, λιγότερο «ρυπογόνα». Πόσο αστείες μου φαίνονταν τώρα δα όλες αυτές οι έριδες, όταν το βαθύ, λαμπερό πράσινο φύλλωμα των νεραντζιών της γειτονιάς μου, το στολισμένο με διάσπαρτα λευκά μπουκετάκια, σήμαινε το τέλος του χειμώνα, όταν ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να αναδύει νότες νερολί. 

 Όπως κι αν ήταν, είχε έρθει και πάλι η εποχή που οι νεραντζιές ήταν οι κυρίαρχοι της πόλης, εξαιτίας αυτής της χιλιοειπωμένης ευωδιάς των λουλουδιών τους. Μιας ευωδιάς, που αυτή μόνο μπορούσε να σημάνει τον ερχομό της άνοιξης στην πρωτεύουσα. Μιας ευωδιάς ανώτερης κι από αυτήν των πορτοκαλανθών, σκεφτόμουν ενθυμούμενη τις πασχαλινές διακοπές στο χωριό μου, το γεμάτο πορτοκαλεώνες, όταν ήμουν παιδί. Κι από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, σε νηπιακή ηλικία, με θυμάμαι να μυρίζω ακριβώς την Ανάσταση και την άνοιξη στα πορτοκαλάνθη. Συγκρίνοντας, λοιπόν, τώρα τα αρώματα αυτών των δύο πρωτοξάδελφων δέντρων, ήμουν βέβαιη ότι εντονότερα ευωδίαζαν τα νεραντζολούλουδα των αστικών, βρωμερών πεζοδρομίων, κι όχι τα δίδυμά τους ανθάκια στα καλοκλαδεμένα δέντρα των φρεσκοσκάμμενων κι αφράτων χωραφιών της επαρχίας. 

Επέστρεφα από τη δουλειά, αργά ένα τέτοιο πρωτανοιξιάτικο απόγευμα, και σε κάθε βήμα σχεδόν σταματούσα κι ανάσαινα βαθειά – να φτάσει ως τα μύχια των παιδικών μου αναμνήσεων – το άρωμα των πρωτευουσιάνικων αυτών εσπεριδοειδών. 

Δεν ήταν ποτέ, για εμένα, η μνήμη που με συγκινούσε. Πιο πολύ ήταν η αίσθηση της ανάμνησης, ούτε καν η ίδια η ανάμνηση. Κι η μεγαλύτερη δύναμη, που ανάσταινε την κάθε μου γλυκιά ή πικρή ανάμνηση, ήταν αυτή μιας κάποιας μυρωδιάς. Ολόκληρη περασμένη ζωή μπορούσε να αναστηλωθεί από τα ερείπιά της, όταν η μύτη μου αισθανόταν το άρωμα ενός λουλουδιού, ή ενός γλυκού, ή ενός ρούχου. Και τόσο, φαίνεται, είχε εξοικειωθεί η όσφρησή μου κι είχε εξασκηθεί ο νους μου, κι είχε ζήσει τόσες ζωές το κορμί μου, που μου συνέβαινε συχνά να χαρακτηρίζονται μέσα μου τοποθεσίες ολόκληρες ως μοναδικές όχι εξαιτίας αυτής καθαυτής της ιδιαιτερότητάς τους, αλλά εξαιτίας των αρωμάτων τους. Αρώματα που σε πολλούς περνούσαν απαρατήρητα, ή είχαν γίνει συν τω χρόνω αδιάφορα, για εμένα σήμαιναν έναν άνθρωπό μου από τα παλιά, ένα παιχνίδι παιδικό, μια εκδρομή, ένα χάδι, ένα δάκρυ, ένα γέλιο, μια ολόκληρη ιστορία τέλος πάντων. Και τελικά, στο χωνευτήρι του χρόνου και του μνημονικού μου, κάθε μυρωδιά κατέληγε να είναι κάτι εντελώς άσχετο κι ασύνδετο ως προς την αρχική πηγή εξάπλωσής της. 

Για παράδειγμα, η μυρωδιά από το «νυχάκι»* ξαναζωντάνευε την από πάντα μαυροφορεμένη και τώρα πια συχωρεμένη γιαγιά μου και συνονόματή μου. Ολόκληρο το σπίτι μύριζε από αυτό το μικροσκοπικό λουλουδάκι, τόσο που το άρωμα αυτό είχε πάψει πια να είναι για εμένα άρωμα φυτού κι ήταν η ίδια η μαύρη μαντίλα στο κεφάλι της γιαγιάς, τα κατάλευκα μαλλιά της πλεγμένα, κι αυτά από πάντα, σε δυο πλεξούδες που έφταναν ως τη μέση της – αργότερα και προς τα τελευταία της, τις μάζευε κι αυτές και τις έκρυβε μέσα στη μαύρη μαντίλα, τι βάρος, τι πόνο και πόσα απολειφάδια νιότης έκρυβε από κάτω αυτό το κομμάτι πανί στο κεφαλάκι της! Ήταν τα ξεθωριασμένα πάλαι ποτέ λουλουδάτα σεντόνια του κρεβατιού της, το κομοδινάκι της με τις κιτρινισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το θαμπό ποτήρι με το νερό και τα αμέτρητα φάρμακα ακουμπισμένα επάνω. Μια ολάκερη παιδική ηλικία ποτισμένη από τη μυρωδιά ενός σκοροκτόνου αγριολούλουδου. 

Η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού, μου θύμιζε έναν θείο μου – χάθηκε κι αυτός νωρίς, πριν προλάβουμε να ξαναβρεθούμε μετά τον άλλον χαμό μας, τον εν ζωή – που συνήθιζε, όταν ήμουν μικρή, να μου σαπουνίζει τα χεράκια μου μετά το παιγνίδι και πριν το φαγητό. Οπότε, το πράσινο σαπούνι τελικά μύριζε νοτισμένο χώμα, χέρια γεμάτα λάσπες, κι αντηχούσε ανήσυχες φωνές ενηλίκων – τι αγωνία και αυτή για έναν τόσο δα λεκέ στο παντελόνι! 

Η μυρωδιά του καμένου κοκκινιστού κρέατος, με έκανε να γελάω όπως τότε, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να μαγειρέψω για να περιποιηθώ έναν επίσης αποτυχημένο έρωτα πριν χρόνια. 

Η μυρωδιά των ξυδάτων ελιών και των παστών ψαριών αντηχεί στα αυτιά μου – από πού κι ως πού;! – τον ήχο του συρμού του μετρό της Νέας Υόρκης, όπως κυλούσε στις υπέργειες ράγες της ελληνικής συνοικίας, πάνω από το μικρό μπακαλικάκι με τα παραδοσιακά προϊόντα της μακρινής πατρίδας. 

Τα πατημένα αγριοραδίκια ανακατεμένα με το ρετσίνι των πεύκων σήμαιναν την πιο μεγάλη και βαθειά πληγή που κατάφερα στο γόνατό μου σε μια οικογενειακή εκδρομή στο βουνό, πριν σαράντα χρόνια – κι άραγε ήταν τόσο φοβερή εκείνη η πληγή ή ήταν τόσο δειλά κι άδολα τα παιδικά μου μάτια; 

Κι αν δε μου τύχαινε το αγαπημένο αναμνηστικό άρωμα, το αναζητούσα ή το προκαλούσα. Όπως πάντα τέτοια εποχή, που έσερνα το τραπεζάκι του καφενείου κάτω από τις ανθισμένες νεραντζιές της πλατείας. Πιστή στην κάθε νοσταλγία κι εμμονική με την πραγμάτωση δυο τριών αγαπημένων ποιημάτων, ήταν η επετειακή περίοδος του κατεξοχήν ανοιξιάτικου στίχου: «την άνοιξη, αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις»**. 

Κοντοστάθηκα λαχανιασμένη. Από την αχόρταγη εισπνοή των αρωμάτων των λευκών ανθών της νεραντζιάς, μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου, ή μπορεί και από τα αλλεπάλληλα κι απανωτά νοερά ταξίδια στις θύμισες. Πλησίαζα στο σπίτι, θα ακολουθούσε ολιγόωρη ξεκούραση κι έπειτα γραμμή για το τραπεζάκι μου στην πλατεία απέναντι από το καφενείο. 

Το μάτι μου πήρε στο βάθος του δρόμου την κυρία Φιλοθέη, γνωστή στη γειτονιά, αρχόντισσα από τις παλιές της πρωτεύουσας. Μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, ήσυχη και πάντα αριστοκρατική στις συμπεριφορές της, έως ότου κατέληγε – κατά τα κοινώς λεγόμενα – αντικοινωνική κι αυτό που λέμε «ψηλομύτα». Κουβαλούσε δυο σακούλες γεμάτες νεράντζια, εικόνα παράξενη για μια γυναίκα σαν του λόγου της, που το μόνο που καταδεχόταν να κουβαλήσει στα γερασμένα χέρια της ήταν το μικρούτσικο τσαντάκι με τα ψιλά για το παγκάρι της εκκλησίας. 

Έτρεξα να τη βοηθήσω καθώς προσπαθούσε να ανοίξει την αυλόπορτα του διώροφου σπιτιού της – ένα από εκείνα τα παλαιά πλουσιόσπιτα της πόλης, τα καλοδιατηρημένα με γούστο και σεβασμό προς την ηλικία τους, χωρίς κραυγαλέες εξωραϊστικές παρεμβάσεις εκμοντερνισμού. Μόνο και μόνο για τον τρόπο που συντηρούσε τα ντουβάρια του οίκου της, έτρεφα έναν θαυμασμό για αυτήν τη γυναίκα, έστω και εξ αποστάσεως, αφού κατά τα άλλα δεν είχα λόγους να τη συναναστραφώ περισσότερο. 

Της πήρα τις ασήκωτες στ’ αλήθεια σακούλες από τα χέρια κι εκείνη ξεκλείδωσε τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του κήπου. Προχώρησε αφήνοντας με – ή μήπως ζητώντας μου; - να την ακολουθήσω ως την κύρια είσοδο του σπιτιού. Δεύτερη μεγάλη πόρτα, ξύλινη αυτή τη φορά, υψωνόταν μπροστά μου. Ποιες να είναι άραγε οι απαρχές αυτής της κατεστημένης αναλογίας που συνδέει ευθέως το ύψος των θυρών ενός σπιτιού με το μέγεθος της κοινωνικής καταξίωσης των ενοίκων του; Στάθηκα ξοπίσω της ζαλισμένη ακόμα από τα αρώματα, που έφταναν πιο έντονα πλέον στα ρουθούνια μου, καθώς οι χοντρόφλουδοι καρποί τριβόντουσαν στοιβαγμένοι στις σακούλες που κρατούσα. 

Κι έμελλε το βράδυ εκείνο να μην πάω στο καφενείο, μα να χαρώ αλλιώς τις ευωδιές της νεραντζιάς, να μου συστηθεί η άνοιξη με μιαν άλλη μυρωδιά και να θυμηθώ μια ακόμη παιδική ανάμνηση αναστημένη από μια εμπειρία καινούρια μα τόσο λυτρωτικά αρμόζουσα. 

 

 

*Μικρό αγριολούλουδο με φύλλα που μοιάζουν με τα φύλλα του τριφυλλιού και κίτρινα λουλούδια σαν παχουλά μισοφέγγαρα – εξού και το όνομα προφανώς, ή καλύτερα το παρατσούκλι, αφού την επιστημονική ονομασία αυτής της πόας δεν έχω καταφέρει, παρά την ειλικρινή μου ροπή στη φιλομάθεια, να ανακαλύψω. Το χρησιμοποιούσαν σε ένα πεδινό χωριό της νότιας Ηπείρου, κι εκεί το γνώρισα εγώ, ως σκοροκτόνο και αρωματικό ρούχων σε μπαούλα και ντουλάπες. Στην πραγματικότητα, το άρωμά του ήταν εξαιρετικά βαρύ κι έντονο και μάλλον όχι και τόσο ευχάριστο. 

**Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον», εκδ. Ίκαρος (1998)