Κυριακή 25 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο πέμπτο


Η αφεντιά μου είχε εδώ και κάμποσες μέρες κηρύξει την έναρξη της περιόδου οινοποσίας στο τραπεζάκι της πλατείας, κάτω από τις νόστιμες – εκ του γλυκού νόστου και των γλυκών παρασκευασμάτων – νεραντζιές. Η ευωδία τους είχε αισθητά ατονήσει, τα λιγοστά γκριζοκίτρινα λουλουδάκια πάνω από το κεφάλι μου, καίτοι τσουρομαδημένα από τις παιχνιδιάρικες μπόρες των προηγούμενων ημερών, ανέδυαν μια γλυκερή μυρωδιά, χωρίς όμως τη σπιρτάδα των πρώτων ημερών ανθοφορίας. Τα πράσινα φύλλα των δέντρων λαμποκοπούσαν ξεπλυμένα κάτω από τα νυχτερινά φώτα της πόλης.

 Το ημερολόγιο έδειχνε Σάββατο του Λαζάρου. Κι εγώ άλλον τρόπο δεν είχα να ξεχωρίζω πια τις εορτές, εκτός από την καθημερινή φευγαλέα ματιά στον ημεροδείκτη. Κάποτε ήταν οι σχολικές διακοπές, οι οικογενειακές επισκέψεις στο χωριό, η λαμπάδα της νονάς, τα πασχαλινά κουλούρια με αμμωνία της γιαγιάς. Τώρα ήταν οι νηστίσιμοι μεζέδες του κυρ-Αναστάση. Για τη χάρη μερικών πελατών και «για το καλό», μέρες που ήταν, νηστεύαμε όλοι κάθε βράδυ. Γεγονός καθόλου στενάχωρο για εμένα, μάλλον αδιάφορο θα έλεγα, αφού έτσι κάναμε όλοι τη δουλειά μας ανενόχλητοι. Οι νηστεύοντες διασκέδαζαν αναμάρτητοι, ο κυρ-Αναστάσης διατηρούσε σταθερά τα έσοδά του και άκαμπτη τη συμπάθεια των γυναικών της γειτονιάς που του εμπιστεύονταν κάθε βράδυ τους συζύγους τους, κι εγώ δε σύχναζα στο καφενείο για τον άρτον, αλλά για τον οίνον.

 Στο βάθος του δρόμου πρόβαλε η κυρά-Βάγια, πιθανότατα προερχόμενη από τον εσπερινό στους Αγίους Θεοδώρους. Το συμπέρασμα αυτό το εξήγαγα αυθαίρετα – αν και το ντύσιμό της για κάτι τέτοιο προϊδέαζε, αλλά θα μπορούσε επίσης να βρισκόταν σε κάποια επίσκεψη – μα μετά βεβαιότητος, αναλογιζόμενη τις συνήθειες και τη νοοτροπία της καθ’ όλα συμπαθέστατης γειτόνισσάς μου. Ζούσε μόνη, ένα στενό πιο κάτω από το σπίτι μου. Ήταν γυναίκα ήσυχη, πάντα γλυκομίλητη, αφοσιωμένη στις φιλανθρωπίες και πάντα μόνη. Ούτε σύζυγος υπήρχε, ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε παιδιά, ούτε άλλοι συγγενείς. Τα κατάφερνε στα ογδόντα της μια χαρά.

 Στάθηκε για μια στιγμή και με καλησπέρισε χαμογελαστή, σταυρώνοντας τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Το επίσημο ρούχο της ήταν καλοσιδερωμένο, μα με ορατά τα σημάδια του πολυκαιρισμένου. Ένα φόρεμα σκούρο μπλε με μικροσκοπικά λευκά λουλούδια, λίγο φθαρμένο στον ποδόγυρο, λίγο ξεθωριασμένο εδώ κι εκεί και μεταποιημένο με τσονταρισμένα δυο τσίτια – σκούρα μπλε κι αυτά, αλλά εμφανώς πιο «φρέσκα» - στη μέση, για να χωρέσει το γερασμένο της κορμί. Το βλέμμα της ήταν όπως πάντα, υπερήφανο, καλοσυνάτο, και αδιατάρακτα γαλήνιο. Η όψη της ήρεμη, αρχοντική, η όψη ενός ανθρώπου που είχε ανακαλύψει και χαιρόταν τη δική του αλήθεια, μέσα από την πολύωρη κατανυκτική προσευχή, από την καθημερινή αναγνώριση των σημαδιών της Θείας Πρόνοιας της φυλάττουσας την υγεία του. Ή – αν μπορώ να πω τη γνώμη μου – η όψη ενός ανθρώπου καταπονημένου από την ορθοστασία στο στασίδι και την εισπνοή ικανής ποσότητας μυρωδάτου θυμιάματος.

 Δεν είναι δουλειά κανενός να κρίνει τις θρησκευτικές επιλογές κανενός, ούτε θα υπερθεματίσω τις αλαζονικές κι εξίσου ουτοπικές υπερβολές των άθεων. Ο άνθρωπος καταφεύγει στον Θεό για αμέτρητους λόγους. Κάποιοι είναι προφανείς και κοινοί: για παρηγοριά ή από αδυναμία, από συνήθεια ή από διδαχή, κι όλοι στο τέλος τέλος για να γλιτώσουν από τον εαυτό τους. Ίσως είναι η υπόσχεση της συγχώρεσης που ελκύει και γοητεύει, και πέραν τούτου άλλα επιχειρήματα δεν έχω για να σας πείσω, αφού αν δεν έχει κάποιος νιώσει κατατρεγμένος από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί τόσοι και τόσοι προστρέχουν στον Θεό. Και εν πάση περιπτώσει – ας κλείσω με αυτό – μιας και το έφερε η κουβέντα περί εορτασμών και νηστειών και κομψών ενδυμασιών και πνευματικής εκκλησιάζουσας νιρβάνας: «υμείς κατά την σάρκαν κρίνετε, εγώ ου κρίνω ουδένα»*

 Καλησπέρισα κι εγώ τη γλυκύτατη ογδοντάχρονη και της ευχήθηκα «χρόνια πολλά» και «βοήθειά της», ακολουθώντας με τη σειρά μου τις διδαχές που είχα λάβει από τα μικράτα μου, να αντεύχομαι με σεβασμό τα αυτονόητα και άσκοπα χιλιοειπωμένα στους θεοσεβούμενους ηλικιωμένους. Πάνω στην ώρα έφτασε ο Σαϊμίρ για να με σερβίρει κι εγώ, παρακινούμενη από μια αναπάντεχη κι ανεξήγητη κοινωνικότητα, προσκάλεσα την κυρά-Βάγια να καθίσει μαζί μου, να πιούμε για τα προεόρτια της ονομαστικής της γιορτής. Εκείνη δέχτηκε με χαρά κι έκπληξη. Ήταν άλλωστε γνωστή η πεισματώδης απομάκρυνσή μου από τα εγκόσμια της γειτονιάς. Η κυρά-Βάγια, φαίνεται, ήταν απλώς ο καταδεκτικός εαυτός της. Ή ίσως έκατσε δίπλα μου παρακινούμενη από την ευγενή φιλεύσπλαχνη φύση της, ή ακόμα ακόμα μπορεί να διαισθάνθηκε – υπό το βάρος της έμπειρης ηλικίας της – ότι ήθελα κάποιον – όχι για να συζητήσω! Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου! – να μου μιλήσει. Κι η κυρά-Βάγια στην ηλικία της ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος. Οι διανύοντες τα τελευταία χρόνια της ζωής τους συνηθίζουν να μιλούν πολύ, είτε εξαιτίας της μοναξιάς, είτε εξαιτίας της έλλειψης πρόθυμων ακροατών. Ο Σαϊμίρ απομακρύνθηκε καμαρώνοντάς με, με ένα κάπως τρυφερό και ειρωνικό μειδίαμα.

 Πράγματι, οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν, αφού η κυρά-Βάγια ξεκίνησε με απλοϊκή φυσικότητα την κουβέντα, την οποία πολύ σύντομα και χωρίς καμία δική μου παρέμβαση, οδήγησε στον απολογισμό της ζωής της. Αυτά κάνει πάντα ο άπλετος ελεύθερος χρόνος σε κάθε ηλικία, πολύ περισσότερο στην προχωρημένη ηλικία, αναλώνεται σε απολογισμούς. Ο απολογισμός ενός νέου, όμως, γρήγορα μετατρέπεται σε υπολογισμό, αφού ο νεανικός νους σπάνια επαναπαύεται στα κεκτημένα και διαρκώς αναζητά τρόπους για τα περισσότερα, ίσως και για τα ανέφικτα. Το συμπέρασμά μου ακούγεται μάλλον γενικευμένο, γι’ αυτό και θα το περιορίσω διευκρινίζοντας ότι μιλάω πάντα για τους νέους εκείνους που η έλλειψη ικανοποίησης και ο προικισμένος νους, τους ωθούν σε κάθε βήμα να αναλογίζονται τι έπραξαν και τι ακόμα επιθυμούν να επιτύχουν.

 Ο απολογισμός της κυρά-Βάγιας ήταν η εξομολόγηση της δυστυχίας της. Μια εξομολόγηση, όμως, που διόλου δε μου προξένησε τον οίκτο, συναίσθημα που ούτως ή άλλως απεχθάνομαι αφού προϋποθέτει την αλαζονεία και την έπαρση του οικτίροντος. Ποιος είναι αλήθεια τόσο πολύ καλύτερος και από ποιον για να τον οικτίρει; Το μειλίχιο βλέμμα της, η σχεδόν ψιθυριστή και σταθερή φωνή της, προσέδιδαν στη γυναίκα αυτή αξιοπρέπεια. Όσο προχωρούσε την εξιστόρησή της, τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμουν το λόγο που δέχτηκε να μου κάνει παρέα. Ήμουν η θεόσταλτη ευκαιρία της να ζήσει για λίγο εκτός του συμβατικού τρόπου που είχε επιλέξει, να κάνει για ένα βράδυ κάτι διαφορετικό – για να το πω πιο απλά. Κάποτε, στη δύση της ζωής του, ο άνθρωπος αποφασίζει έστω και για μια στιγμή, για δυο ώρες ας πούμε, να περιφρονήσει τις συμβάσεις, επειδή δεν τον απασχολεί πια το αύριο. Ούτε να κερδίσει έχει, ούτε να χάσει τίποτε μπροστά στο θάνατο που τον περιμένει. Η ζωή έχει πλέον ξεδιπλώσει μπροστά στα μάτια και πάνω στις πλάτες των γερόντων όλη της τη ματαιότητα: οτιδήποτε μας δόθηκε ή το κατακτήσαμε μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί. Η ζωή υπακούει, εν πολλοίς, στο τυχαίο, στο απρόβλεπτο. Γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει σεμνός.

 Το μυαλό μου φωτίστηκε ξαφνικά, ακούγοντας την κυρά-Βάγια να μιλάει, και σα να ξύπνησα από το λήθαργο των συλλογισμών μου. Συνειδητοποίησα ότι αυτή ακριβώς η λέξη, αυτή η έννοια ήταν που με γοήτευε σε αυτήν τη γυναίκα: η σεμνότητά της. Η αληθινή, πηγαία κι ειλικρινής σεμνότητα. Κι αυτή της η σεμνότητα καλλιεργήθηκε με τα χρόνια όταν ένιωσε με κάθε δυνατό τρόπο αυτό ακριβώς: ότι όπως η ζωή είναι παροδική, έτσι είναι κι όλα όσα τη διανθίζουν, ο πλούτος, η δύναμη, ο έρωτας.

 Το σπινθηροβόλημα της μνήμης έλαμπε τώρα στα μάτια της κι αντιφέγγιζε στα δικά μου, καθώς μου μιλούσε για την οικονομική καταστροφή του πατέρα της και την παρελκόμενη ερωτική καταστροφή της ίδιας. Δεν σκοπεύω να σας κουράσω με τη συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος για τις κοινωνικοερωτικές ατυχίες των δεσποινίδων εκείνης της εποχής. Θα πω μόνο αυτό. Η κυρά-Βάγια ονειρεύτηκε έναν έρωτα αμόλυντο, καθαγιασμένο κι αγνό εξαιτίας της ίδιας του της φύσης κι όχι εξαιτίας των χριστιανικών κι εκκλησιαστικών δεσμών του. Μια ένωση που θα της χάριζε την εν ζωή αιωνιότητα, κι όχι την άλλη, την αμφιλεγόμενη, τη μετά θάνατον. Έναν έρωτα που θα την απελευθέρωνε από τη δειλία, που θα την εξαΰλωνε και θα την έκανε καλύτερη από αυτό που ήταν. Κι αφού δεν της επετράπη να ζήσει το απόλυτο, αυτό που μόλις λίγο πρόλαβε να γευτεί – πιότερο σε μια ονείρωξη, σε μερικά βλέμματα και σε δυο πλατωνικές συναντήσεις, αφού τα ήθη της εποχής μέχρι εκεί επέτρεπαν – αποφάσισε να μείνει ανύμφευτη.

 Οι λιγοστές ερωτήσεις μου, που ακολούθησαν το τέλος της ιστορίας της, ήταν πιο πολύ ένας τρόπος να κρύψω τη βαθειά μου συγκίνηση, να της δείξω πόσο πολύ νιώθω το πέτρινο κορμί της το στερημένο από χάδια. Ένας δειλός τρόπος να της εκμυστηρευθώ μια δικιά μου ιστορία. Τη ρώτησα πώς και δεν έτυχε να ερωτευθεί ξανά – ανόητη ερώτηση! Μου απάντησε, με αμεσότητα και πυγμή εικοσάχρονης, πως ο έρωτας είναι ένας και συμβαίνει μια φορά, δεν υπάρχει «ξανά», επειδή μετά από αυτήν τη μία φορά είναι ένα αίσθημα άχρηστο στους νεκροζώντανους.

 Οι μνήμες της με τάραξαν, και πώς αλλιώς άλλωστε, αφού καμιά διήγηση δεν είναι ικανή να μας συγκινήσει αν δεν περιγράφει αυτό που ήδη γνωρίζουμε. Εκείνη το κατάλαβε, με κοίταξε με συνωμοτική συμπάθεια και σηκώθηκε να φύγει. «Δύστυχη…» ψιθύρισε, και δεν ήξερα αν αναφερόταν στον εαυτό της ή σε εμένα. Κι έπειτα, στρέφοντας το βλέμμα της στον ουρανό πρόσθεσε: «Αυτός όλα σοφά τα εποίησε, ακόμα και τα λάθη της μοίρας των ανθρώπων.»**

 Ιδού, η ανύμφευτη απερχόταν.

 Έμεινα και πάλι μόνη με το κεφάλι σκυμμένο μουρμουρίζοντας.

«Κυρά-Βάγια, τέτοιοι έρωτες δε φτουράνε, δεν τους σηκώνει η γη. Είναι προγαμιαία συμβόλαια του άφρονα νου. Τέτοιοι έρωτες είναι για να σε τρώνε.»

 ----------

*Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο Η’ (8): 15

**Νικήτας Μ. Παπακώστας, «Καληνύχτα καλούδια μου», εκδ. Δώμα (2018)

 

Πηγή έμπνευσης:

«Κυριακή των Βαΐων», στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου, μουσική: Διάφανα Κρίνα, CD: «Κάτι σαράβαλες καρδιές» (Wipe Out records, 1998)

 Σαν μια βροχή από στάχτες σε μια οπάλινη θάλασσα

κύλησα στη ζωή σου κι έτσι όλα τα χάλασα.

Έτσι απόμεινε εδώ ένας πέτρινος γίγαντας

ένα ολέθριο τίποτα κεντημένο απ’ τα’ άστρα.

Πόσο ακόμα θα υπάρχω στις ρακένδυτες μνήμες σου;

Πόσο ακόμα θα ψάχνω αιμοραγώντας με στίχους

την ανάσα απ’ το γέλιο σου, τους τριγμούς απ’ τα βήματα,

της αγάπης το τρέμουλο στους σπασμούς της φωνής σου;

Τόσα χρόνια σπατάλησα να προσμένω τον ίσκιο σου.

Ένα χέρι ζεστό ας μου κλείσει τα μάτια.

Ξεψυχάω ανήμπορος μακριά απ’ τα χάδια σου.

Στη ζωή μου πια δύουνε πεθαμένα φεγγάρια.

Κυριακή των Βαΐων ανοιξιάτικο βράδυ.

Σου στέλνω για τη γιορτή σου

καρτ-ποστάλ απ’ τον Άδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου