Κυριακή 4 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δωδέκατο



Διανύαμε την ευλογημένη ολιγοήμερη εποχή των νεραντζιών. Αυτό το δεκαήμερο – ή μήπως ήταν λιγότερο; - που οι νεραντζιές της πόλης άνθιζαν μηνύοντας τον ερχομό της  άνοιξης και δικαίωναν την ύπαρξή τους. Μέρες μετρημένες στα δάχτυλα, από τη στιγμή που έσκαγαν τα μπουμπούκια απελευθερώνοντας τα πρώτα και πιο έντονα αρώματα των μικροσκοπικών λουλουδιών. Λίγες μέρες, που αρκούσαν για να ξεπλύνουν αυτά  τα άχαρα δέντρα από πάνω τους όλη την αδιαφορία – παραλίγο να λαθέψω γράφοντας «ασχήμια» - και την αχρηστία ενός ολόκληρου χρόνου. 

Ένας φίλος, παλιά, αναφερόταν στις νεραντζιές λέγοντας «τα δέντρα του πεζοδρομίου», κοιτάζοντας με αηδία κι απαυδημό τους λιωμένους πορτοκαλί καρπούς στις άκρες του δρόμου. Κι ήταν η φράση του αυτή κυριολεκτική, αφού ήταν όντως τα δέντρα τα φυτεμένα στα πεζοδρόμια, μα έκρυβε και την παλιά κοινωνική περιφρόνηση για τις εργαζόμενες γυναίκες στα πεζοδρόμια και τα καθέκαστα. Αναλογιζόμουν τώρα πόσες διχόνοιες αυτά τα δέντρα μεγαλώνοντας έσπειραν στους κατοίκους της πόλης. Οι ποδοπατημένοι καρποί τους είναι αιτία εκνευρισμού κι αφορμή συζητήσεων για την αντικατάστασή τους από άλλα δέντρα, λιγότερο «ρυπογόνα». Πόσο αστείες μου φαίνονταν τώρα δα όλες αυτές οι έριδες, όταν το βαθύ, λαμπερό πράσινο φύλλωμα των νεραντζιών της γειτονιάς μου, το στολισμένο με διάσπαρτα λευκά μπουκετάκια, σήμαινε το τέλος του χειμώνα, όταν ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να αναδύει νότες νερολί. 

 Όπως κι αν ήταν, είχε έρθει και πάλι η εποχή που οι νεραντζιές ήταν οι κυρίαρχοι της πόλης, εξαιτίας αυτής της χιλιοειπωμένης ευωδιάς των λουλουδιών τους. Μιας ευωδιάς, που αυτή μόνο μπορούσε να σημάνει τον ερχομό της άνοιξης στην πρωτεύουσα. Μιας ευωδιάς ανώτερης κι από αυτήν των πορτοκαλανθών, σκεφτόμουν ενθυμούμενη τις πασχαλινές διακοπές στο χωριό μου, το γεμάτο πορτοκαλεώνες, όταν ήμουν παιδί. Κι από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, σε νηπιακή ηλικία, με θυμάμαι να μυρίζω ακριβώς την Ανάσταση και την άνοιξη στα πορτοκαλάνθη. Συγκρίνοντας, λοιπόν, τώρα τα αρώματα αυτών των δύο πρωτοξάδελφων δέντρων, ήμουν βέβαιη ότι εντονότερα ευωδίαζαν τα νεραντζολούλουδα των αστικών, βρωμερών πεζοδρομίων, κι όχι τα δίδυμά τους ανθάκια στα καλοκλαδεμένα δέντρα των φρεσκοσκάμμενων κι αφράτων χωραφιών της επαρχίας. 

Επέστρεφα από τη δουλειά, αργά ένα τέτοιο πρωτανοιξιάτικο απόγευμα, και σε κάθε βήμα σχεδόν σταματούσα κι ανάσαινα βαθειά – να φτάσει ως τα μύχια των παιδικών μου αναμνήσεων – το άρωμα των πρωτευουσιάνικων αυτών εσπεριδοειδών. 

Δεν ήταν ποτέ, για εμένα, η μνήμη που με συγκινούσε. Πιο πολύ ήταν η αίσθηση της ανάμνησης, ούτε καν η ίδια η ανάμνηση. Κι η μεγαλύτερη δύναμη, που ανάσταινε την κάθε μου γλυκιά ή πικρή ανάμνηση, ήταν αυτή μιας κάποιας μυρωδιάς. Ολόκληρη περασμένη ζωή μπορούσε να αναστηλωθεί από τα ερείπιά της, όταν η μύτη μου αισθανόταν το άρωμα ενός λουλουδιού, ή ενός γλυκού, ή ενός ρούχου. Και τόσο, φαίνεται, είχε εξοικειωθεί η όσφρησή μου κι είχε εξασκηθεί ο νους μου, κι είχε ζήσει τόσες ζωές το κορμί μου, που μου συνέβαινε συχνά να χαρακτηρίζονται μέσα μου τοποθεσίες ολόκληρες ως μοναδικές όχι εξαιτίας αυτής καθαυτής της ιδιαιτερότητάς τους, αλλά εξαιτίας των αρωμάτων τους. Αρώματα που σε πολλούς περνούσαν απαρατήρητα, ή είχαν γίνει συν τω χρόνω αδιάφορα, για εμένα σήμαιναν έναν άνθρωπό μου από τα παλιά, ένα παιχνίδι παιδικό, μια εκδρομή, ένα χάδι, ένα δάκρυ, ένα γέλιο, μια ολόκληρη ιστορία τέλος πάντων. Και τελικά, στο χωνευτήρι του χρόνου και του μνημονικού μου, κάθε μυρωδιά κατέληγε να είναι κάτι εντελώς άσχετο κι ασύνδετο ως προς την αρχική πηγή εξάπλωσής της. 

Για παράδειγμα, η μυρωδιά από το «νυχάκι»* ξαναζωντάνευε την από πάντα μαυροφορεμένη και τώρα πια συχωρεμένη γιαγιά μου και συνονόματή μου. Ολόκληρο το σπίτι μύριζε από αυτό το μικροσκοπικό λουλουδάκι, τόσο που το άρωμα αυτό είχε πάψει πια να είναι για εμένα άρωμα φυτού κι ήταν η ίδια η μαύρη μαντίλα στο κεφάλι της γιαγιάς, τα κατάλευκα μαλλιά της πλεγμένα, κι αυτά από πάντα, σε δυο πλεξούδες που έφταναν ως τη μέση της – αργότερα και προς τα τελευταία της, τις μάζευε κι αυτές και τις έκρυβε μέσα στη μαύρη μαντίλα, τι βάρος, τι πόνο και πόσα απολειφάδια νιότης έκρυβε από κάτω αυτό το κομμάτι πανί στο κεφαλάκι της! Ήταν τα ξεθωριασμένα πάλαι ποτέ λουλουδάτα σεντόνια του κρεβατιού της, το κομοδινάκι της με τις κιτρινισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το θαμπό ποτήρι με το νερό και τα αμέτρητα φάρμακα ακουμπισμένα επάνω. Μια ολάκερη παιδική ηλικία ποτισμένη από τη μυρωδιά ενός σκοροκτόνου αγριολούλουδου. 

Η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού, μου θύμιζε έναν θείο μου – χάθηκε κι αυτός νωρίς, πριν προλάβουμε να ξαναβρεθούμε μετά τον άλλον χαμό μας, τον εν ζωή – που συνήθιζε, όταν ήμουν μικρή, να μου σαπουνίζει τα χεράκια μου μετά το παιγνίδι και πριν το φαγητό. Οπότε, το πράσινο σαπούνι τελικά μύριζε νοτισμένο χώμα, χέρια γεμάτα λάσπες, κι αντηχούσε ανήσυχες φωνές ενηλίκων – τι αγωνία και αυτή για έναν τόσο δα λεκέ στο παντελόνι! 

Η μυρωδιά του καμένου κοκκινιστού κρέατος, με έκανε να γελάω όπως τότε, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να μαγειρέψω για να περιποιηθώ έναν επίσης αποτυχημένο έρωτα πριν χρόνια. 

Η μυρωδιά των ξυδάτων ελιών και των παστών ψαριών αντηχεί στα αυτιά μου – από πού κι ως πού;! – τον ήχο του συρμού του μετρό της Νέας Υόρκης, όπως κυλούσε στις υπέργειες ράγες της ελληνικής συνοικίας, πάνω από το μικρό μπακαλικάκι με τα παραδοσιακά προϊόντα της μακρινής πατρίδας. 

Τα πατημένα αγριοραδίκια ανακατεμένα με το ρετσίνι των πεύκων σήμαιναν την πιο μεγάλη και βαθειά πληγή που κατάφερα στο γόνατό μου σε μια οικογενειακή εκδρομή στο βουνό, πριν σαράντα χρόνια – κι άραγε ήταν τόσο φοβερή εκείνη η πληγή ή ήταν τόσο δειλά κι άδολα τα παιδικά μου μάτια; 

Κι αν δε μου τύχαινε το αγαπημένο αναμνηστικό άρωμα, το αναζητούσα ή το προκαλούσα. Όπως πάντα τέτοια εποχή, που έσερνα το τραπεζάκι του καφενείου κάτω από τις ανθισμένες νεραντζιές της πλατείας. Πιστή στην κάθε νοσταλγία κι εμμονική με την πραγμάτωση δυο τριών αγαπημένων ποιημάτων, ήταν η επετειακή περίοδος του κατεξοχήν ανοιξιάτικου στίχου: «την άνοιξη, αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις»**. 

Κοντοστάθηκα λαχανιασμένη. Από την αχόρταγη εισπνοή των αρωμάτων των λευκών ανθών της νεραντζιάς, μισό μέτρο πάνω από το κεφάλι μου, ή μπορεί και από τα αλλεπάλληλα κι απανωτά νοερά ταξίδια στις θύμισες. Πλησίαζα στο σπίτι, θα ακολουθούσε ολιγόωρη ξεκούραση κι έπειτα γραμμή για το τραπεζάκι μου στην πλατεία απέναντι από το καφενείο. 

Το μάτι μου πήρε στο βάθος του δρόμου την κυρία Φιλοθέη, γνωστή στη γειτονιά, αρχόντισσα από τις παλιές της πρωτεύουσας. Μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, ήσυχη και πάντα αριστοκρατική στις συμπεριφορές της, έως ότου κατέληγε – κατά τα κοινώς λεγόμενα – αντικοινωνική κι αυτό που λέμε «ψηλομύτα». Κουβαλούσε δυο σακούλες γεμάτες νεράντζια, εικόνα παράξενη για μια γυναίκα σαν του λόγου της, που το μόνο που καταδεχόταν να κουβαλήσει στα γερασμένα χέρια της ήταν το μικρούτσικο τσαντάκι με τα ψιλά για το παγκάρι της εκκλησίας. 

Έτρεξα να τη βοηθήσω καθώς προσπαθούσε να ανοίξει την αυλόπορτα του διώροφου σπιτιού της – ένα από εκείνα τα παλαιά πλουσιόσπιτα της πόλης, τα καλοδιατηρημένα με γούστο και σεβασμό προς την ηλικία τους, χωρίς κραυγαλέες εξωραϊστικές παρεμβάσεις εκμοντερνισμού. Μόνο και μόνο για τον τρόπο που συντηρούσε τα ντουβάρια του οίκου της, έτρεφα έναν θαυμασμό για αυτήν τη γυναίκα, έστω και εξ αποστάσεως, αφού κατά τα άλλα δεν είχα λόγους να τη συναναστραφώ περισσότερο. 

Της πήρα τις ασήκωτες στ’ αλήθεια σακούλες από τα χέρια κι εκείνη ξεκλείδωσε τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του κήπου. Προχώρησε αφήνοντας με – ή μήπως ζητώντας μου; - να την ακολουθήσω ως την κύρια είσοδο του σπιτιού. Δεύτερη μεγάλη πόρτα, ξύλινη αυτή τη φορά, υψωνόταν μπροστά μου. Ποιες να είναι άραγε οι απαρχές αυτής της κατεστημένης αναλογίας που συνδέει ευθέως το ύψος των θυρών ενός σπιτιού με το μέγεθος της κοινωνικής καταξίωσης των ενοίκων του; Στάθηκα ξοπίσω της ζαλισμένη ακόμα από τα αρώματα, που έφταναν πιο έντονα πλέον στα ρουθούνια μου, καθώς οι χοντρόφλουδοι καρποί τριβόντουσαν στοιβαγμένοι στις σακούλες που κρατούσα. 

Κι έμελλε το βράδυ εκείνο να μην πάω στο καφενείο, μα να χαρώ αλλιώς τις ευωδιές της νεραντζιάς, να μου συστηθεί η άνοιξη με μιαν άλλη μυρωδιά και να θυμηθώ μια ακόμη παιδική ανάμνηση αναστημένη από μια εμπειρία καινούρια μα τόσο λυτρωτικά αρμόζουσα. 

 

 

*Μικρό αγριολούλουδο με φύλλα που μοιάζουν με τα φύλλα του τριφυλλιού και κίτρινα λουλούδια σαν παχουλά μισοφέγγαρα – εξού και το όνομα προφανώς, ή καλύτερα το παρατσούκλι, αφού την επιστημονική ονομασία αυτής της πόας δεν έχω καταφέρει, παρά την ειλικρινή μου ροπή στη φιλομάθεια, να ανακαλύψω. Το χρησιμοποιούσαν σε ένα πεδινό χωριό της νότιας Ηπείρου, κι εκεί το γνώρισα εγώ, ως σκοροκτόνο και αρωματικό ρούχων σε μπαούλα και ντουλάπες. Στην πραγματικότητα, το άρωμά του ήταν εξαιρετικά βαρύ κι έντονο και μάλλον όχι και τόσο ευχάριστο. 

**Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον», εκδ. Ίκαρος (1998)

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου