Κυριακή 18 Απριλίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο τέταρτο


Η ατμόσφαιρα στο καφενείο θα έπρεπε να είναι πανηγυρική σήμερα το βράδυ, αρχές της άνοιξης. Μιας άνοιξης, που κι αυτή θα έπρεπε να είναι αλλιώς, μα που δεν έλεγε να ξεκαθαρίσει τον ερχομό της, αφού εκτός από τις ανθισμένες νεραντζιές, το κρύο καλά κρατούσε. Ο κυρ-Αναστάσης εξακολουθούσε να ανάβει την ξυλόσομπα κι ο Σαϊμίρ σέρβιρε ακόμα κονιάκ και ζεστά ρακόμελα. 

Θα έπρεπε, λοιπόν, ένα τέτοιο βράδυ – όπως κάθε τέτοιο βράδυ, τέτοια εποχή, κάθε χρόνο – να «γιορτάζουμε» την επιστροφή του Θοδωρή από τα βουνά. Ο Θοδωρής ήταν ο θερινός μας γείτονας και συνδαιτυμόνας. Επέστρεφε στη μικρή μας συνοικία και στην ακόμα πιο μικρή μας παρέα Μάρτη μήνα, κι έφευγε πάλι τέλη Αυγούστου, όταν δηλαδή ξεκινούσε η περίοδος του κυνηγιού. Ο Θοδωρής ήταν κυνηγός. Επάγγελμα αποκρουστικό σ’ εμένα, αλλά δε μου έπεφτε λόγος, ούτε κι εκείνου βέβαια του έπεφτε λόγος για τη δικιά μου αποστροφή. Τον έκανα χάζι τα πρώτα βράδια της επανόδου του, καθώς περιέγραφε τις περιπέτειές του στα δάση της Πίνδου με τρόπο τόσο παραστατικό, που κατέληγε να γίνεται ο γελωτοποιός της ταπεινής κι αβασίλευτης αυλής του καφενείου για καμιά βδομάδα. 

Μου άρεσε ο Θοδωρής – καίτοι απεχθής και βάρβαρος κυνηγός. Ο τρόπος που τα έλεγε, οι χειρονομίες που συνόδευαν κάθε του διήγηση για τα κρύα και τα χιόνια της Πίνδου, για τους φοβερούς κεραυνούς που έκαναν την ανθρώπινη ψυχή να ριγά μπρος στο θαύμα του Θεού – ή στη δύναμη της Φύσης – είχαν όλα τους μια ευπρέπεια τέτοια, που ακόμα κι αν προκαλούσαν το γέλιο, ουδεμία σχέση είχαν με τη γελοιότητα. Ο ίδιος, μάλιστα, φρόντιζε πάντα να είναι προσεκτικός στις εξιστορήσεις του και σεβόμενος τα αθώα θύματά του, απέφευγε, με αφηγηματικό ταλέντο μυθιστοριογράφου, να περιγράφει τις στιγμές των θανατικών. 

Θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω ως κι ιδιοφυή, εξαιτίας της μαεστρίας του στα λόγια. Μιλούσε για ώρες περιγράφοντας τη ζωή του τους τελευταίους μήνες, χωρίς να λέει τίποτε για το τι πραγματικά έκανε τόσους μήνες, τίποτε για το σκοπό της απουσίας του. Μου θύμιζε η ικανότητά του αυτή μια φράση του Ρουσσό, που κάπου κάποτε είχα διαβάσει* και την οποία – συγχωρήστε με – αλλά θα προσπαθήσω να αποδώσω σε δική μου ελεύθερη μετάφραση, κι έχοντας πάντα στο μυαλό μου ότι μιλάω για κι εμπνέομαι από  τον λαοπλάνο ρήτορα Θοδωρή: είχε την ικανότητα να φλυαρεί σαγηνευτικά εξηγώντας όλα τα ανύπαρκτα, ενώ στην πραγματικότητα έκλεινε τα μάτια του – και το στόμα του – στο πιο υπαρκτό, στην ασχήμια του επαγγέλματός του. Και δεν ήταν δα ότι δε δεχόταν πιέσεις για να περιγράψει με λεπτομέρειες τα φρικτά φονικά που έλαβαν χώρα στις πλαγιές των βουνών. Το αιμοδιψές κοινό του λαχταρούσε να ακούσει την κορύφωση της δράσης, να χειροκροτήσει τον ήρωά του επί τη ευκαιρία του φρικαλέου έργου του. Εκείνος όμως πάντα έβρισκε τις δέουσες λέξεις και ξέφευγε από τον κλοιό τους, με φράσεις όπως: «Δεν είμαι εδώ για να σας πω αυτά που ξέρετε, είμαι εδώ για να σας πω αυτά που αν δεν περάσετε πέντε μήνες στην Πίνδο, ούτε να τα φανταστείτε δεν μπορείτε.» 

Μου άρεσε ο Θοδωρής. Για να είμαι ακριβής και ειλικρινής, τον αντιπαθούσα και τον θαύμαζα. Απέφευγα να συμμετέχω με ερωτήσεις στις συζητήσεις που ακολουθούσαν την κάθε του περιπετειώδη αφήγηση. Δεν καταδεχόμουν να γίνω βούτυρο στο ψωμί του ξιπασμένου ασώτου, που όμως δεν ήταν καθόλου ξιπασμένος. Τα χάχανα και το ενδιαφέρον των υπολοίπων τον έκαναν να μοιάζει τέτοιος. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, η ομήγυρη κρεμόταν από τα χείλη του Θοδωρή, τα γουρλωμένα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω του κι εκείνος δεν προλάβαινε να τους ευχαριστεί για τα κεράσματα. Καθόταν πάντα στη γωνία απέναντί μου, για καμιά ώρα κάθε βράδυ, ποτέ για περισσότερο. Μιλούσε χαμηλόφωνα και πολύ – με την μπάσα αργόσυρτη φωνή του – ίσως για να κάνει ακόμα πιο παραστατικές τις περιγραφές του από τα άγρια δάση της Βόρειας Ελλάδας, ίσως απλά για να εξαναγκάσει τους ακροατές του να κάνουν ησυχία. Σαν δάσκαλος που προσπαθεί δια λόγου να κατευνάσει τα υπερκινητικά νήπια χωρίς να χρειαστεί να φωνάξει. 

Οι αγαπημένες μου αφηγήσεις, ήταν εκείνες της αναμονής, οι ώρες που περνούσε κρυμμένος στο καρτέρι του. Στις λέξεις του ζωντάνευε η σιωπή του δάσους μέσα από ήχους μυστηριώδεις, μπορεί κι ανύπαρκτους στην πραγματικότητα. Σα να σηκώνονταν τα δέντρα αξημέρωτα και νυχοπατώντας να συνέθεταν με θροΐσματα και τριξίματα – ή μήπως ήταν ψίθυροι; - την ακινησία σε χιλιάδες ακαθόριστες κι αγνώστου προελεύσεως κινήσεις. Μέσα από την κάθε του λέξη, μέσα από αυτό το απαλό χάδι του χεριού του στα γκρίζα γένια του καθώς μιλούσε, εγώ αντιλαμβανόμουν το βουβό ήχο της σιωπής, της κάθε κι απανταχού σιωπής. Αντιλαμβανόμουν την αγωνιώδη αγρύπνια της καρτερίας του στο καρτέρι, την παράδοσή του στην αναπόφευκτη αναμονή, την αφύσικη και συγχρόνως φυσική – γιατί πώς αλλιώς, δεδομένων των συνθηκών; - κατάλυση της αλήθειας κι επικράτηση της φαντασίας. Κρυμμένος σε έναν υγρό και σκοτεινό λαβύρινθο από κλαδιά και κορμούς και χαμένος σε έναν πνευματικό λαβύρινθο για ώρες, έβλεπα τον Θοδωρή να βυθίζεται σε ένα στρόβιλο του νου, παρασυρμένος από μαγευτικές κι εφιαλτικές μεταμορφώσεις της ακινησίας και της θανάσιμης ησυχίας. 

Ναι, μου άρεσε ο Θοδωρής, κι ας τον αντιπαθούσα τόσο. Μου άρεσε, γιατί όταν βρισκόταν μέσα στο δάσος έπαυε να είναι άνθρωπος. Γινόταν πουλί και δέντρο κι άγριο ζώο ανήμερο κι ευάλωτο. Γινόταν πέτρα με αισθήσεις τόσο οξυμένες, που άκουγε την κάθε ησυχία κι έβλεπε τον κάθε ίσκιο μέσα στο σκοτάδι. Σχεδόν άκουγα την ανάσα του, που ακόμα κι αυτή την κατάπινε για να μην ακουστεί. Ένιωθα το κορμί του, που μουδιασμένο και μαγκωμένο από την πολύωρη ακινησία, δεν ένιωθε πλέον τίποτα. Τον έβλεπα κρυμμένο, να καμώνεται περίπου τον νεκρό, πριν καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στο θύμα του. Κι αυτή η στιγμή του φόνου, όση απαρέσκεια κι αν μου προκαλούσε, δεν μπορούσα να αγνοήσω ότι ήταν μια στιγμή αξιοθαύμαστης κι απρόσμενης ζωτικότητας, μια παθιασμένη στιγμή παραφροσύνης, ένα απαύγασμα επιμονής. 

Το σημερινό όμως βράδυ, ο Θοδωρής μιλούσε ελάχιστα. Κι η αλήθεια είναι πως όλοι στο καφενείο ήταν κάπως πιο σιωπηλοί, σχεδόν ανήσυχοι, σα να περίμεναν την άτυχη έκβαση μιας εγχείρησης ενός οικείου ασθενούς. Το μαντάτο για την επιστροφή του Θοδωρή είχε μαθευτεί στη γειτονιά από μέρες, εκείνος όμως άργησε να κάνει την καθιερωμένη επετειακή επίσκεψή του στο στέκι μας. Αυτό το γεγονός από μόνο του είχε ήδη προκαλέσει πλήθος υποθέσεων κι εικασιών στους θαμώνες. Το τι έπαθε και γιατί δεν εμφανίζεται επιτέλους ο Θοδωρής ήταν το θέμα συζήτησης των τελευταίων ημερών γύρω από την ξυλόσομπα. Και να που ο κυνηγός εμφανίστηκε, κάτι τι κατάκοπος κι απρόσμενα λιγομίλητος. Κάνα δυο τον ρώτησαν τα τετριμμένα, κάνα δυο φορές απάντησε κι εκείνος τα δέοντα. 

Την ερώτηση-κλειδί του την απηύθυνε ο κυρ-Αναστάσης, άξιος οικοδεσπότης και ποιμήν, επιφορτισμένος με το καθήκον της καλοπέρασής μας και της ξεγνοιασιάς μας: «Κατά τα τέλη Αυγούστου θα σε χάσουμε πάλι κι εφέτο;»

«Όχι, δεν ξαναπάω», απάντησε και το βλέμμα του – εκείνα τα μάτια που μέσα τους έφεγγε το μοιραίο – με κοίταξαν ντροπαλά, σχεδόν σα να αντίκριζε στο πρόσωπό μου την πιο οδυνηρή του ανάμνηση. Κι ήταν τόσο καθαρή και ταπεινομένη η ματιά του εκείνη, τόσο υγρά εκείνα τα μάτια, που ευχήθηκα χίλιες φορές να με είχε κοιτάξει με μίσος. 

Τις επόμενες μέρες μάθαμε ότι στο τελευταίο καρτέρι  του παραλίγο να σκοτώσει ένα θηλυκό αγριογούρουνο. Και δεν είναι αυτό το αξιοθαύμαστο νέο, αφού είχε ήδη σκοτώσει δεκάδες τόσα χρόνια. Το αξιοθαύμαστο ήταν ότι το τραυμάτισε βαριά, το κυνήγησε για ώρα, πείσμωσε, τυφλώθηκε από το πείσμα του, το ήθελε δικό του. Αλλά εκείνο δε στάθηκε να το πιάσει, να το αποτελειώσει. Ελευθερώθηκε κι εξαφανίστηκε, ματωμένο και κουτσό. 

Και δεν ήταν το πλήγμα στο θηρευτικό ανδρισμό του Θοδωρή που τον έκανε να πάρει την απόφαση να παρατήσει το κυνήγι. Ήταν η ξεκάθαρη αποκάλυψη ότι η αντοχή δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ικανότητά μας να υποφέρουμε. 

---------- 

* Η τεμπέλα χρυσοψαρίσια μνήμη μου μπορεί να με απατά – κι ο μερακλής (φιλ)αναγνώστης είναι ελεύθερος, αν το έχει μεράκι, να το διασταυρώσει – μα νομίζω ότι η φράση προέρχεται από το “La nouvelle Heloise”. Υπόθεση που, όσο την παιδεύω, μου φαίνεται πιθανότερο να ισχύει, αφού άλλο λόγο ή κίνητρο για να διαβάσω Jean Jacques Rousseau, εκτός από την αδυναμία μου στις μυθιστορηματικές εξιστορήσεις παθιασμένων και καταδικασμένων ερώτων, θα ήταν εξαιτίας της αδαούς φύσης μου αδύνατον να έχω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου